Τι είδε το FOODReporter στα σούπερ μάρκετ της Σουηδίας

Στο πλαίσιο της παρουσίας του τον περασμένο μήνα στο Μάλμε της Σουηδίας για την έκθεση Eco Living Scandinavia & Nordic Organic Food Fair 2022, το FOODReporter επισκέφθηκε καταστήματα δύο εκ των μεγαλύτερων αλυσίδων σούπερ μάρκετ της χώρας, ICA και Willy’s, θέλοντας να διαπιστώσει αφενός ποια ελληνικά προϊόντα βρίσκονται στα ράφια τους, αφετέρου πώς διαμορφώνονται οι τιμές στο ράφι σε σχέση με την Ελλάδα.

Ως προς το πρώτο ζητούμενο, εντοπίσαμε στα ψυγεία αρκετά τυριά με την επωνυμία feta, που όλα τους ήταν σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία ως προς την προέλευσή τους, καθώς παράγονται στην Ελλάδα για λογαριασμό σουηδικών εταιρειών.

Συγκεκριμένα στα ράφια των ICA βρήκαμε φέτα από τις μάρκες Fontana και Zeta, καθώς και private label φέτα για λογαριασμό της ICA.

Η Fontana είναι γνωστή εισαγωγική εταιρεία που ίδρυσε το 1978 ο Φρίξος Παπαδόπουλος και ειδικεύεται στις εισαγωγές μεσογειακών τροφίμων, ενώ η Zeta του Fernando Di Luca ειδικεύεται περισσότερο σε ιταλικά προϊόντα, όμως έχει και ελληνικά προϊόντα όπως φέτα και ελιές Καλαμάτας, καθώς και κυπριακό χαλλούμι.

Σημειωτέον ότι, αν και στα προϊόντα των ICA και Fontana δεν αναγράφεται συγκεκριμένα ο παραγωγός της φέτας, σε αυτήν της Zeta αναγράφεται: είναι η Κολιός.

Τη λέξη «ελληνικό» (Grekisk) τη βλέπει επίσης κανείς στο διάδρομο με τα γιαούρτια – όμως σε αυτήν την περίπτωση το «ελληνικό» είναι τέτοιο μόνο κατ’ όνομα. Τα «ελληνικά» γιαούρτια είναι στην πραγματικότητα Greek-style, που παράγονται με σουηδικό γάλα, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν και αρκετά προϊόντα με την επωνυμία «τουρκικό γιαούρτι», που εντάσσονται στην ίδια κατηγορία.

Ελληνικής προέλευσης προϊόντα εντοπίσαμε και στο ράφι των ελαιολάδων, πάντα βέβαια με σουηδικές ετικέτες.

Συγκρίνοντας τις τιμές στο ράφι
Όσον αφορά στις τιμές στο ράφι, η εμπειρία μας από τα σουηδικά σούπερ μάρκετ δείχνει ότι αυτές είναι στα ίδια περίπου επίπεδα με αυτές που βρίσκουμε στα ελληνικά σούπερ μάρκετ, με τη διαφορά όμως ότι οι μέσες απολαβές ενός Σουηδού εργαζομένου είναι πολύ υψηλότερες σε σχέση με αυτές ενός Έλληνα εργαζομένου, γεγονός που σημαίνει ότι ο Σουηδός καταναλωτής έχει σαφώς μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, αξίζει να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, αν και στη Σουηδία δεν έχει θεσπιστεί κατώτατος μισθός, εκτιμάται ότι ένας ανειδίκευτος εργαζόμενος έχει λαμβάνειν περίπου 1.450 ευρώ το μήνα, ενώ ο μέσος μισθός για έναν Σουηδό εργαζόμενο υπολογίζεται γύρω στα 2.750-2.800 ευρώ το μήνα. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ότι ένα Knorr Snack Pot, που στην Ελλάδα βρίσκει κανείς γύρω στο 1,50-1,70 ευρώ, στη Σουηδία στοιχίζει 18 κορώνες, ήτοι περίπου 1,65 ευρώ, ενώ ένα προϊόν μαργαρίνης Becel Omega 3 των 400 γραμμαρίων φτάνει τις 25 κορώνες ή 2,30 ευρώ (ο αντίστοιχος κωδικός δεν υπάρχει στην Ελλάδα). Αλλά και στα ζυμαρικά, ένα πακέτο λαζάνια 500 γραμμαρίων της Barilla το βρήκαμε στις 24 κορώνες (2,20 ευρώ), όταν στην Ελλάδα ένας παρόμοιος κωδικός (λαζάνια με αυγό της Barilla) μπορεί να ξεπεράσει και τα 3 ευρώ, ανάλογα με το σούπερ μάρκετ.

Όσον αφορά στην τιμή της φέτας, αυτή ξεκινά από τα 13,40 ευρώ το κιλό (2,01 ευρώ για την private label συσκευασία των 150 γραμμαρίων στα ICA) και φτάνει ως και τα 20,74 ευρώ το κιλό (στην περίπτωση των premium κωδικών της Zeta: φέτα με λιγότερο αλάτι, φέτα Λέσβου, βιολογική φέτα).

Μεγάλη η διείσδυση για βιολογικά και free-from
Κάτι ακόμα που αξίζει να σημειώσουμε για τα σουηδικά σούπερ μάρκετ είναι ο χώρος που αφιερώνουν σε βιολογικά και free-from προϊόντα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν ολόκληρα ψυγεία αφιερωμένα σε προϊόντα γάλακτος χωρίς λακτόζη και εναλλακτικά του γάλακτος, με δεκάδες τέτοια προϊόντα (ανάμεσα σε αυτά βρίσκει κανείς και προϊόντα της ελληνικής Violife, που ανήκει στον όμιλο Upfield), καθώς και ολόκληροι διάδρομοι με προϊόντα βιολογικά, χωρίς γλουτένη, και άλλα προϊόντα απευθυνόμενα σε ειδικές κατηγορίες καταναλωτών.

Και αυτό είναι λογικό, καθώς η Σουηδία είναι μία ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αγορά όσον αφορά στην καταναλωτική συνείδηση και η διείσδυση των βιολογικών και free-from προϊόντων είναι αρκετά μεγάλη.

Systembolaget: Το κρατικό μονοπώλιο στο αλκοόλ
Μία ξεχωριστή περίπτωση που αξίζει να αναφέρουμε είναι αυτή των αλκοολούχων ποτών.

Στη Σουηδία η πώληση αλκοόλ στη λιανική αποτελεί κρατικό μονοπώλιο: δεν μπορεί κανείς να αγοράσει ποτά με περιεκτικότητα σε αλκοόλ από 3,5% κατ’ όγκο και πάνω από το σούπερ μάρκετ ή από το περίπτερο, παρά μόνο από τις κρατικές κάβες Systembolaget.

Επισκεφθήκαμε και ένα κατάστημα Systembolaget, όπου εντοπίσαμε επίσης ορισμένα ελληνικά αλκοολούχα ποτά, αν και η ελληνική παρουσία είναι πολύ περιορισμένη, σε σχέση με χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, που αντιπροσωπεύονται με μεγάλη ποικιλία κρασιών.

Συγκεκριμένα, βρήκαμε Ούζο 12 σε γυάλινη συσκευασία των 350ml στις 169 κορώνες (15,50 ευρώ, 44,28 ευρώ ανά λίτρο), καθώς και επιλεγμένα κρασιά του ΕΟΣ Σάμου.

Όσον αφορά στις τιμές, αυτές είναι σαφώς υψηλότερες σε σχέση
με ένα ελληνικό σούπερ μάρκετ και αντίστοιχες (ή ίσως ελαφρώς υψηλότερες) με αυτές που θα πλήρωνε κανείς σε μία κάβα. Ενδεικτικά, μία φιάλη βότκα Absolut των 700ml κοστίζει 22,38 ευρώ, μία φιάλη τζιν Bombay Sapphire των 700ml κοστίζει 27,42 ευρώ, ενώ μία φιάλη Aperol των 700ml κοστίζει 17,33 ευρώ.

Σημειωτέον ότι, βάσει της σουηδικής νομοθεσίας, τα αλκοολούχα ποτά δε φορολογούνται με βάση την τιμή τους, αλλά με βάση την περιεκτικότητά τους σε αλκοόλ.

Επιπλέον, στα καταστήματα Systembolaget όλα τα προϊόντα πωλούνται με το ίδιο περιθώριο κέρδους, ενώ απαγορεύονται αυστηρά οι προσφορές τύπου «1+1 δώρο» ή παρόμοιες προωθητικές ενέργειες.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Η Coop ένα βήμα από το να προωθήσει ελληνικά προϊόντα στην Ιταλία

Αυξήθηκε κατά 19% η αξία εξαγωγών γαλακτοκομικών προϊόντων το 2021 έναντι του 2020, από τα 142 εκατ. ευρώ στα 169 εκατ. ευρώ. Εντούτοις, το συνολικό μερίδιο στις ελληνικές εξαγωγές προς Ιταλία μειώθηκε κατά 0,2% και διαμορφώθηκε οριστικά στο 4,2%, επειδή άλλοι κλάδοι εξαγωγών αναπτύχθηκαν πιο δυναμικά. Καταγεγραμμένες ελληνικές εταιρείες με παρουσία στη βόρεια Ιταλία οι οποίες δραστηριοποιούνται στην εμπορία γαλακτοκομικών είναι οι Olympos Italia, Adonis και Neogal Italia.

Ανάπτυξη κατά 21,1% εμφάνισε και ο κλάδος των παρασκευασμάτων λαχανικών, καρπών και φρούτων, από τα 55,44 εκατ. ευρώ του 2020 στα 67,16 εκατ. ευρώ το 2021. Κατά το περσινό έτος, η αξία των ελληνικών εξαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων στην Ιταλία αντιπροσώπευε το 31% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών, δηλαδή 1,24 δισ. ευρώ συνολικά, έναντι 31,3% το 2020. Σημειώνεται η μεγάλη αύξηση της κατηγορίας σε λίπη και λάδια κατά 27,3%, η οποία αντιπροσωπεύει το 9,5% της αξίας ελληνικών εξαγωγών το 2021, καθώς και η αύξηση, κατά 11,1%, της κατηγορίας των ψαριών και των μαλακόστρακων, που αντιπροσωπεύει αντίστοιχα το 6,4%.

Η προώθηση ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων στην ιταλική αγορά
Με ενέργειες του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Ρώμης, η αλυσίδα σούπερ μάρκετ Coop, εκ των δύο κορυφαίων αλυσίδων οργανωμένου λιανεμπορίου στην Ιταλία, βρίσκεται πολύ κοντά σε συμφωνία για την προώθηση ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων στην ιταλική αγορά, με προσφορές και δράσεις προβολής.

Εξάλλου, στις 23 Νοεμβρίου 2021 διοργανώθηκε από Γραφείο της Ρώμης, από κοινού με την εταιρεία Enterprise Greece διαδικτυακή ενημερωτική ημερίδα τύπου webinar, της σειράς «Doing Business in», με αντικείμενο τη δομή της ιταλικής αγοράς τροφίμων και τις απαιτήσεις για ποιοτική μεγέθυνση των ελληνικών εξαγωγών.

Η εκδήλωση επικεντρώθηκε στη λειτουργία τριών καναλιών διανομής: σούπερ μάρκετ, καταστήματα delicatessen και ηλεκτρονικό εμπόριο (e-commerce). Στο ίδιο διαδικτυακό σεμινάριο, δόθηκε η δυνατότητα σε εταιρείες με εξαγωγές εμβληματικών ελληνικών προϊόντων, στους κλάδους των ιχθυηρών και του γιαουρτιού να παρουσιάσουν την επιτυχημένη στρατηγική τους ως προς τη διείσδυση και εδραίωση της παρουσίας τους στην ιταλική αγορά.

Τέλος, η υψηλή ποιότητα ελληνικών οίνων, με στόχευση στα συγκριτικά πλεονεκτήματα των ντόπιων ποικιλιών, αποτελεί «διαβατήριο» ποιοτικής υπεραξίας για το ελληνικό κρασί στην ιταλική αγορά, η οποία μεν έχει υψηλές προδιαγραφές και εκπαιδευμένο κοινό, αλλά ταυτόχρονα και εξοικειωμένους και ευνοϊκά διακείμενους Ιταλούς καταναλωτές δε, λόγω του υψηλού ρεύματος Ιταλών τουριστών προς την Ελλάδα.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Loulis Food Ingredients: Εντυπωσιακή αύξηση αξίας πωλήσεων στο εννεάμηνο

Εντυπωσιακή αύξηση ύψους 61,59% σημείωσε η αξία πωλήσεων του Ομίλου Loulis Food Ingredients στο εννεάμηνο του 2022, συγκρινόμενη με το διάστημα Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2021. Μέρος της αύξησης αξίας είναι εν πολλοίς πληθωριστικό και σχετίζεται με την πολεμική σύρραξη Ρωσίας και Ουκρανίας. Αύξηση 64,3% σημειώθηκε, άλλωστε, στον κύκλο εργασιών του Ομίλου για το τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, συγκριτικά με πέρσι.

Όπως αναφέρεται και στη σχετική επιστολή της Loulis Food Ingredients προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του Χρηματιστηρίου Αθηνών, τα κύρια οικονομικά μεγέθη Ομίλου και εταιρείας «εμφανίστηκαν αυξημένα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρήσης, κυρίως λόγω αυξήσεων στις τιμές πώλησης των προϊόντων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2022, ως αντιστάθμιση της πρωτοφανούς αύξησης των τιμών αγοράς των πρώτων υλών και υλικών συσκευασίας που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, του κόστους ενέργειας στην παραγωγή και του μεταφορικού κόστους των ετοίμων προϊόντων».

Ο Όμιλος εμφάνισε τζίρο 56,6 εκατ. ευρώ για το τρίτο τρίμηνο του 2022 και 154,2 εκατ. ευρώ σε ολόκληρο το πρώτο εννεάμηνο. Σε επίπεδο μητρικής εταιρείας, η αξία πωλήσεων ξεπέρασε τα 135,53 εκατ. ευρώ για το εννεάμηνο του 2022, αυξημένη κατά 60,19% σε σχέση με το περσινό πρώτο εννεάμηνο.

Τα κέρδη προ φόρων του Ομίλου ξεπέρασαν τα 2,96 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2022, έναντι 1,03 εκατ. ευρώ του στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα πέρσι. Όπως γίνεται φανερό, η αυξητική επίδοση έφτασε κοντά ακόμη στον τριπλασιασμό μεγεθών (+188,14%). Τα αντίστοιχα κέρδη EBITDA του Ομίλου άγγιξαν τα 9,58 εκατ. ευρώ, έναντι 6 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2021.

Οι επιπτώσεις από ενεργειακή κρίση και γενικότερο ρευστό μακροοικονομικό περιβάλλον επέφεραν αύξηση καθαρού δανεισμού
Το εύρος των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης, του πολέμου στην Ουκρανία και του μακροοικονομικού περιβάλλοντος στις δραστηριότητες του Ομίλου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις μελλοντικές διεθνείς και εγχώριες εξελίξεις.

Η διοίκηση του Ομίλου Loulis Food Ingredients δηλώνει ότι αξιολογεί τους κινδύνους και «προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στα οικονομικά αποτελέσματα και να συνεχίσει απρόσκοπτα την υλοποίηση του στρατηγικού πλάνου για την επιχειρησιακή συνέχεια».

Άλλωστε, τόσο ο Όμιλος όσο και η μητρική εταιρεία εμφάνισαν αύξηση στον καθαρό δανεισμό τους: Η διοίκηση παραδέχεται ότι «προχώρησε στην εξασφάλιση επιπλέον πιστωτικών ορίων για την αντιμετώπιση μελλοντικών αναγκών ρευστότητας». Πρόκειται για αύξηση καθαρού δανεισμού της τάξης του 21,16% στον Όμιλο (€76.261.478, έναντι €62.940.862 στο εννεάμηνο του 2021) και 15,65% στην εταιρεία (€67.453.277 το 2022, έναντι €58.324.170 το 2021).

Τα κέρδη προ φόρων της μητρικής εταιρείας ξεπέρασαν τα 1,48 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2022, έναντι 1,24 εκατ. ευρώ του στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2021. Τα αντίστοιχα κέρδη EBITDA άγγιξαν τα 7,44 εκατ. ευρώ, έναντι 5,65 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2021.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter