To Mάννα Τσατσαρωνάκη: Σε πρώτο πλάνο η κρητική γαστρονομία στο τουριστικό project της Φαλάσαρνας

Έντονο… άρωμα κρητικής γαστρονομίας θα έχει η ξενοδοχειακή μονάδα την οποία σχεδιάζει να αναπτύξει η οικογένεια Τσατσαρωνάκη σε έκταση 119 στρεμμάτων ιδιοκτησίας της στην περιοχή Φαλάσαρνα Χανίων, καθώς το ξενοδοχείο θα διαφοροποιείται από το μοντέλο του μαζικού τουρισμολύ, εστιάζοντας σε μορφές εναλλακτικού τουρισμού όπως ο αγροτουρισμός, μέσω της παροχής υπηρεσιών υποδοχής και φιλοξενίας ή και εστίασης σε χώρους λειτουργικά ενοποιημένους με αγροτικές εκμεταλλεύσεις, και ο τουρισμός γαστρονομίας, όπου οι επισκέπτες γεύονται την αυθεντική τοπική κουζίνα και συμμετέχουν σε δραστηριότητες αναψυχής σχετικές με τη γαστρονομία, γνωρίζοντας παράλληλα τα τοπικά προϊόντα.

Συνέργειες με παραγωγούς
Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα στη Μελέτη Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου για τη χωροθέτηση της μονάδας, η τουριστική δραστηριότητα μπορεί να συνδεθεί με δραστηριότητες αγροτικού χαρακτήρα σε συνέργειες και σε συνεργασίες με τοπικούς παραγωγούς και τοπικές μονάδες μεταποίησης. Ο επισκέπτης θα μπορεί να ενημερώνεται, να παρακολουθεί και να συμμετέχει σε δράσεις, ενέργειες και δραστηριότητες, που αφορούν στην τοπική παραγωγική βάση και την ύπαιθρο. Επίσης, θα είναι δυνατή η έκθεση και πώληση των παραδοσιακών τοπικών προϊόντων, καθώς και τοπικών εδεσμάτων της αρτοποιίας «Το Μάννα», αλλά και των υπόλοιπων τοπικών παραγωγών. Τις δραστηριότητες αυτές θα πλαισιώσουν συμπληρωματικά και οι προτεινόμενες εκτάσεις αγροτικών καλλιεργειών, αλλά και η διατήρηση των ελαιώνων στο νοτιοανατολικό τμήμα του ακινήτου.

Διεθνοποίηση των τοπικών προϊόντων
Την ίδια στιγμή, ευνοείται και ο γαστρονομικός τουρισμός, που περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως η μελέτη και η γευσιγνωσία των τοπικών προϊόντων, η εκμάθηση της τοπικής κουζίνας, η αγορά αγροτικών προϊόντων απευθείας από τον τόπο παραγωγής, η συμμετοχή σε εκδηλώσεις – φεστιβάλ και παρουσιάσεις γευσιγνωσίας ποιοτικών προϊόντων διατροφής, η ανάδειξη της ελληνικής και ειδικότερα κρητικής κουζίνας, καθώς και η διεθνοποίηση των τοπικών προϊόντων.

Όπως τονίζεται άλλωστε στη μελέτη, η ελληνική και ειδικότερα η κρητική γαστρονομία, βασισμένη στη φιλοσοφία της εταιρείας «Το Μάννα», θα προωθεί τοπικά προϊόντα, αξιοποιώντας τα σε τοπικά πιάτα. Το προσωπικό, που θα αποτελείται κυρίως από ντόπιους, θα έχει άριστη γνώση των προϊόντων. Εκτός από την κουζίνα, τα ελληνικά τοπικά προϊόντα θα χρησιμοποιούνται και σε υπηρεσίες spa, συμπεριλαμβάνοντας το ελαιόλαδο, βότανα, φυτά, λουλούδια, μέλι κλπ.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Ούτε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να εξάγει τυρί με ονομασία «φέτα» η Δανία

Τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την ονομασία «φέτα» για εξαγωγές σε τρίτες χώρες, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης έχασε η Δανία, βάσει απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η λέξη «φέτα» έχει καταχωριστεί ως Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) ήδη από το 2002. Έκτοτε, η ονομασία «φέτα» επιτρέπεται να χρησιμοποιείται μόνο για τυρί που παράγεται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας και πληροί τις σχετικές προδιαγραφές του προϊόντος.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ελλάδα και την Κύπρο, διαπίστωσε την παράβαση του κράτους-μέλους της Δανίας, ως προς τη μη λήψη μέτρων πρόληψης, αλλά και την παύση της χρήσης της ονομασίας «φέτα» για τυρί που παράγεται μεν στη Δανία, αλλά προορίζεται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την Κομισιόν, πρόκειται για παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει η Δανία από τον κανονισμό 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων.

Η Δανία αντέτεινε, από την πλευρά της, ότι ο κανονισμός 1151/2012 έχει εφαρμογή μόνο στα προϊόντα που πωλούνται εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν καλύπτει τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες.

Συνεπώς, η παράλειψη να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη ή την παύση της χρήσης της ονομασίας «φέτα» για το εξαγόμενο τυρί δεν συνιστά παράβαση υποχρέωσης την οποία υπέχει από το άρθρο 13, παράγραφος 3 του κανονισμού 1151/2012, επειδή ακριβώς από την εν λόγω διάταξη δεν απορρέει τέτοια υποχρέωση. Φαίνεται, συνεπώς, από την ίδια της την αιτιολογία να παραδέχεται η ίδια ότι ουδέποτε έλαβε μέτρα για να προλάβει ή να θέσει τέρμα στη χρήση της ονομασίας «φέτα» από τους εγχώριούς της παραγωγούς για τις περιπτώσεις που τα προϊόντα τους προορίζονται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες.

Χρήστος Αποστολόπουλος, πρόεδρος, ΣΕΒΓΑΠ

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι με το γράμμα του κανονισμού, τα διανοητικά δικαιώματα που συμπεριλαμβάνει η ένδειξη ΠΟΠ θίγονται και ως προς τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες
Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνει, με βάση το γράμμα του κανονισμού 1151/2012, ότι η χρήση καταχωρισμένης ονομασίας για τον προσδιορισμό μη καλυπτόμενων από την καταχώριση προϊόντων, που παρασκευάζονται εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης και προορίζονται για εξαγωγή προς τρίτες χώρες, δεν εξαιρείται από την απαγόρευση, την οποία προβλέπει ο κανονισμός. «Η απόφαση αποτελεί δικαίωση για τη χώρα και τους παραγωγούς μας. Η φέτα αποτελεί εθνικό προϊόν και τείνει να εξελιχθεί σε σήμα κατατεθέν για την ελληνική παραγωγή. Το υπουργείο θα συνεχίσει τους ελέγχους στην αγορά για την προστασία της φέτας, επειδή αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο για τις εξαγωγές της χώρας και προϊόν που συνδέεται άμεσα με την ελληνική παράδοση», δήλωσε μεταξύ άλλων ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Γιώργος Γεωργαντάς, δίνοντας συγχαρητήρια στη νομική ομάδα του Γραφείου Κοινοτικού Δικαίου του Υπουργείου για τη «νομικά άρτια δουλειά στο χειρισμό της υπόθεσης». «Ήταν κάτι που το είχαμε θέσει πολλές φορές και αποτελούσε αντίφαση από την αρχή, ως προς τα πνευματικά και διανοητικά δικαιώματα: Δεν μπορούσαν να προσβάλλονται μόνο εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκτός να μην προσβάλλονταν. Δεν μπορούσε μια χώρα να εξάγει εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης και να είναι παράνομη, επειδή χρησιμοποιεί μια ονομασία που δεν επιτρέπεται, αλλά όταν εξάγει εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς τρίτες χώρες, να μην είναι παράνομη. Χαιρόμαστε πολύ που επιτέλους αυτή η αντίφαση επιλύθηκε και η θέση της ελληνικής πλευράς έγινε και επίσημα αποδεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», δήλωσε στο FOODReporter ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), Χρήστος Αποστολόπουλος.

«Η φέτα είναι ο ελληνικός “λευκός χρυσός”»
«Με μεγάλη μας χαρά υποδεχτήκαμε την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Δανίας, η οποία ξεκίνησε από την κυβέρνηση και κατέληξε σε επιτυχή έκβαση. Μπορούμε να το γιορτάσουμε. Ως πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, εύχομαι να μπορέσουμε στο μέλλον να προσβάλουμε τις ενέργειες και άλλων χωρών που χρησιμοποιούν το ίδιο μοντέλο παραγωγής αναφορικά με τη φέτα.

Ωστόσο, έχουμε στα χέρια μιας μια απόφαση ευρωπαϊκού δικαστηρίου που μπορεί να αποτελέσει μια αρχή και για ενέργειες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη χειροκροτούμε. Έξω πάμε καλά και πλέον, το ζήτημα είναι να φανερώσουμε στον εκάστοτε υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης το “λευκό χρυσό” που έχει η Ελλάδα στα χέρια της με τη φέτα και την ΠΟΠ ονομασία της, θησαυρό που οι χώρες εκτός Ελλάδος δείχνουν να αντιλαμβάνονται. Είναι προς τη θετική κατεύθυνση λοιπόν να αυστηροποιηθεί η νομοθεσία και να πολεμηθούν όσοι παραποιούν ή εσφαλμένα χρησιμοποιούν την ονομασία “φέτα”.

Ιωάννης Βιτάλης, πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας

Η σημερινή δικαίωση είναι ένα σημαντικό βήμα που καταγράφεται και μένει, απομένουν όμως και άλλοι αγώνες να δοθούν», δήλωσε σχετικά στο FOODReporter, ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, Ιωάννης Βιτάλης.

Το σκεπτικό του Δικαστηρίου και η προστιθέμενη αξία που δίνει η ένδειξη ΠΟΠ
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο κανονισμός προστατεύει τις ΠΟΠ, αλλά και τις Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις (ΠΓΕ) ως δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Το σύστημα των ΠΟΠ και των ΠΓΕ θεσπίστηκε ώστε να παρασχεθεί στήριξη στους παραγωγούς προϊόντων συνδεόμενων με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, μέσω της διασφάλισης ομοιόμορφης προστασίας των ονομασιών, ως δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας σε ολόκληρη την Ένωση. Η χρήση ΠΟΠ ή ΠΓΕ ενδείξεων για τον προσδιορισμό προϊόντος που παρασκευάζεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά δεν πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές, προσβάλλει την αντίστοιχη ΠΟΠ ή ΠΓΕ ως δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας, ακόμη και αν το προϊόν αυτό προορίζεται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες. Ακόμη, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπενθυμίζει ότι ο σκοπός των ΠΟΠ και ΠΓΕ ενδείξεων συνδράμει στην κατοχύρωση ενιαίας προστασίας των ονομασιών ως δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στην παροχή σαφούς ενημέρωσης στους καταναλωτές, για τις ιδιότητες των προϊόντων, οι οποίες τους προσδίδουν προστιθέμενη αξία. Η χρήση της ονομασίας «φέτα» για τον προσδιορισμό προϊόντων που παρασκευάζονται μεν εντός της Ένωσης αλλά δεν πληρούν τις προδιαγραφές της σχετικής ΠΟΠ θίγει τους σκοπούς, ακόμη και αν τα προϊόντα αυτά προορίζονται για εξαγωγή προς τρίτες χώρες.

Η Δανία, ως χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχασε οριστικά τη μάχη της φέτας – Τι θα κάνουν από εδώ και πέρα οι δανέζικες εταιρείες του κλάδου
Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Δανία, παραλείποντας να λάβει μέτρα ώστε να προλάβει και να σταματήσει το είδος χρήσης που απαγορεύεται από τον κανονισμό στο έδαφός της, παρέβη τις υποχρεώσεις της. Και τώρα τι; Μιλώντας στο FOODReporter, ο κ. Αποστολόπουλος εκτίμησε ότι προσωρινά θα μειωθούν οι εξαγωγές των δανέζικων εταιρειών προς τις τρίτες χώρες, εφόσον το προϊόν, δίχως την ονομασία «φέτα», έχει σαφώς μικρότερο εμπορικό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, απέκλεισε την περίπτωση οι δανέζικες εταιρείες να στραφούν σε προτάσεις συνεργασίας προς Έλληνες παραγωγές, για να παρακάμψουν τον κανονισμό, δηλώνοντας ελληνική προέλευση στην πρώτη ύλη. «Είναι απίθανο να κάνουν κάτι τέτοιο, λόγω της υπέρογκης αύξησης που θα προκαλούσε αυτή η κίνηση στο κόστος παραγωγής», τόνισε. Ωστόσο, έπειτα από σχετική ερώτηση του FOODReporter, ο κ. Αποστόλοπουλος δεν απέκλεισε οι δανέζικες εταιρείες που εξάγουν τα προϊόντα με την απαγορευμένη γι’ αυτά ονομασία «φέτα», να αποπειραθούν στο μέλλον τη μεταφορά μέρους της παραγωγής τους σε εργοστάσια εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Είναι μια κοστοβόρα διαδικασία που θα έπαιρνε πολύ χρόνο και κόπο», δήλωσε για το ίδιο θέμα ο κ. Βιτάλης και με βάση το συγκεκριμένο παράδειγμα, επανέλαβε τους επόμενους αγώνες που μένει να δοθούν σχετικά με τη φέτα.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

ΕΦΕΤ: Trans λιπαρά πάνω από το όριο σε προϊόντα αρτοποιίας

Περισσότερα από ένα στα δέκα αρτοσκευάσματα και προϊόντα αρτοποιίας, δηλαδή τυρόπιτες, σπανακόπιτες, λουκανικόπιτες, πεϊνιρλί και αλμυρές μπουγάτσες, συνολικό ποσοστό 11,4%, περιείχε βιομηχανικώς παραγόμενα trans λιπαρά i-TFA πάνω από το νομοθετικό όριο το 2021, σε τυχαίους ελέγχους του ΕΦΕΤ.

Τα προϊόντα αυτά αφορούσαν τυχαία δείγματα προϊόντων αρτοποιίας, που ελήφθησαν από τον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) από 123 διαφορετικές επιχειρήσεις για το έτος 2021.

Άλλωστε, για την προστασία των Ευρωπαίων καταναλωτών έχει θεσμοθετηθεί ανώτατο όριο trans λιπαρών στα τρόφιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, βάσει του Κανονισμού 2019/649.

«Παρά την κρίση που βιώνουμε, η ασφάλεια των τροφίμων και η προαγωγή της δημόσιας υγείας είναι αδιαπραγμάτευτη.

Όλες οι επιχειρήσεις των τροφίμων και ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, όπως τα αρτοποιία, καλούνται να δείχνουν υπευθυνότητα και προσοχή στην ποιότητα των πρώτων υλών που προμηθεύονται για την παρασκευή των προϊόντων τους και να ζητούν σχετικές βεβαιώσεις από τους προμηθευτές τους», τονίζει ο πρόεδρος του ΕΦΕΤ, Αντώνης Ζαμπέλας.

Η κατανάλωση trans λιπαρών στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή στο σύνολο του πληθυσμού
Πάντως, η Πανελλήνια Μελέτη Διατροφής και Υγείας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, που διεξήχθη σε συνεργασία με τον ΕΦΕΤ και με τη συνδρομή περισσότερων ακαδημαϊκών, έδειξε ότι η κατανάλωση trans λιπαρών στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή, με συνολική ποσοστιαία θερμιδική πρόσληψη 0,53% κατά μέσο όρο. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το 16% των Ελλήνων υπερβαίνει το 1% στην κατανάλωση trans λιπαρών στο σύνολο της θερμιδικής πρόσληψης, το οποίο είναι και το ποσοστιαίο ανώτερο όριο που συστήνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ).

Στη συγκεκριμένη μελέτη, φάνηκε επίσης ότι τα trans λιπαρά μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς τα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα, ιδιαίτερα όταν η κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών είναι και αυτή υψηλή. Πρόκειται για την πάθηση της δυσλιπιδαιμίας, που αφορά παθολογική κατάσταση της διαταραχής των λιπιδίων, η οποία αφορά είτε σε εκ γενετής μεταβολική διαταραχή, είτε εμφανίζεται αργότερα στον οργανισμό ανάλογα με την ηλικία και τον τρόπο διατροφής.

Σύμφωνα με αρκετούς ιατρούς, η δυσλιπιδαιμία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως έμφραγμα, εγκεφαλικό, περιφερική αρτηριοπάθεια και άλλες παθήσεις.

«Ο έλεγχος trans λιπαρών στα τρόφιμα είναι σημαντικός»
Στην καθημερινή διατροφή του δυτικού τρόπου ζωής απαντώνται φυσικώς ενεχόμενα trans λιπαρά σε διάφορα τρόφιμα, όπως τυριά, βούτυρο, αλλά στο λίπος του κρέατος από μηρυκαστικά ζώα. Επιπλέον, trans λιπαρά μπορούν να σχηματιστούν και από τη μερική υδρογόνωση φυτικών ελαίων για τεχνολογικούς σκοπούς, τα οποία αποκαλούνται βιομηχανικώς παραγόμενα trans λιπαρά.
Τα συγκεκριμένα trans λιπαρά τα συναντάμε σε σκληρές μαργαρίνες που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή προϊόντων αρτοποιίας, όπως εξηγεί το σχετικό δελτίο Τύπου του ΕΦΕΤ. Στην προαναφερθείσα μελέτη, τα προϊόντα αρτοποιίας και ιδιαίτερα, οι πίτες φαίνεται ότι συνεισφέρουν στη συνολική πρόσληψη trans λιπαρών, ιδιαίτερα στους ενήλικες από 18 έως 50 ετών. «Βάσει των αποτελεσμάτων αυτών, ο έλεγχος trans λιπαρών στα τρόφιμα είναι σημαντικός», αναφέρεται από τον ΕΦΕΤ.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιζήμιες συνέπειες στην υγεία -ιδιαίτερα στην καρδιαγγειακή υγεία- από την κατανάλωση trans λιπαρών. Η υψηλή πρόσληψη trans λιπαρών αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου από στεφανιαία νόσο, κατά 28% και συνολικά, τον κίνδυνο θανάτου, κατά 34%.

Εξάλλου, τα trans λιπαρά αυξάνουν τα επίπεδα «κακής» (LDL) χοληστερόλης στο αίμα, ενώ παράλληλα μειώνουν τα επίπεδα «καλής» (HDL) χοληστερόλης. Επίσης, η διατροφή που είναι πλούσια σε trans λιπαρά έχει ως αποτέλεσμα χαμηλού-βαθμού συστημική φλεγμονή. Επίσης, επιδημιολογικές μελέτες συσχετίζουν την υψηλή κατανάλωση trans λιπαρών με μορφές καρκίνου.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter