Διπλασίασε τη δυναμικότητα εμφιάλωσης η Δίρφυς – Έτοιμη η νέα επένδυση

Στο στάδιο της αναμονής εκταμίευσης των χρημάτων της επιχορήγησης βρίσκεται η Δίρφυς ΑΕ, για την επένδυση επέκτασης δυναμικότητας της υφιστάμενης μονάδας παραγωγής και εμφιαλώσεως νερού και αναψυκτικών.

Η συγκεκριμένη επένδυση είχε ενταχθεί στον Αναπτυξιακό Νόμο τον Ιούνιο του 2022, για συνολικό επιλέξιμο και ενισχυόμενο κόστος ύψους €1.906.565. Όπως εξήγησε ο διευθύνων σύμβουλος της Δίρφυς, Νίκος Σέρρας στο FOODReporter η επένδυση επέκτασης δυναμικότητας στο εργοστάσιο αφορά δύο νέες γραμμές παραγωγής και έχει ήδη ολοκληρωθεί, ευρισκόμενη στον προθάλαμο της παραγωγικής λειτουργίας πολύ σύντομα. Η ολοκλήρωση της επένδυσης εγγυάται τον διπλασιασμό της παραγωγής, επιτρέπει δηλαδή στη Δίρφυς ΑΕ να εμφιαλώνει πλέον 40.000 φιάλες την ώρα, σύμφωνα με τον κ. Σέρρα.

Το αρχικό επενδυτικό σχέδιο ανακλήθηκε για να επανυποβληθεί εμπλουτισμένο, για μεγαλύτερο συνολικό επιλέξιμο κόστος
Ο διευθύνων σύμβουλος της Δίρφυς ΑΕ διευκρίνισε ακόμη ότι η εταιρεία επικοινώνησε με τους αρμόδιους φορείς και με την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος η οποία ενέκρινε το αρχικό σχετικό επενδυτικό σχέδιο, για να ζητήσει ανάκληση της απόφασης υπαγωγής του στον Αναπτυξιακό Νόμο, ώστε να μπορεί να υποβληθεί νέο, «περισσότερο εμπλουτισμένο», για την ίδια επένδυση. Η συγκεκριμένη ανάκληση δημοσιεύτηκε στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως την περασμένη Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2023. Βρισκόμαστε πλέον στη φάση αναμονής ένταξης στον ίδιο Αναπτυξιακό Νόμο του νέου επενδυτικού σχεδίου της Δίρφυς ΑΕ, ο οποίος διατηρεί το ίδιο ποσό επιχορήγησης, ήτοι €600.567,97, το οποίο και βρίσκεται υπό εκταμίευση, με μεγαλύτερο όμως συνολικό επιλέξιμο κόστος. Εξάλλου, ήδη από την πρώτη ένταξη, το ποσό της καθαρής επιχορήγησης αφορούσε ποσοστό μόλις 31,5% επί της συνολικής επιχειρηματικής ενίσχυσης και στη νέα έγκριση θα αφορά νομοτελειακά ακόμη μικρότερο. Τα ποσοστά ενίσχυσης για το υπόλοιπο 68,5% αφορούν δαπάνες σε πλήθος κατηγοριών.

Η Δίρφυς ΑΕ έχει ενεργή και την υπαγωγή επενδυτικού σχεδίου για την ηλεκτρομηχανολογική και κτιριακή επέκταση της μονάδας εμφιάλωσης νερού και παραγωγής παγοκύβων. Για τη συγκεκριμένη εγκατάσταση, η εταιρεία είχε λάβει την 1η Σεπτεμβρίου 2022 έγκριση χρονικού ορίζοντα πέντε ετών για την επέκταση στο χώρο εκμετάλλευσης από τον αρμόδιο δήμο Διρφύων – Μεσσαπίων της Εύβοιας.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Πώς επηρέασε ο πληθωρισμός τις αγορές στα online σούπερ μάρκετ

Άνοδο πωλήσεων της τάξεως του 5% παρουσίασε το 2022 η αξία των πωλήσεων του κλάδου των online σούπερ μάρκετ συγκριτικά με το 2021, ενώ η συνολική αξία των αγορών από τα Online σούπερ μάρκετ άγγιξε τα 266 εκατομμύρια ευρώ σε τιμές λιανικής (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), χωρίς όμως να περιλαμβάνονται οι Q-Commerce παίκτες Box, efood Market, Instashop, Pop Market, Rabbit & Wolt Market, που κερδίζουν συνεχώς μερίδιο στην ελληνική αγορά, όμως δε διαμοιράζουν στοιχεία για τις πωλήσεις τους. Αυτό προκύπτει από την ετήσια κλαδική έκθεση της Convert Group για τον κλάδο των online σούπερ μάρκετ.

Η μεγαλύτερη ανάπτυξη στον κλάδο σημειώθηκε στο τρίτο τρίμηνο του έτους, με +18% αύξηση πωλήσεων, και στο τέταρτο τρίμηνο, με +10% αύξηση πωλήσεων συγκριτικά με το 2021.

Ο πληθωρισμός επηρέασε τις εκπτώσεις
Σύμφωνα με την ετήσια μελέτη της Convert Group, ο κλάδος των online σούπερ μάρκετ συνέχισε να καταγράφει σημαντικές εκπτώσεις και το 2022: τα προϊόντα πωλήθηκαν online με κατά μέσο όρο 35% έκπτωση επί της προτεινόμενης λιανικής τιμής των κατασκευαστών. Οι καταναλωτές αγόρασαν online πάνες φθηνότερες κατά 39%, προϊόντα γυναικείας υγιεινής φθηνότερα κατά 37%, δημητριακά φθηνότερα κατά 36%, χαρτί τουαλέτας φθηνότερο κατά 32% και είδη καθαρισμού φθηνότερα κατά 26%. Γενικότερα ο πληθωρισμός επηρέασε σημαντικά τις εκπτώσεις που φτάνουν στην τσέπη καταναλωτή, αφού το 2021 αυτές είχαν ανέλθει στο 39%.

Ποιες κατηγορίες είδαν ανάπτυξη πωλήσεων
Όσον αφορά στις κατηγορίες που αυξήθηκαν σε αξία online αγορών το διάστημα που μελετά η ετήσια έρευνα, σημειώνονται οι εξής μεταβολές: +20% σε προϊόντα για κατοικίδια, +9% σε χαρτικά και είδη καθαρισμού, +7% σε προϊόντα αρτοποιίας, +6% σε ποτά και αναψυκτικά, +4% σε χαρτικά και είδη καθαρισμού, +4% σε προϊόντα περιποίησης και τρόφιμα για βρέφη και παιδιά, +3% σε φρέσκα τρόφιμα και +2% σε κατεψυγμένα τρόφιμα.

Στα 78 ευρώ το μέσο καλάθι
Κατά την διάρκεια ολόκληρου του έτους, ο μέσος καταναλωτής αγόρασε 34,3 προϊόντα σε κάθε παραγγελία του, ξοδεύοντας 78 ευρώ. Τα 12,6 από αυτά τα προϊόντα ανήκουν στην κατηγορία των Φρέσκων Τροφίμων.

Η μείωση που καταγράφεται στον αριθμό των προϊόντων που περιλαμβάνονται σε κάθε παραγγελία μαζί με την ταυτόχρονη αύξηση των συνολικών παραγγελιών, επιβεβαιώνει την τάση των καταναλωτών για διεκπεραίωση μικρότερων αλλά και συχνότερων παραγγελιών από το online κανάλι. Μάλιστα, ο πληθωρισμός επηρεάζει εμφανώς τα καταναλωτικά καλάθια, καθώς καταγράφονται +7% αυξήσεις στην μέση τιμή τεμαχίου.

Από direct επισκέψεις το 45% της αξίας των παραγγελιών
Στα marketing κανάλια, το 45% της αξίας των παραγγελιών προέρχονται από direct επισκέψεις στα Online σούπερ μάρκετ (δηλαδή οι καταναλωτές πληκτρολογούν απ’ ευθείας την ηλ. διεύθυνση του site ή την έχουν αποθηκεύσει στους σελιδοδείκτες τους), σημειώνοντας μια αύξηση 6 ποσοστιαίων μονάδων συγκριτικά με το 2021.

Επιβεβαιώνεται με αυτό τον τρόπο η σταθερή προτίμηση των καταναλωτών προς συγκεκριμένες αλυσίδες. Ταυτόχρονα, στην έρευνα καταγράφεται μια συνολική μείωση 5 ποσοστιαίων μονάδων συγκριτικά με το προηγούμενο έτος στις παραγγελίες που προήλθαν από διαφημίσεις Google (21%) αλλά και οργανικά αποτελέσματα (19%).

