Pizza Fan – Domino’s: Τι δείχνουν οι αριθμοί για τους δύο «μεγάλους» της πίτσας

Πρόσθετο τζίρο άνω των 5 εκατομμυρίων ευρώ αποκόμισαν αθροιστικά το 2021 οι δύο μεγαλύτεροι παίκτες στην κατηγορία της πίτσας, η Pizza Fan και η Domino’s, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση τους στην αγορά, όπως προκύπτει από τις ετήσιες οικονομικές τους καταστάσεις.

Την πρωτιά βεβαίως κατέχει, εδώ και χρόνια, η Pizza Fan (Φανάτικς Πίτσα), που το 2021 είδε τον κύκλο εργασιών της να αυξάνεται εκ νέου και να φτάνει τα 36,38 εκατομμύρια ευρώ, έναντι 32,64 εκατ. ευρώ το 2020 (+11,46%). Και παρά τη μικρή μείωση του περιθωρίου μεικτού κέρδους από το 39,56% στο 37,68%, η αλυσίδα παρουσίασε μεγάλη αύξηση κερδών EBITDA (+60,78%, στα 2,64 εκατ.), κερδών προ φόρων (+78,21%, στα 1,68 εκατ.) και κερδών μετά από φόρους (+68,72%, στα 1,36 εκατ.).

Η ισχυρή κερδοφορία της Pizza Fan το 2021 δείχνει ότι η εταιρεία βρίσκεται σε καλό δρόμο, έχοντας αφήσει πίσω της το γύρισμα σε (οριακές) ζημίες που είχε σημειώσει το 2019.

Όπως σημειώνει άλλωστε και η διοίκηση της εταιρείας, «όπως δείχνουν και οι πωλήσεις μας ως αυτή τη περίοδο Σεπτέμβριος 2022, είμαστε πολύ καλά στο χώρο της εστίασης και εκμετάλλευσης εστιατορίων εν σχέση με τον ανταγωνισμό χάρη στις σωστές αποφάσεις μας για την προώθηση των πολύ καλών ποιοτικών προϊόντων μας σε πολύ καλές τιμές στον ελληνικό χώρο».

Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια, στον ισολογισμό του 2021 δεν υπάρχει η επισήμανση του ορκωτού ελεγκτή περί αρνητικού συνόλου των ιδίων κεφαλαίων που υπήρχε το το 2018, το 2019 και το 2020.

Domino’s: Στα 19,1 εκατ. ο τζίρος του 2021
Από την πλευρά της, η Domino’s (Daufood Greece, master franchisee του ομίλου στην Ελλάδα) αύξησε επίσης τον τζίρο της στα 19,10 εκατ. ευρώ, έναντι 17,45 εκατ. το 2020, αύξησε όμως και την κερδοφορία της: τα κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν στα 2,22 εκατ. ευρώ (2020: 1,52 εκατ.), ενώ τα κέρδη μετά από φόρους αυξήθηκαν στα 1,75 εκατ. ευρώ (2020: 1,15 εκατ.). Αυτό που παρατηρεί κανείς είναι ότι, αν και ο τζίρος της Daufood είναι σχεδόν ο μισός σε σχέση με αυτόν της Pizza Fan, τα κέρδη της είναι μεγαλύτερα.

Και αυτό φαίνεται πως οφείλεται στα σημαντικά χαμηλότερα έξοδα διάθεσης με τα οποία βαρύνεται: την ώρα που το 2021 τα έξοδα διάθεσης της Pizza Fan ξεπερνούσαν τα 10,7 εκατομμύρια ευρώ, πλησιάζοντας το ένα τρίτο του τζίρου της, για την Daufood τα έξοδα διάθεσης ήταν λιγότερα από το ένα δέκατο του τζίρου (1,7 εκατ. ευρώ, επί συνόλου 19,1 εκατ. ευρώ).


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Γιατί η Ελλάδα έχει μείνει πίσω και από την Τουρκία στις εξαγωγές παρθένου ελαιολάδου προς την Ιαπωνία

Η μικρή εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου στην Ιαπωνία κατατάσσει τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου στους μεγάλους εισαγωγείς ελαιολάδου, κάτι που ενδιαφέρει την Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ετήσια ιαπωνική παραγωγή ελαιολάδου περιορίζεται στους 45 τόνους και περισσότερο από το 99% της εγχώριας κατανάλωσης προέρχεται από εισαγωγές. Τη σεζόν 2020/2021 η κατανάλωση μειώθηκε κατά 13,8% από τα 200 εκατ. ευρώ στα 172,5 εκατ. ευρώ, αλλά κινείται μακροχρόνια ανοδικά στη δεκαετία. Κύριος προμηθευτής παρθένου ελαιολάδου στην Ιαπωνία είναι η Ισπανία από το 2013 και μετά, όταν ξεπέρασε την Ιταλία. Ισπανία και Ιταλία κατείχαν το 94,3% των εξαγωγών προς Ιαπωνία το 2020. Η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη θέση στις εξαγωγές ελαιολάδου προς Ιαπωνία, με μερίδιο 1,71% και συνολική αξία εξαγωγών 3,06 εκατ. ευρώ, πίσω και από την Τουρκία. To 2021, η Τουρκία κατείχε μερίδιο της τάξεως του 4,71%, το οποίο είναι το υψηλότερο της δεκαπενταετίας. Η Τουρκία εμφάνισε μεγάλη μείωση εξαγωγών μεταξύ 2014 και 2019, την οποία η Ελλάδα δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί. Δεδομένων των συνθηκών που διαμόρφωσε η πανδημία του κορωνοϊού, η Τυνησία προσπέρασε την Ελλάδα το 2021. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών κατέγραψε ετήσια μείωση της τάξεως του 8,53% το ίδιο έτος, με αντίστοιχη μείωση 23,22% της συνολικής ποσότητας των εξαγωγών προς την Ιαπωνία. Οι εισαγωγές από την Ελλάδα μειώθηκαν από 785.471 κιλά το 2020 σε 603.122 κιλά το 2021, ενώ, αντίστοιχα, σημειώθηκε αύξηση στις ποσότητες εισαγωγών από την Τουρκία το 2021, κατά 73,12%.

Το ενδιαφέρον για μικρότερες συσκευασίες και για υγιεινή διατροφή
Οι εισαγωγές σε μεγάλες ποσότητες αφορούν χύμα εισαγωγές ελαιολάδου, το οποίο πωλείται στη συνέχεια με άλλη ετικέτα. Ιαπωνικές εταιρείες συσκευάζουν ελαιόλαδο με δική τους επωνυμία. Μειονέκτημα για τις ελληνικές εξαγωγικές προσπάθειες είναι το γεγονός ότι στην Ιαπωνία δεν αναγνωρίζονται τα διεθνή πρότυπα ποιότητας ελαιολάδου. Πάντως, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία έχουν συνάψει συμφωνία ισοτιμίας πιστοποιήσεων για τα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας φυτικής προέλευσης. Ακόμη, ο εξαγωγέας τυποποιημένου ελαιολάδου δεν ελέγχει την διανομή του προϊόντος στην Ιαπωνία και άλλωστε, το ελαιόλαδο έχει υψηλότερη τιμή από τα άλλα έλαια στη χώρα. Κατά γενική ομολογία, η αναγνωρισιμότητα του ελληνικού ελαιολάδου είναι χαμηλή: Ο Ιάπωνας καταναλωτής αδυνατεί να εκτιμήσει την υψηλή ποιότητά του, όταν αυτή όντως υπάρχει. Δεν υπάρχουν ελληνικά ελαιόλαδα στην αγορά που να προβάλλουν ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες ή άλλα ποιοτικά στοιχεία.

Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Τόκιο, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να προσθέσει επιπλέον 2% επί του συνόλου των ιαπωνικών εισαγωγών παρθένου ελαιολάδου, δεδομένης της ποιοτικής υπεροχής του ελληνικού προϊόντος και της προστασίας Γεωγραφικών Ενδείξεων, που έχει εξασφαλιστεί για τις ονομασίες ονομασίες «Καλαμάτα», «Ελιά Καλαμάτας», «Σητεία Λασιθίου Κρήτης» και «Χανιά Κρήτης». Για καλύτερο αποτέλεσμα στις εξαγωγές, θα πρέπει να αλλάξουν οι μεγάλες και κατά γενική εκτίμηση «ακαλαίσθητες» συσκευασίες ελληνικού ελαιολάδου, επειδή οι Ιάπωνες έχει αποδειχθεί ότι προτιμούν τις μικρές συσκευασίες των 250ml όταν πρόκειται για ελαιόλαδο, κυρίως επειδή δεν το χρησιμοποιούν το ίδιο συχνά.

Ως απώτερος στόχος προκρίνεται η βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας στην Ιαπωνία και η σύνδεση με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, την υγιεινή διατροφή και την αύξηση των Ιαπώνων επισκεπτών στη χώρα μας, οι οποίοι στην συνέχεια θα αναζητήσουν τα ελληνικά προϊόντα, μαζί και με την κατάλληλη προώθηση των χαρακτηριστικών τους και των ποιοτικών τους πλεονεκτημάτων σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη υγεία. Τα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να γίνονται δημοφιλή και στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Μία από τις προτεινόμενες ενέργειες με στόχο την Ιαπωνία είναι η διοργάνωση μήνα προώθησης ελληνικής κουζίνας.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Το 60% των καταναλωτών εξισώνει σε ποιότητα και βιωσιμότητα τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας με τις επώνυμες μάρκες

Στα προ πανδημίας επίπεδα, με αύξηση πωλήσεων αξίας κατά 5,4%, επιστρέφουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, σύμφωνα με το πρόσφατο MCG Demand Signals Report της IRi.

Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποτελούν το 36,4% της αξίας των πωλήσεων για το 2022
Εμβαθύνοντας, μέσα σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας συνεισφέρουν πλέον 216 δισ. ευρώ, ήτοι το 36,4% της αξίας των πωλήσεων στη διεθνή αγορά προϊόντων ευρείας κατανάλωσης για το 2022, διαγράφοντας μία ισχυρή ανάπτυξη YTD σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές.

Συγκεκριμένα, η μελέτη της IRi εξέτασε περισσότερα από 2.000 τμήματα προϊόντων και πάνω από 100 εκατ. ιδιωτικές ετικέτες στις ΗΠΑ και πολλές από τις μεγαλύτερες αγορές της της Ευρώπης και της Ασίας. Μέσα από τη μελέτη φάνηκε ότι περίπου το 60% των καταναλωτών θεωρεί ότι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας είναι εξίσου καλά με τις επώνυμες μάρκες όσον αφορά στην ποιότητα, την καινοτομία, τη βιωσιμότητα και την αξιοπιστία.

Το 1/4 των καταναλωτών πιστεύει ότι οι ιδιωτικές ετικέτες είναι καλύτερες από τις επωνυμίες
Καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, οι επώνυμες μάρκες ξεπέρασαν τις ιδιωτικές ετικέτες σε πωλήσεις, καθώς οι καταναλωτές προτιμούσαν να αγοράζουν επωνυμίες τις οποίες «εμπιστεύονται» περισσότερο. Παρόλα αυτά, οι καταναλωτές που είναι «πιστοί» στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ισοδυναμούν τώρα πια με εκείνους που στρέφονται σε αγορές προϊόντων επωνυμίας, σύμφωνα με τη μελέτη. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το 1/4 των καταναλωτών πιστεύει ότι οι ιδιωτικές ετικέτες είναι ίσως και καλύτερες από τις επωνυμίες.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Σκλαβενίτης: Αυξήσεις μισθών ύψους 17 εκατ. ευρώ ετησίως

Σε αυξήσεις και νέες παροχές για το σύνολο των 29.500 ανθρώπων της προχωρά η Σκλαβενίτης. Συγκεκριμένα, η εταιρεία προχωράει σε:

  1. Αυξήσεις αποδοχών ύψους 17 εκατ. ευρώ ετησίως για 25.800 εργαζομένους από την 1η Νοεμβρίου 2022 (+5,5% για μικτές μηνιαίες αποδοχές μέχρι 870€, έως +5% για μικτές αποδοχές μέχρι 930€, +4% για μικτές αποδοχές μέχρι και 1.300€, +50€/μηνιαίως για μικτές αποδοχές από 1.301€ έως 1.350€, με ανώτατο όριο το ποσό των 1.350€.
  2. Χορήγηση έκτακτης παροχής ποσού 200€ με άμεση ισχύ για κάθε έναν από τους 29.500 εργαζομένους της με τη μορφή διατακτικών, συνολικού ύψους 5.9 εκατομμυρίων ευρώ.
  3. Αύξηση από τη Δευτέρα, 28/11/2022, για όλους τους εργαζομένους:
    α. του ποσοστού έκπτωσης για αγορές ειδών ευρείας κατανάλωσης από τα καταστήματά της Σκλαβενίτης από 5% σε 7%, η οποία αντιστοιχεί σε επιπλέον ετήσιο κόστος 2 εκατομμυρίων ευρώ
    β. του ετησίου ορίου αγορών από 6.000€ σε 7.000€, ενώ για τους τρίτεκνους και πολύτεκνους εργαζομένους, καθώς και για τους εργαζόμενους γονείς με τέκνα με ειδικές ανάγκες το ετήσιο όριο αυξάνεται από τις 7.000€ στις 8.000€.

Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter