Σύμφωνα με τη φετινή ετήσια έκθεση του ΙΟΒΕ, η Βιομηχανία Τροφίμων-Ποτών συνιστά έναν από τους μεγαλύτερους τομείς της μεταποιητικής βιομηχανίας στην ΕΕ από άποψη κύκλου εργασιών, ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, αριθμού επιχειρήσεων και απασχολουμένων, ενώ αναδεικνύεται σταθερά μεταξύ των πρωταγωνιστικών κλάδων της ευρωπαϊκής οικονομίας (αυτοκινητοβιομηχανίας, χημικών, βιομηχανικών μηχανημάτων κά).

Ο συνολικός κύκλος εργασιών της  καλύπτει το 16% της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής (στοιχεία 2011), ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του τομέα καλύπτει περίπου το 14%, αποσπώντας το μεγαλύτερο μερίδιο σε όρους προστιθέμενης αξίας από κάθε άλλον τομέα της ευρωπαϊκής μεταποίησης. Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων συνιστά έναν από τους σημαντικότερους τομείς της εγχώριας οικονομίας, καθώς, σύμφωνα με την έκθεση, καλύπτει το 1/5 του συνόλου των επιχειρήσεων της μεταποίησης και απασχολεί περίπου το 1/4 του εργατικού δυναμικού της.

Ως προς την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και τον κύκλο εργασιών του, ο τομέας καλύπτει το 30% και 25% αντίστοιχα στο σύνολο μεταποίησης. Στην έκθεση σημειώνεται ότι ο κλάδος υπέστη ισχυρό πλήγμα το 2009 (έτος εκκίνησης της υφεσιακής πορείας της οικονομίας μας) σε όρους απασχόλησης, ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, πωλήσεων κά, που προήλθε κυρίως από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (κάτω των 10 εργαζομένων), οι οποίες αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα στη βιομηχανία τόσο των τροφίμων (95%) όσο και των ποτών (90%).

Παρόλα αυτά, ύστερα από μια πτώση της μέσης ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας τροφίμων-ποτών-καπνού κατά 23% περίπου την περίοδο 2005-2008, την τριετία 2009-2011 ο κλάδος κατέγραψε τη μεγαλύτερη μέση ετήσια συμβολή του στο σύνολο της μεταποίησης από τις αρχές του 2000, σε όρους προστιθέμενης αξίας. Από αυτή την άποψη, εκτιμάται στην έκθεση ότι η ελληνική βιομηχανία τροφίμων-ποτών διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις να παραμείνει βασικός μοχλός ανάπτυξης της χώρας, δίνοντας ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στην εξωστρεφή δραστηριότητά της.

Προς αυτή την κατεύθυνση, επισημαίνεται, θα συμβάλλουν καθοριστικά η ελληνική ποιότητα και ταυτότητα των τροφίμων και η οργανωμένη προώθηση του ελληνικού brand name, πράγμα για το οποίο απαιτείται ο συντονισμός και η στενή συνεργασία μεταξύ των εκπροσώπων του κλάδου, ώστε να μπορέσουν να αναπτυχθούν οι απαιτούμενες συνέργειες, στο πλαίσιο μιας μακροχρόνιου σχεδιασμού ορθής στρατηγικής ανάπτυξης.