Η βιομηχανικός κλάδος τροφίμων-ποτών κατέχει κυρίαρχη θέση στην ελληνική μεταποίηση, καθώς καλύπτει και κατέχει αντίστοιχα το 25% του κύκλου εργασιών της και του συνόλου των κεφαλαίων της, παράγει το 24% της συνολικής προστιθέμενης αξίας και απασχολεί πάνω από το 22% των απασχολουμένων της, επισημαίνεται στην τρίτη έκδοση της σχετικής ετήσιας έκθεσης του ΙΟΒΕ. Στην έκθεση τονίζεται ότι οι βασικές επιτακτικές ανάγκες που αντιμετωπίζει ο κλάδος σχετίζονται: με τη διαφοροποίηση των προϊόντων του και την ανάπτυξη καινοτομιών, την αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό των παραγωγικών μονάδων, την παραγωγή προϊόντων υψηλού επιπέδου ασφάλειας και ποιότητας και, βεβαίως, την ενίσχυση της εξωστρέφειάς του.

Τα προαναφερόμενα επισημαίνονται στην τρίτη έκδοση της έκθεσης-μελέτης για τον κλάδο, που εκπονεί κάθε χρόνο το ΄Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). ΄Οπως τονίζουν οι συντάκτες της μελέτης, σε αδρές γραμμές τέσσερις είναι οι βασικές επιτακτικές ανάγκες και, παράλληλα, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος των τροφίμων και ποτών:

  • Η διαφοροποίηση των προϊόντων του με την ανάπτυξη καινοτομικής δραστηριότητας για την ικανοποίηση των αυξανόμενων απαιτήσεων των καταναλωτών.
  • Η αναδιάρθρωση και ο εκσυγχρονισμός των παραγωγικών μονάδων.
  • Η παραγωγή προϊόντων υψηλού επιπέδου ασφάλειας και ποιότητας και η ενημέρωση του καταναλωτή.
  • Η ενίσχυση της εξωστρέφειας που θα απαγκιστρώσει τον κλάδο από την εγχώρια αγορά και θα τροφοδοτήσει ταχύτερους ρυθμούς μεγέθυνσης.

Τα τελευταία χρόνια οι επιχειρήσεις αρχίζουν να συνειδητοποιούν τις προκλήσεις και κινητοποιούνται για την πραγματοποίηση επενδύσεων, κυρίως εκσυγχρονισμού. Ενδεικτικό αυτής της τάσης είναι το γεγονός ότι από το 2000 έως το 2006 αυξάνεται διαρκώς το ποσοστό των επενδυτικών δαπανών των επιχειρήσεων που κατευθύνεται προς τον εξορθολογισμό της παραγωγικής τους δραστηριότητας. Ωστόσο, οι ελληνικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν ακόμη υστερήσεις σε ό,τι αφορά την καινοτομική συμπεριφορά, που οφείλονται κυρίως στο μικρό μέγεθος τόσο των επιχειρήσεων όσο και της αγοράς, στις διοικητικές και οργανωτικές ανεπάρκειες, που δεν επιτρέπουν τις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις, στο χαμηλό επίπεδο δικτύωσης και, τέλος, σε μια γενικότερη νοοτροπία αποφυγής των κινδύνων, που περιορίζει την επιχειρηματικότητα.

Ανάπτυξη με όπλο την εξωστρέφεια

Το μέλλον του πιο δυναμικού κλάδου της ελληνικής βιομηχανίας βρίσκεται στο εξωτερικό. ΄Οπως προβλέπει η έκθεση του ΙΟΒΕ, οι μελλοντικές εξελίξεις στον κλάδο των τροφίμων και ποτών θα είναι θετικές, στον βαθμό που οι επιχειρήσεις θα διευρύνουν την εξωστρέφειά τους, βελτιώνοντας την ανταγωνιστική τους θέση στις αγορές του εξωτερικού και κατευθύνοντας σε αυτές ένα μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους. Η ανταγωνιστικότητα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κλάδος, το οποίο βέβαια ως έναν βαθμό συνδέεται με τη λειτουργία του κράτους και τις σχέσεις του με τις επιχειρήσεις.