 


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Ο «χάρτης» του foodservice στην Ελλάδα: Τα μεγέθη, οι καταναλωτικές συνήθειες και οι ιδιαιτερότητες

Ενθαρρυντικά για τον επισιτιστικό κλάδο της Ελλάδας είναι τα στοιχεία της έρευνας Foodservice Market Monitor της Deloitte για το 2022. Παρότι κατά τη διάρκεια της πανδηµίας ο κλάδος έχασε περίπου το 30% του τζίρου του, ενώ παράλληλα έπρεπε να προσαρµοστεί όσο το δυνατό πιο γρήγορα στα νέα δεδοµένα, η αγορά φαίνεται να ανακάµπτει σε µεγάλο βαθµό, πλησιάζοντας τα 9,7 δισ. σε τζίρο, ανακτώντας τα 2 από τα 3 δισ. ευρώ που έχασε το 2020 και 2021 και πλησιάζοντας τα νούµερα του οργανωµένου λιανεµπορίου τροφίµων στη χώρα, χάρη στην υψηλή τουριστική κίνηση που παρατηρήθηκε µέσα στο έτος, αλλά και στη χαλάρωση των µέτρων για την πανδηµία.

Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε την Deloitte, η αγορά του foodservice προβλέπεται να γνωρίσει ανάπτυξη µε µέσο ετήσιο ρυθµό (CAGR) +10,7% το διάστηµα 2021-2024 (+26% για το 2022), φτάνοντας σε συνολικό κύκλο εργασιών περίπου 10,5 δις. ευρώ το 2024, έναντι περίπου 7,7 δισ. ευρώ το 2021.

Οι καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων στον επισιτιστικό κλάδο (και αυτές των τουριστών)
Όπως σηµειώνεται στην έρευνα της Deloitte, η οικονοµική κρίση και η πανδηµία έφεραν στο προσκήνιο νέες τάσεις στην αγορά και κατανάλωση τροφίµων για τους Έλληνες. Για παράδειγµα, το γεύµα στο σπίτι και το delivery παρέµειναν πολύ δηµοφιλείς επιλογές, ακόµα και µετά το πέρας της πανδηµίας. Επίσης, τα “farm-to-table” εστιατόρια, εκτός από µία διεθνή τάση, έχουν κερδίσει το ενδιαφέρον των Ελλήνων, καθώς οι καταναλωτές φαίνεται να δίνουν όλο και µεγαλύτερη έµφαση στην ποιότητα και προέλευση των πρώτων υλών. Επιπλέον, για λόγους εξοικονόµησης χρηµάτων, παρουσιάζει άνοδο και το λεγόµενο “food-on-the go” και “fast dining”, τάση που προβλέπεται να ακολουθήσει σταθερά ανοδική πορεία και τα επόµενα χρόνια. Σε αντίθεση µε τις συνήθειες των Ελλήνων καταναλωτών, οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα φαίνεται να προτιµούν τα κλασικά εστιατόρια, µε τα higher end να γνωρίζουν σηµαντική αύξηση.

Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας: Σε καφετέριες και µπαρ το 59% του τζίρου
Ως προς το τοπίο του επισιτισµού στην Ελλάδα, από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ότι µόνο το 16% του τζίρου της αγοράς προέρχεται από αλυσίδες και το 84% από ανεξάρτητα καταστήµατα, Αυτό το ποσοστό (16%) είναι σηµαντικά χαµηλότερο από το σύνολο της Ευρώπης (26%) και θεαµατικά χαµηλότερο σε σχέση µε τη Βόρεια Αµερική, όπου το 59% του τζίρου της αγοράς προέρχεται από αλυσίδες.

Αξιοσηµείωτο είναι επίσης ότι στην Ελλάδα το 59% του τζίρου του foodservice προέρχεται από καφετέριες και µπαρ, το 25% από εστιατόρια ταχείας εξυπηρέτησης και το 16% από εστιατόρια πλήρους εξυπηρέτησης. Παρόµοια ποσοστά παρουσιάζει και η Ισπανία, όµως η εικόνα σε αυτές τις δύο χώρες είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση µε όσα συµβαίνουν στον υπόλοιπο κόσµο: συνολικά, το 14% του παγκόσµιου κλάδου προέρχεται από καφετέριες και µπαρ, το 33% από εστιατόρια ταχείας εξυπηρέτησης και το 48% από εστιατόρια πλήρους εξυπηρέτησης.

Ελληνική, ιταλική και ιαπωνική κουζίνα
Εστιάζοντας στα εστιατόρια πλήρους εξυπηρέτησης στην Ελλάδα, ο συνολικός τους τζίρος διαµορφώθηκε το 2021 στα 1,199 δισ. ευρώ, ποσοστό αυξηµένο κατά 20% σε σχέση µε το 2020 (996 εκατ.), αλλά σηµαντικά µειωµένο σε σχέση µε το 2019 (2,048 δισ.). Από το σύνολο του τζίρου, το 62% προέρχεται από εστιατόρια µε ελληνική κουζίνα, το 18% από εστιατόρια µε ιταλική κουζίνα και ένα 3% από εστιατόρια µε ιαπωνική κουζίνα, ενώ το υπόλοιπο 20% περίπου αντιπροσωπεύουν οι υπόλοιπες κουζίνες του κόσµου.

Ως προς το εύρος τιµών, το 60% των εστιατορίων µε ελληνική κουζίνα χαρακτηρίζονται ως value for money, το 37% ως οικονοµικά και µόνο το 3% ως premium. Αντίστοιχη εικόνα και στα ιταλικά εστιατόρια, όπου το 69% χαρακτηρίζεται ως value for money, το 28% ως οικονοµικά και το 3% ως premium. Αντίθετα, στα εστιατόρια µε ιαπωνική κουζίνα το 22% χαρακτηρίζεται ως premium, το 72% ως value for money και µόλις το 6% ως οικονοµικά.

Ανάκαμψη σε παγκόσμιο επίπεδο
Σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα πάντα με την Deloitte, διαφαίνεται ότι ο κλάδος του foodservice θα ανακάμψει τα επόμενα έτη.

Η Βόρεια Αμερική ήδη επέστρεψε στα επίπεδα προ πανδημίας μέσα στο 2022, ενώ η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, όπως και η Ευρώπη, αναμένεται να επιστρέψουν στα επίπεδα αυτά μέσα στο 2023. Οι υπόλοιπες γεωγραφικές περιοχές αναμένεται να ανακάμψουν μέσα στο 2024. Πιο συγκεκριμένα, διαφαίνεται ότι τα καφέ, τα μπαρ, το street food και τα Full Service Restaurants (FSR) θα οδηγήσουν τον επισιτιστικό κλάδο σε ανάπτυξη, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) για τα έτη 2021 – 2026 να κυμαίνεται μεταξύ +5,6% και +8,1%.

Τα Quick Service Restaurants (QSR) εκτιμάται ότι επέστρεψαν στα επίπεδα προ πανδημίας μέσα στο 2022, τα εστιατόρια πλήρους εξυπηρέτησης και το Street Food αναμένεται να ανακάμψουν το 2023, ενώ ο κλάδος των καφέ-μπαρ θα ακολουθήσει το 2024.

Οι πιο σημαντικές προκλήσεις στον κλάδο του foodservice
O επισιτιστικός κλάδος υιοθέτησε νέες στρατηγικές μετά την πανδημία, αλλά και μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ώστε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που εμφανίστηκαν. Το υψηλό κόστος πρώτων υλών, η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, τα προβλήματα ρευστότητας που δημιούργησε η πανδημία, η ανάγκη εύρεσης ψηφιακών λύσεων στην εμπειρία που προσφέρει η εστίαση στον πελάτη, η απήχηση λύσεων όπως το ghost-kitchen, η αυξημένη διείσδυση αλυσίδων εστιατορίων στην αγορά έναντι μικρών εστιατορίων, η άνοδος του delivery και η χρήση της τεχνολογίας στην εφοδιαστική αλυσίδα και στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού είναι οι σημαντικότερες συνιστάμενες / προκλήσεις που οφείλει να λάβει υπόψη του ο κλάδος.

Οι επαγγελματίες του χώρου καλούνται να ανταποκριθούν στις ανάγκες καταναλωτών με αυξημένες απαιτήσεις, που επιθυμούν υγιεινές και γρήγορες λύσεις, εξασφαλίζοντας ιχνηλασιμότητα και διαφάνεια, και όλα αυτά σε λογικές τιμές.

Στο πλευρό τους έχουν νέες ψηφιακές λύσεις και καινοτόμα επιχειρηματικά σχήματα, αλλά θα πρέπει να ξεπεράσουν σημαντικές προκλήσεις που απαιτούν μετασχηματισμό του λειτουργικού τους μοντέλου (οργάνωση, συστήματα, διαδικασίες), αυξημένη έμφαση στη ρευστότητα και άριστο προγραμματισμό για να μειωθεί η αβεβαιότητα.

Ο επισιτιστικός κλάδος χρειάζεται να υιοθετήσει καινοτόμες λύσεις που να διευκολύνουν τους επαγγελματίες του χώρου. Ιδίως για τα εστιατόρια που πλέον εξελίσσονται και αλλάζουν μορφή, για να μπορέσουν να αναπτυχθούν και να είναι κερδοφόρα, θα πρέπει να υιοθετήσουν πρακτικές που προάγουν τις συνολικές τους δυνατότητες, την εξατομικευμένη εξυπηρέτηση και εμπειρία του πελάτη, την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του εργαζόμενου και όλα αυτά, ενσωματώνοντας στη λειτουργία τους προηγμένες ψηφιακές τεχνολογίες.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter