Οι δραματικές επιπτώσεις στο εισόδημα των εργαζομένων από την ακρίβεια στα βασικά είδη διατροφής και την εκτόξευση των λογαριασμών ηλεκτροδότησης-θέρμανσης αποτυπώθηκε σε πρόσφατη έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, που έγινε με τη συνεργασία της Alco. Σύμφωνα με την έρευνα, έξι στους δέκα εργαζόμενους υποχρεώνονται σε μείωση της κατανάλωσης, περισσότεροι από επτά στους δέκα υποχρεώνονται σε περιορισμό των δαπανών τους για θέρμανση και οκτώ στους δέκα έχουν κόψει και την έξοδο για ένα καφέ. Ειδικότερα, κατά το 59% οι εργαζόμενοι δήλωσαν ότι η άνοδος των τιμών τους εξωθεί στη μείωση της κατανάλωσης βασικών ειδών διατροφής («πολύ» το 26%, «αρκετά» το 33%, «λίγο» το 32% και «καθόλου» το 9%). Επίσης, κατά το 74% δήλωσαν ότι η άνοδος των τιμών τούς εξανάγκασε σε περιορισμό των δαπανών για θέρμανση («πολύ» το 33%, «αρκετά» το 41%, «λίγο» το 16% και «καθόλου» το 10%) και κατά το 80% δήλωσαν ότι η άνοδος των τιμών τούς έχει οδηγήσει σε περιορισμό των δαπανών για ψυχαγωγία («πολύ» το 48%, «αρκετά» το 32%, «λίγο» το 14%, «καθόλου» το 6%).

Οι εργαζόμενοι ως αποτελεσματικότερο μέσο για την προστασία του βιοτικού τους επιπέδου από τις ανατιμήσεις επέλεξαν κατά 49% τη μείωση των ειδικών φόρων και φόρων κατανάλωσης, κατά το 43% την αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ μόλις κατά το 3% επέλεξαν τη λύση των επιδομάτων. Εξαιρετικά σημαντική ήταν, σύμφωνα με την έρευνα, η διαφοροποίηση του δείκτη αισιοδοξίας (η ερώτηση που διατυπώθηκε ήταν «είστε ή όχι αισιόδοξοι για την πορεία της χώρας στους μήνες που έρχονται;»). Κατά το 61% οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα δήλωσαν απαισιόδοξοι και κατά το 30% αισιόδοξοι. Το αξιοσημείωτο είναι ότι πριν 2,5 χρόνια (Σεπτέμβριος 2019) ο δείκτης απαισιοδοξίας είχε βρεθεί στο χαμηλότερο σημείο του, στο 32%.