Στην έκθεση διαπιστώνεται, επίσης, η ύπαρξη στοιχείων δυϊσμού στον κλάδο, στον οποίο συνυπάρχουν εξωστρεφείς, αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις, αλλά και βραδυπορούσες. Για να αμβλυνθούν οι διαφορές αυτές και να αναπτυχθεί συνολικά ο κλάδος, χρειάζεται να ενθαρρυνθεί ο εκσυγχρονισμός όλων των επιχειρήσεων, να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και η εξωστρέφεια, να προωθηθούν συνεργασίες και συμπράξεις μεταξύ των επιχειρήσεων και να υπάρξει η μεγαλύτερη δυνατή διάχυση της γνώσης και των καινοτομιών.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το διάστημα 1998-2005 οι εισαγωγές τροφίμων και ποτών σημείωσαν τριπλάσια αύξηση από ότι οι εξαγωγές, ενώ από το 2002 έως το 2004 το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου του κλάδου αυξήθηκε κατά 79,4%. Η τάση αυτή ανακόπηκε το 2005, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2006 η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών φαίνεται να σημείωσε μεγάλες επιτυχίες το εξωτερικό, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν 33,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2005. Η αύξηση αυτή, αν και διπλάσια από την αύξηση των εισαγωγών (17,5%), δεν περιορίζει το εμπορικό έλλειμμα του κλάδου, το οποίο διευρύνεται κατά 3,1%. Το 2005 εξήχθηκε το 15,8% της παραγωγής του κλάδου έναντι 13,5% το 2004, αλλά το ίδιο διάστημα ανοδικά κινήθηκε και η εισαγωγική διείσδυση, κερδίζοντας 0,6 ποσοστιαίες μονάδες (33,2% ο λόγος των εισαγωγών προς τη φαινόμενη κατανάλωση το 2005).

Οι περισσότερες κατηγορίες προϊόντων εμφανίζουν σταθερό εμπορικό έλλειμμα τα τελευταία χρόνια, με μοναδικές εξαιρέσεις τα “λίπη και έλαια” και τα “φρούτα και λαχανικά”. Οι πιο ελλειμματικοί υποκλάδοι είναι του “κρέατος” και των “γαλακτοκομικών”.

Τιμές

Την περίοδο 1995-2006 οι τιμές παραγωγού του κλάδου αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 54% και κατά μέσο όρο, περίπου όσο αυξήθηκαν και αυτές του συνόλου της μεταποίησης (γύρω στο 4% ετησίως).

Το 2005 επιβραδύνθηκε σημαντικά η αύξηση των τιμών των τροφίμων και ποτών, ενώ αντίθετα οι τιμές της μεταποίησης αυξήθηκαν με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το 2006 επανήλθε η μακροχρόνια τάση και οι τιμές των τροφίμων και ποτών αυξήθηκαν όσο και οι τιμές του συνόλου της βιομηχανίας. Οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει τις τιμές των τροφίμων και ποτών είναι το κόστος των πρώτων υλών και ειδικότερα των γεωργικών προϊόντων. Από τη σύγκριση των τιμών παραγωγού του κλάδου με τις τιμές εκροών στον πρωτογενή τομέα προκύπτει ότι:

  • Την περίοδο 1996-2003 η αύξηση των τιμών της πρωτογενούς παραγωγής ήταν γενικά ταχύτερη από εκείνη των τιμών παραγωγού του κλάδου τροφίμων και ποτών. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι μέρος της μεταβολής των τιμών των γεωργικών προϊόντων απορροφάται από τη βιομηχανία και δεν μετακυλίεται στους καταναλωτές.
  • Το 2004 η σχέση αυτή αντιστρέφεται, κυρίως λόγω της τεχνικής αλλαγής του δείκτη και της σημαντικής ανόδου της τιμής του παρθένου ελαιολάδου.
  • Το 2005, με την πτώση των τιμών παραγωγού “παρασκευασμένων και διατηρημένων φρούτων και λαχανικών”, επανέρχεται η μακροχρόνια τάση, και οι τιμές των τροφίμων και ποτών αυξάνονται βραδύτερα από τις τιμές των γεωργικών προϊόντων.
  • Το 2006 η άνοδος των τιμών των τροφίμων και ποτών ήταν υψηλότερη από αυτή των γεωργικών προϊόντων. Συγκεκριμένα, στα τρόφιμα και ποτά καταγράφηκε αύξηση 6,4%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα γεωργικά προϊόντα ήταν 5,8%.

Σε ό,τι αφορά στη σχέση των τιμών παραγωγού τροφίμων-ποτών και των αντίστοιχων λιανικών τιμών στην εγχώρια αγορά, την τριετία 2004-2006 -επισημαίνεται στην έκθεση- διαφαίνεται αντιστροφή της τάσης των προηγούμενων ετών και σημαντική υποχώρηση της μετακύλισης των αυξήσεων των τιμών χονδρικής προς τους τελικούς καταναλωτές.

Η κυριαρχία τεσσάρων υποκλάδων

Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών, όπως και η ευρωπαϊκή, χωρίζεται σε εννέα βασικούς υποκλάδους: 1) κρέας και προϊόντα κρέατος, 2) παρασκευασμένα και διατηρημένα ψάρια και προϊόντα ψαριών, 3) παρασκευασμένα και διατηρημένα φρούτα και λαχανικά, 4) ζωικά και φυτικά έλαια και λίπη, 5) γαλακτοκομικά προϊόντα και παγωτό, 6) προϊόντα μύλων δημητριακών, άμυλα και αμυλώδη προϊόντα, 7) παρασκευασμένες ζωοτροφές, 8) αρτοσκευάσματα, σνακ, ζαχαρώδη, ζυμαρικά και 9) ποτά.

Σημαντικότεροι από αυτούς, από άποψη συμβολής στα συνολικά διαρθρωτικά μεγέθη του κλάδου, είναι τα φρούτα και λαχανικά, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αρτοσκευάσματα, σνακ, ζαχαρώδη, ζυμαρικά και τα ποτά. Σε αυτούς τους τέσσερις υποκλάδους δραστηριοποιείται το 66% των επιχειρήσεων, απασχολείται το 77% των εργαζομένων του κλάδου και πραγματοποιείται το 69% των συνολικών πωλήσεων.

Αναλυτικότερα, για καθένα από τους τέσσερις υποκλάδους, αξίζει να σημειώσουμε:

  • Η παραγωγή παρασκευασμένων και διατηρημένων φρούτων και λαχανικών χαρακτηρίζεται από σημαντική εποχικότητα και μεγάλες διακυμάνσεις διαχρονικά. Το 2005 και 2006 η βιομηχανική παραγωγή του υποκλάδου μειώθηκε οριακά, ενώ οι τιμές από τον Νοέμβριο του 2005 κινούνται οριακά ανοδικά.
  • Η παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων ενισχύεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 3,9% την τετραετία 2001-2004. Η πορεία αυτή ανακόπτεται το 2005, ενώ η ίδια τάση παρατηρείται και το 2005. Σε επίπεδο τιμών, από τις αρχές του 2003 η αύξηση, αν και με μικρό ρυθμό, είναι σταθερά θετική.
  • Ο υποκλάδος αρτοσκευασμάτων, σνακ, ζαχαρωδών, ζυμαρικών, εμφανίζει γενικά μεγάλη σταθερότητα της παραγωγής του διαχρονικά. Εξαίρεση αποτελεί το 2003. Το 2005 η μέση ετήσια βιομηχανική παραγωγή του υποκλάδου ξεπέρασε για πρώτη φορά το επίπεδο του 2000, ενώ το 2006 σημειώνεται η μεγαλύτερη αύξηση παραγωγής των τελευταίων ετών. Χαρακτηριστικό επίσης του υποκλάδου είναι η αρκετά βραδεία άνοδος των τιμών, συγκριτικά με το σύνολο του κλάδου τροφίμων και ποτών.
  • Στα ποτά, έπειτα από δύο χρόνια σημαντικής ανόδου (2000-2001), η παραγωγή του υποκλάδου υποχωρεί από το 2002 και μετά, με μέσο ετήσιο ρυθμό -4,1%, μέχρι και το 2005. Το 2006 η πτωτική τάση ανακόπτεται, με μικρή όμως αύξηση της παραγωγής. Αντίθετα, οι βιομηχανικές τιμές των ποτών παρουσιάζουν έντονες αυξητικές τάσεις διαχρονικά.