Τα σχέδια της Κρι-Κρι για τις εγκαταστάσεις της στις Σέρρες και το πρώτο «ναι»

Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε στα μέσα Αυγούστου και έως τις 30 Σεπτεμβρίου ο φάκελος της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τη σχεδιαζόμενη επέκταση των εγκαταστάσεων της γαλακτοβιομηχανίας Κρι-Κρι στις Σέρρες.

Συγκεκριμένα, τα σχέδια της εταιρείας περιλαμβάνουν τα εξής έργα:

  • Επέκταση της δραστηριότητας της Κρι-Κρι, σε νέα αγροτεμάχια συνολικής έκτασης 26.164,448 τ.μ., με αποτέλεσμα η συνολική έκταση της μονάδας, μετά την αιτούμενη επέκταση να διαμορφώνεται στα 115.755,14 τ.μ.. Επιπλέον, η έκταση καθίσταται ενιαία με την προσάρτηση τμήματος
    αγροτικής οδού.
  • Προσθήκη νέας γραμμής παραγωγής, η οποία αφορά στην παραγωγή μη γαλακτοκομικών, vegan προϊόντων, ονομαστικής δυναμικότητας 16 τόνων ανά ημέρα.
  • Κτιριακή επέκταση, η οποία αφορά στην κατασκευή νέων κτιριακών εγκαταστάσεων συνολικής δόμησης 7.700,48 τ.μ. και κάλυψης 7.591,61 τ.μ.
  • Εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων στις στέγες των υφιστάμενων κτιρίων συνολικής ισχύος 3 MW
  • Δυνατότητα επεξεργασίας ορού γάλακτος από δραστηριότητες τρίτων, μέχρις ότου επιτευχθεί το 100% της δυναμικότητας της μονάδας βιοαερίου. Να σημειωθεί ότι η δυναμικότητα επεξεργασίας ορού γάλακτος δεν θα ξεπεράσει τα 200 κυβικά μέτρα ημερησίως, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί.
  • Μηχανολογική επέκταση, η οποία αφορά αφενός στην νέα παραγωγική δραστηριότητα και αφετέρου στην μονάδα παραγωγής βιοαερίου.
  • Αδειοδότηση της γεώτρησης δυναμικότητας 80 κυβικών μέτρων ανά ώρα που κατασκευάστηκε με το χαρακτήρα του κατεπείγοντος, προς αντικατάσταση υφιστάμενης, καθώς και αδειοδότηση νέας εφεδρικής γεώτρησης παροχής 100 κυβικών μέτρων ανά ώρα.
  • Αύξηση της δυναμικότητας της εγκατάστασης ως προς την εισερχόμενη ποσότητα γάλακτος στους 300 τόνους ημερησίως (έναντι 270 τόνων ημερησίως).

Το πρώτο «ναι»
Ήδη η Κρι-Κρι έχει εξασφαλίσει τη θετική γνώμη της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής του δήμου Σερρών, η οποία συνεδρίασε για το θέμα στις 29 Αυγούστου.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τον πίνακα περιβαλλοντικών επιπτώσεων, το έργο αναμένεται να έχει θετικές μακροπρόθεσμες κοινωνικοοικονομικές και κλιματικές επιπτώσεις, όπως και θετικές επιπτώσεις στις τεχνικές υποδομές και στη συσχέτιση με τις ανθρωπογενείς πιέσεις στο περιβάλλον.

Αντίθετα, προβλέπεται ότι θα έχει αρνητικές ασθενείς, μακροπρόθεσμες και μερικώς αντιμετωπίσιμες επιπτώσεις στην ποιότητα του αέρα.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Το άνοιγμα της εστίασης και η διανομή Bacardi εξηγούν τα κέρδη της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας – Τι ισχύει για τα Hard Seltzers

Το άνοιγμα της αγοράς της εστίασης τον Μάιο του 2021 μετά τη χαλάρωση των μέτρων για την προστασία από την πανδημία, σε συνδυασμό με την επιτυχημένη τουριστική περίοδο που ακολούθησε το περσινό καλοκαίρι βοήθησαν την Αθηναϊκή Ζυθοποιία να εμφανίσει ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα για τνς περασμένη χρονιά.

Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις για τη χρήση του έτους 2021, οι καθαρές πωλήσεις της εταιρείας, μη συμπεριλαμβανομένου δηλαδή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, ανήλθαν σε 225,63 εκατ. ευρώ, έναντι 179,13 εκατ. ευρώ το 2020, κατέγραψαν δηλαδή σημαντική αύξηση ύψους 25,96%. Οι συνολικές πωλήσεις, μαζί με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ), έφθασαν τα 342,67 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 117,04 εκατ. ευρώ αφορούσαν τον ΕΦΚ και άρα, κατέγραψαν ανάλογη αύξηση της τάξης του 24,86%, συγκρινόμενες με τα 274,44 εκατ. ευρώ πωλήσεων κατά το έτος 2020, εκ των οποίων τα 95,3 εκατ. ευρώ αντίστοιχα αφορούσαν στον ΕΦΚ.

Άλλωστε, τα προ φόρων κέρδη της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας ανήλθαν σε 34,1 εκατ. ευρώ για το οικονομικό έτος 2021, αυξημένα κατά 285,49% σε σύγκριση με το 2020. Αντίστοιχα, τα κέρδη μετά τους φόρους έφθασαν τα 26,69 εκατ. ευρώ έναντι 6,05 εκατ. ευρώ το 2020. Γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην ανάληψη της διανομής των προϊόντων Bacardi από την Αθηναϊκή Ζυθοποιίας μετά την 1η Απριλίου 2021, η οποία είχε θετικό αντίκτυπο στα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα, κάτι που παραδέχεται επισήμως και η ίδια η εταιρεία.

Το «θετικότατο πρόσημο» της συμβολής της ανάληψης διανομής των προϊόντων Bacardi
«Το άνοιγμα του δικτύου Horeca τον Μάιο του 2021, μετά από μια μακράς περιόδου lockdown, είχε σημαντική θετική επίδραση συνολικά στην αγορά της μπύρας και βέβαια και στα αποτελέσματα της εταιρείας, όπως είχε και η μεγαλύτερη του αναμενομένου ανάπτυξη του τουρισμού. Η νέα συνεργασία διανομής των προϊόντων της Bacardi είχε επίσης θετικότατο πρόσημο», δήλωσε στο FOODReporter ο υπεύθυνος επικοινωνίας και εταιρικών σχέσεων της Αθηναϊκής Ζυθοποιΐας, Γιάννης Γεωργακέλλος.

Σε ερώτηση του FOODReporter αναφορικά με τη φήμη επέκτασης των δραστηριοτήτων της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας και στον σχετικά συναφή χώρο των Hard Seltzers, ο κ. Γεωργακέλλος επεσήμανε ότι πράγματι πρόκειται για στρατηγική στόχευση του Ομιλου Heineken σε παγκόσμιο επίπεδο και έχει συζητηθεί και εξεταστεί από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία στην Ελλάδα, όμως «αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτα συγκεκριμένο ως απόφαση» ή τελική χάραξη στρατηγικής.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Από τη Δέλτα στα Ελληνικά Γαλακτοκομεία το 100% της United Milk Co.

Ολοκληρώθηκε και υπογράφηκε η συμφωνία πώλησης του 100% των μετοχών της United Milk Co. (UMC), θυγατρικής εταιρίας της Δέλτα στη Βουλγαρία, στην Tyrbul SA, η οποία αποτελεί μέλος του ομίλου των Ελληνικών Γαλακτοκομείων. Τη σχετική ανακοίνωση εξέδωσαν από κοινού η Ελληνικά Γαλακτοκομεία και η Δέλτα Τρόφιμα.

Η UMC εδρεύει στο Πλόβντιβ της Βουλγαρίας και αποτελεί ηγέτιδα δύναμη στον κλάδο των γαλακτοκομικών στην αγορά της γείτονος χώρας, με κύρια παρουσία στο γάλα και στο γιαούρτι.
Το 2021, ο κύκλος εργασιών της ανήλθε στα 52,5 εκατ. ευρώ, αντίστοιχα, τα κέρδη EBITDA στα 5,15 εκατ. ευρώ και τα κέρδη προ φόρων στα 1,65 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται ότι η UMC απασχολεί 500 εργαζομένους.

Διευκρινίζεται στην κοινή ανακοίνωση Ελληνικών Γαλακτοκομείων και Δέλτα Τρόφιμα ότι η συναλλαγή τελεί υπό την αίρεση ολοκλήρωσης των απαραίτητων εγκρίσεων από την Επιτροπή Ανταγωνισμού της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας.

Η Δέλτα την είχε αποκτήσει έναντι 18,7 εκατ. ευρώ
Σημειώνεται ότι η ο όμιλος Vivartia είχε εξαγοράσει την United Milk το 2007, δαπανώντας το ποσό των 18,7 εκατ. ευρώ για να την αποκτήσει από το fund BSF, μία κίνηση που είχε σηματοδοτήσει την είσοδο της Δέλτα στη Βουλγαρία.

Το BSF είχε αναλάβει τις τύχες της βουλγάρικης εταιρείας τέσσερα χρόνια νωρίτερα, υλοποιώντας ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης με παράλληλες επενδύσεις σε παραγωγικό εξοπλισμό και στην προώθηση νέων προϊόντων με πλήρως υποστηριζόμενα διαφημιστικά εμπορικά σήματα. Όταν εξαγοράστηκε από την ελληνική εταιρεία, η UMC είχε πωλήσεις της τάξεως των 17,5 εκατ. ευρώ και EBITDA 1 εκατ. ευρώ.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter