Ωριμάζει και αναζητά νέες επιλογές μπύρας το ελληνικό καταναλωτικό κοινό

Στη φετινή τουριστική περίοδο έχουν στραφεί οι ζυθοποιίες για να επιβεβαιώσουν τους αριθμούς ανάκαμψης σε αξία και όγκους πωλήσεων που αναμένουν. Στηρίζονται σε υπάρχουσες συνεργασίες σε σημεία Ho.Re.Ca. και παράλληλα, αναζητούν καινούριες. Είναι γεγονός ότι το προϊόν της μπύρας ψηλαφείται όλο και περισσότερο στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, σε μια προσπάθεια των ζυθοποιών να καλύψουν όλες τις διαφορετικές ανάγκες και ευαισθησίες του κοινού. Στο συνολικό μενού από μπύρες, πέραν των παραδοσιακών ζύθων, έχουν προστεθεί και προϊόντα χαμηλότερης περιεκτικότητας αλκοόλ, αλλά και μπύρες με λιγότερες θερμίδες, χωρίς καθόλου αλκοόλ, ή με φρούτα (κυρίως λεμόνι, σε ό,τι αφορά τις ελληνικές ζυθοποιίες) ή ακόμη και συνδυασμό των δύο τελευταίων επιλογών (0% αλκοόλ και με λεμόνι). Υπάρχουν και οι μικροζυθοποιίες που καταλαμβάνουν πια σημαντικό μερίδιο της αγοράς.

Η συντάκτρια του περιοδικού σελφ σέρβις, Αφροδίτη Τζιαντζή, μίλησε με τον Εμπορικό Διευθυντή της Foodrinco για τα ταχέως κινούμενα καταναλωτικά αγαθά (FMCGs), Στέλιο Βυτόγιαννη. Η συνέντευξη παρουσιάζεται από το FOODReporter.

Ως Foodrinco διατηρείτε μια πολυσχιδή δραστηριότητα και στα προϊόντα της μπύρας, από το ολοκληρωμένο δίκτυο διανομής και πώλησης, αλλά και φυσικά, τη μικροζυθοποιία Craft. Ποια είναι η εκτίμησή σας για τις εξελίξεις στο κλάδο της μπύρας την τρέχουσα περίοδο;

Μετά από δύο χρόνια πανδημίας του κορωνοϊού, όπου η κατανάλωση μπύρας υπέστη σημαντική πτώση λόγω των περιορισμών στα καταστήματα εστίασης αλλά και λόγω του πολύ μικρότερου αριθμού τουριστών που είχαμε στη χώρα, τη φετινή χρονιά φαίνεται να ανακάμπτει δυναμικά. Οι κυριότερες εξελίξεις και τάσεις είναι κυρίως η ολοένα και μεγαλύτερη στροφή των καταναλωτών στην κατηγορία της χαμηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ ή των προϊόντων ζύθου 0% αλκοόλ, όπως επίσης και η σταθερά συνεχόμενη αναζήτηση για προϊόντα πιο ιδιαίτερα σε γεύση. Αυτά τα προϊόντα συχνά αφορούν περιορισμένη παραγωγή, δηλαδή ανάγκη που καλύπτει η μικροζυθοποιία. Ο Έλληνας καταναλωτής έχει αρχίσει και αποκτά κουλτούρα στην κατανάλωση μπύρας και αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερα πράγματα σε σχέση με το παρελθόν. Καταλαβαίνει πολύ καλύτερα την ποιοτική αναβάθμιση, δεν πίνει πλέον μόνο παγωμένη μπύρα και μόνο το τρίμηνο Ιουνίου – Αυγούστου κάθε καλοκαίρι. Η μπύρα ακολουθεί σε ωριμότητα το κρασί και τον καφέ, όπου ήδη ο καταναλωτής έχει γίνει πολύ απαιτητικός.

Ως Foodrinco, πώς αντιμετωπίζετε την άνοδο του κόστους παραγωγής λόγω της ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης; Τι προβλέπετε για το επόμενο διάστημα στο κομμάτι του κόστους παραγωγής; Θα μετακυληθεί στον καταναλωτή και αν ναι, σε ποιο ποσοστό;

Το ενεργειακό κόστος αλλά και το αυξημένο κόστος στις πρώτες ύλες, σε συνδυασμό με το αυξημένο μεταφορικό κόστος, είναι σίγουρο ότι θα δοκιμάσουν τις αντοχές των περισσότερων εταιρειών, κυρίως των μικρών. Επιπλέον, αυτό που ανατρέπει τον όποιον σχεδιασμό και επιτείνει την αύξηση στο κόστος παραγωγής είναι η διατάραξη της ομαλής τροφοδοσίας στις πρώτες ύλες. Το μείγμα όλων των παραπάνω παραγόντων καθιστά την εξίσωση πολύ πιο πολύπλοκη. Πρόθεση της Foodrinco είναι η όσο το δυνατόν μικρότερη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στον καταναλωτή, συνεπώς απορροφούμε το συντριπτικό μέρος του και παράλληλα, προσπαθούμε με όποιον τρόπο μπορούμε να υποστηρίξουμε την κατανάλωση της μπύρας. Οι πολύ αυξημένες τιμές μοιραία θα οδηγήσουν σε μείωση κατανάλωσης. Η όποια πρόβλεψη για το μελλοντικό διάστημα είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένη, καθώς βιώνουμε μια κατάσταση πολυπαραμετρική, με όλες τις επιμέρους σταθερές να μεταβάλλονται συνεχώς. Είναι προφανές ότι κάποια στιγμή θα επέλθει ισορροπία. Οι αγορές λειτουργούν και πάντα βρίσκουν διεξόδους. Η μεγάλη πρόκληση είναι τη στιγμή που θα συμβεί αυτό, να βρίσκεσαι από την πλευρά των νικητών, εκείνων δηλαδή που θα έχουν καταφέρει να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία.

Υπάρχει στροφή σε νέα προϊόντα, εναλλακτικά ως προς την μπύρα. Ποια είναι η πρόταση της Foodrinco;

Όπως ανέφερα, υπάρχει στροφή σε προϊόντα μπύρας αναβαθμισμένα γευστικώς, καθώς και σε προϊόντα χαμηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ.

Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει στροφή προς προϊόντα εναλλακτικά προς την μπύρα. Ο καταναλωτής πάντα δοκιμάζει νέα προϊόντα, νέες γεύσεις, πειραματίζεται. Κάποιες κατηγορίες έχουν μικρό, άλλες έχουν μεγαλύτερο κύκλο. Υπάρχει μια επιβεβαιωμένη τάση κυρίως στη Βόρεια Αμερική, όπου τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί η αγορά των hard seltzers. Πρόκειται για προϊόντα χαμηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ, ανθρακούχα, με γεύσεις, αρωματισμένα. Εμείς, ως Foodrinco, παρακολουθούμε τις τάσεις. Από τις διάφορες προτάσεις που έχουμε υπόψη, όταν είναι να ξεκινήσουμε κάτι νέο, επιλέγουμε εκείνη την κατηγορία που πιστεύουμε ότι συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Συνεπώς, ήδη από πέρσι, διαθέτουμε στο portfolio μας μια μάρκα hard seltzer (LUKE’S Hard Seltzer). Ας περιμένουμε όμως λίγο να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η νέα αγορά. Άλλωστε, η μπύρα είναι μια εδραιωμένη κατηγορία και πιστεύουμε πολύ σε αυτήν, ιδίως στις προοπτικές της μικροζυθοποιίας. Ωριμάζοντας οι συνθήκες και αποκτώντας μια σχετική κουλτούρα μπύρας ως καταναλωτικό κοινό, στη Foodrinco είμαστε αρκετά αισιόδοξοι.

Προοπτικές ανάπτυξης της αγοράς της μπύρας διαβλέπει η Ελληνική Ένωση Ζυθοποιών

Η ίδια η Ελληνική Ένωση Ζυθοποιών διαβλέπει προοπτικές ανάπτυξης βάσει της αύξησης του ελληνικού τουρισμού και των πρώτων ενθαρρυντικών στοιχείων της τρέχουσας καλοκαιρινής περιόδου. «Η μπύρα είναι κατεξοχήν συνδεδεμένη με την κοινωνικοποίηση και οι Έλληνες είμαστε λαός κοινωνικός, πράγμα που ευνοεί σαφώς την κατανάλωση μπύρας στην αγορά Ho.Re.Ca.», δηλώνει στέλεχος της Ένωσης στο περιοδικό σελφ σέρβις, για να δηλώσει την ξεκάθαρη αισιοδοξία του, αλλά και το «δέσιμο» του ελληνικού καταναλωτικού κοινού με την μπύρα ως προϊόν.
Πάντως, από τη συνολική θεώρηση της αγοράς της μπύρας από την Ελληνική Ένωση Ζυθοποιών, δεν λείπει και η κριτική για την υψηλή φορολογία, πέρα από τις αυξήσεις που έχει επιφέρει ο συνδυασμός της ενεργειακής κρίσης, με την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών και την αναταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας: «Δεν είναι δυνατόν όλες οι ανατιμήσεις να επιβαρύνουν τον τελικό καταναλωτή, επομένως το μεγάλο μέρος του κόστους τελικά το επωμίζονται οι ζυθοποιοί. Παρά το γεγονός ότι και η φορολογία στην μπύρα είναι δυσανάλογα υψηλή, προσπαθούμε το προϊόν μπύρα να παραμένει πάντα προσιτό. Πιστεύουμε ότι η μπύρα θα εξακολουθήσει να ανεβαίνει στις επιλογές του κόσμου, με βάση την καλή της ποιότητα, αλλά και τις πολλές επιλογές μαρκών, τύπων μπύρας και συσκευασιών, που προσφέρονται πλέον στους καταναλωτές», καταλήγει η Ελληνική Ένωση Ζυθοποιών.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Παπαδοπούλου: Ιστορικό ρεκόρ για τα Caprice, ανοδικά Cream Crackers και Digestive Bars

Τα 185 εκατομμύρια ευρώ έφτασε το 2021 ο τζίρος της βιομηχανίας «Ε.Ι. Παπαδόπουλος ΑΕ», καταγράφοντας αύξηση όχι μόνο συγκριτικά με το 2020, αλλά και σε σχέση με τις προ πανδημίας επιδόσεις της, ενώ ανοδικά κινήθηκε και η κερδοφορία της, με τη διοίκηση της εταιρείας να αποδίδει την θετική πορεία της περσινής χρονιάς στις στοχευμένες προωθητικές ενέργειες, στην ανάπτυξη νέων προϊόντων και στη βελτίωση του μεριδίου της αγοράς.

Ειδικότερα, το 2021 η εταιρεία πραγματοποίησε πωλήσεις ύψοους 185 εκατ. ευρώ, έναντι 178,9 εκατ. ευρώ το 2020 και 173,8 εκατ. ευρώ το 2019, ενώ τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 15,8 εκατ. ευρώ, έναντι 14,9 εκατ. ευρώ το 2020 και 14,1 εκατ. ευρώ το 2019.

Όπως αναφέρει η «Ε.Ι. Παπαδόπουλος ΑΕ», το 2021 ξεκίνησε με μία αισθητά χαμηλότερη κατανάλωση σε σχέση με το 2020, καθώς δεν υπήρχε η μεγάλη αποθεματοποίηση από τα νοικοκυριά που είχε παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια του πρώτου lockdown το 2020. Επιπροσθέτως η ανάκαμψη της τουριστικής κίνησης ήταν μεν σημαντική το 2021, ωστόσο καθυστέρησε να ξεκινήσει, πιέζοντας τη συνολική ζήτηση περαιτέρω, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες του έτους.

Παρ’όλα αυτά, η έταιρεία επισημαίνει ότι το 2021:

  • Στα Caprice επιτεύχθηκε η υψηλότερη επίδοση της μάρκας διαχρονικά, με την προσθήκη του νέου κωδικού με 30% μειωμένη ζάχαρη
  • Επεκτατική πορεία σημείωσαν τα choco coated μπισκότα, τα Μπισκότα Βρώμης, τα Cream Crackers και οι νέοι κωδικοί μπισκότων «Χωρίς προσθήκη ζάχαρης / Με μειωμένη ζάχαρη»
  • Τα Digestive Bars συνεχίζουν να κερδίζουν μερίδιο αγοράς, παρά το έντονο ανταγωνιστικό τους περιβάλλον
  • Στην κατηγορία του ψωμιού υπήρχε ενίσχυση στην κατηγορία προϊόντων «Χωρίς Γλουτένη» και συνέχισε η αναπτυξιακή πορεία του Ψωμιού Γερμανικού Τύπου
  • Στα αρτοσκευάσματα καταγράφηκε σημαντική ανάπτυξη στην Χωριάτικη Φρυγανιά, καθώς και στα Κριτσίνια και Krispies, λόγω της προσθήκης δύο νέων κωδικών με χαρούπι.

Εξαγωγική παρουσία σε 61 χώρες
Παράλληλα, στις εξαγωγές, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, συνεχίστηκε η εφαρμογή των περισσότερων πτυχών της μακροχρόνιας εταιρικής στρατηγικής της «Ε.Ι. Παπαδόπουλος ΑΕ», με αποτέλεσμα η εταιρεία να έχει πλέον παρουσία σε 61 χώρες με σημαντικά αυξημένη δραστηριότητα.

Όσον αφορά στην τρέχουσα χρήση, Παρά το ασταθές αυτό περιβάλλον με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη, η εταιρεία εκτιμά ότι για την τρέχουσα χρήση θα διατηρήσει ικανοποιητική δραστηριότητα και επικεντρώνει την προσοχή της στην ανάπτυξη των μεριδίων της τόσο στη εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Ο πληθωρισμός αυξάνει τις τιμές, τον ανταγωνισμό και τις πωλήσεις προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας

Τις μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις ανάμεσα στις κατηγορίες του οργανωμένου λιανεμπορίου παρουσιάζουν τα ταχέως κινούμενα καταναλωτικά αγαθά (FMCGs), κατά 4,2%.

Είναι αυτές οι πιέσεις που δημιουργούν παραπλανητικά συμπεράσματα ως προς τον όγκο των προϊόντων που επέτυχαν πώληση. Παρά τις αυξημένες τιμές τους, τα FMCGs εμφανίζουν αύξηση της αξίας πωλήσεων κατά 0,7% από 1η Ιανουαρίου έως 19 Ιουνίου 2022, σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ. Στην πραγματικότητα όμως, ο συνολικός όγκος πωλήσεων συρρικνώθηκε κατά 2,7%. Με λίγα λόγια, λιγότερα τρόφιμα πωλούνται σε ακριβότερες τιμές και ανεβάζουν λίγο υψηλότερα τη συνολική αξία πωλήσεων.

Η αγορά οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της NielsenIQ, κινείται στο σύνολό της θετικά, με ανάπτυξη κατά 0,9%, η οποία προέρχεται αποκλειστικά από αυξημένες τιμές.

Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις παρουσιάζονται στις κατηγορίες του ελαιόλαδου, του συσκευασμένου τυριού και των αλεύρων
Πάντως, είναι φανερό ότι επιμέρους κατηγορίες εμφανίζουν εντελώς διαφορετικές δυναμικές. Ενδεικτικά, αναφέρονται από τη NielsenIQ οι κατηγορίες του ελαιόλαδου, του συσκευασμένου τυριού και των αλεύρων, των οποίων οι τιμές έχουν αυξηθεί μεσοσταθμικά κατά 22,7%, 9,6% και 9,1% αντίστοιχα. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην αύξηση έχουν συμβάλει δυσανάλογα πολύ οι μήνες Μάιος και Ιούνιος του 2022, οι οποίοι έχουν αντικειμενικά παρουσιάσει σημαντικά πιο έντονες ανατιμήσεις, σε σχέση με το πρώτο τετράμηνο του τρέχοντος έτους. Ειδικά η επιμέρους κατηγορία του συσκευασμένου τυριού έχει πάρει αύξηση τιμών, με παράλληλη μείωση ελαστικότητας της ζήτησης, επειδή συναγωνίζεται πιο ενεργά τα τυριά κοπής μέσα από τις εφαρμογές αγορών μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου (e-commerce).

Εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι καταναλωτές, μέσα στα πλαίσια των πληθωριστικών πιέσεων, προσπαθούν να εξοικονομήσουν χρήματα, επιλέγοντας όλο και περισσότερο προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία κατά βάση πωλούνται σε χαμηλότερες τιμές σε σχέση με τα επώνυμα προϊόντα. Το FOODReporter έχει αναλύσει και τους λόγους της… αντεπίθεσης των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας και τη στροφή των καταναλωτών σε φθηνότερες μάρκες και σε unbranded προϊόντα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αύξηση των μεριδίων πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.

Αύξηση του ανταγωνισμού μέσα στα καταστήματα, με αφορμή την τρέχουσα ρευστότητα επιλογών μάρκας, από μέρους των καταναλωτών
Τα στοιχεία της NielsenIQ έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι οι νέες καταναλωτικές κινήσεις, μέσα στο σύνολο των παραγόντων που διαμορφώνουν το παρόν της αγοράς της λιανικής, έχει οδηγήσει σε αύξηση του μεριδίου των προϊόντων ιδιωτικών ετικετών (private labels) στην αγορά, από το 12,7% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021, 13,6% για τους πρώτους έξι μήνες του 2022 (σ.σ. έως 19 Ιουνίου 2022). Την ίδια στιγμή, λιανέμποροι και προμηθευτές, φέρονται να επιδιώκουν να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους, εντείνοντας την προωθητική δραστηριότητα μέσα στα καταστήματα, η οποία έχει φτάσει στο 66,4% για το σύνολο των FMCGs.

Εξάλλου, αυξημένο εμφανίζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ το επίπεδο των τιμών για τις μεγάλες κατηγορίες της φροντίδας του νοικοκυριού, αλλά και των ειδών προσωπικής περιποίησης κατά 3,4% και 2,1% αντίστοιχα, με αποτέλεσμα η κατανάλωση να υποχωρήσει σημαντικά σε ποσοστό 5,3% & 3,6%, επίσης κατ’ αντιστοιχία. Μεταξύ των κατηγοριών όπου έχουν σημειωθεί οι πιο υψηλές ανατιμήσεις είναι το αλουμινόχαρτο (16,7%) και οι πάνες (9%).


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter