Εκτός από εποχή Κρίσης τα χρόνια που ζούμε είναι ασφαλώς η εποχή μιας τεχνολογικής επανάστασης (της τρίτης σε δυόμισι αιώνες), η οποία, επιδρώντας τουλάχιστον δυο δεκαετίες με τις αναδιαρθρωτικές δυναμικές της σε όλα τα πεδία της κοινωνικοοικονομικής ζωής μέχρι το ξέσπασμα της Κρίσης, είναι βέβαιο πως στην εποχή του «μετά-» θα έχει τροποποιήσει πλήρως το κοινωνικοοικονομικό μας DNA.

Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τούτη την εξέλιξη και τίποτα δεν θα μοιάζει με το παρόν, το οποίο τώρα τρίζει, καθώς οι δομές του είναι αδύνατο πια να αντέξουν τον ίλιγγο δυνατοτήτων που προσφέρει η επέκταση της χρήσης των τεχνολογιών. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τη χρήση των νέων τεχνολογιών, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2012 περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά της χώρας με ένα τουλάχιστον μέλος ηλικίας 16-74 ετών (53,6%) διέθεταν σύνδεση στο Internet, ενώ σχεδόν όλες οι συνδέσεις (98,4%) ήταν ευρυζωνικές. Τακτική χρήση του Internet, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, έκανε το 91,4% όσων έχουν Η/Υ, ενώ οι 2 στους 10 χρήστες συνδέονταν στο διαδίκτυο εν κινήσει, δηλαδή από φορητό υπολογιστή, κινητό τηλέφωνο, smartphone, PDA, MP3 player, e-book reader, φορητή κονσόλα παιχνιδιών κλπ, και μάλιστα σχεδόν ο ένας στους τρεις χρήστες του διαδικτύου (26,9%) έκανε μέσω αυτού ηλεκτρονικές αγορές.

Η εν λόγω έρευνα δίνει μόλις ένα δείγμα του εύρους «εκδημοκρατισμού» της χρήσης των τεχνολογιών ανεξαρτήτως της δομικής ετοιμότητας (θεσμικής και διαχειριστικής) να ανταποκριθούμε στις αξιώσεις της.  Η θεωρητικά πρωτοπόρος στις καινοτομίες αγορά θέλει «να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα» προς όφελός της, αλλά για την ώρα λίγοι –κυρίως στους κλάδους των ηλεκτρονικών ειδών, των ταξιδιών/πολιτισμού και των ειδών σπιτιού– αξιοποιούν στρατηγικά το πλεονέκτημα της μαζικής εισόδου των πελατών τους στην κοινωνία του κυβερνοχώρου. Οι περισσότερες επιχειρήσεις της υλικής παραγωγής και της διανομής της ακόμα ασκούνται (και μάλλον αμήχανα) στην ιντερνετική επικοινωνιακή αυτο-αναφορικότητα, περισσότερο για να μην κατηγορηθούν ότι μένουν «έξω απ’ το χορό» παρά γιατί αποφάσισαν να χορέψουν στα σοβαρά, δηλαδή στρατηγικά, στον χώρο των ηλεκτρονικών πωλήσεων.

1,7 δισ. ευρώ!
Κι όμως, «η ποικιλία και η πυκνότητα των on-line αγορών το 2011 αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με το 2010, περίπου 30% που θα φθάσει συνολικά τα 1,7 δισ. ευρώ», συμπεραίνει η ετήσια τελευταία έρευνα του Εργαστηρίου Ηλεκτρονικού Εμπορίου (ELTRUN) του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα την «καταγραφή της συνολικής αγοράς B-C ηλεκτρονικού εμπορίου και την συμπεριφορά των Ελλήνων on-line καταναλωτών». Μάλιστα, στην έρευνα επισημαίνεται ότι οι κατηγορίες που είχαν την μεγαλύτερη αύξηση το 2011 ήταν το έτοιμο φαγητό, τα καλλυντικά/προσωπικής φροντίδας είδη, τα κοσμήματα/ρολόγια, τα είδη σούπερ μάρκετ και ένδυσης/ υπόδησης, αποδίδοντας τη σχετική τάση, μεταξύ άλλων, στη δράση των site προβολής των ημερησίων προσφορών. «Είναι χαρακτηριστικό ότι το 60% των on-line αγοραστών αγοράζει από site προσφορών», διαπίστωναν οι ερευνητές.

Πρόκειται για έναν νέο κλάδο δραστηριοτήτων, του οποίου η δυναμική οφείλεται σε υψηλό βαθμό στην ένταση της οικονομικής ύφεσης, που ωθεί εκόντες άκοντες τους καταναλωτές στο κυνήγι των προσφορών, όπως επίσης στην αμηχανία ή ατολμία ανάληψης ίδιας δράσης στο ηλεκτρονικό εμπόριο εκ μέρους των ίδιων των επιχειρήσεων. Η ιδέα είναι απλή και δοκιμασμένη. Το site διαμεσολαβεί μεταξύ της επιχείρησης, που θέλει να προωθήσει το προϊόν που παράγει ή διανέμει, και του (όλο και πιο μαζικού) κυβερνοεπισκέπτη ως δυνητικού πελάτη. Αν «κλείσει» η ηλεκτρονική παραγγελία, ο μεν ηλεκτρονικός πωλητής έχει ένα ποσοστό κέρδους ανά παραγγελία ο δε παραγγελιοδότης καταναλωτής χαίρει της οικονομίας χρήματος, αλλά και χρόνου που του προσφέρει η επί οθόνης αναζήτηση, σε σύγκριση με τη φυσική.

Ωστόσο, όπως ομολογούν οι επαγγελματίες αυτού του νέου τύπου διαμεσολάβησης, η κρίση ανακυκλώνει τις επιπτώσεις της και μέσα στο περιβάλλον των «ευκαιριών» που δημιουργεί: Ενώ τα site προσφορών πολλαπλασιάζονται, τα μεν ποσοστά ανά παραγγελία πέφτουν οι δε επιχειρήσεις-χρήστες των εν λόγω υπηρεσιών αντιλαμβάνονται όλο και περισσότερο ότι η μονιμοποίηση των προσφορών τους βλάπτει σοβαρά την κερδοφορία του προϊόντος ή της υπηρεσίας που προωθούν. Όμως, επειδή οι ηλεκτρονικοί συνεργάτες τους επιθυμούν όλο και περισσότερες προσφορές, προκειμένου ακριβώς να γίνονται ακόμα πιο δελεαστικοί στους εταίρους τους, ρίχνουν ακόμα πιο πολύ τα ποσοστά του κέρδους τους, ώστε ο εταίρος να παρατείνει λίγο ακόμα την προσφορά του κοκ.

Δημιουργείται, έτσι, ένας φαύλος κύκλος, ο ίδιος που στην επανάληψή του σε περιόδους κρίσης της οικονομίας εξαντλεί τους πιο αδύναμους, είτε στο φυσικό είτε στο ηλεκτρονικό επιχειρείν. Σημασία έχει ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο αποκτά τη δική του αφήγηση έναντι του φυσικού εμπορίου και τούτο προοιωνίζεται εκ βάθρων αλλαγή δομών σε προοπτική χρόνου, δεδομένης της κυριαρχίας των ηλεκτρονικών μέσων και της παγίωσης κοινωνικοοικονομικού έθους περί τη χρήση τους.     

Ο Έλληνας on line καταναλωτής
Εν συντομία, σύμφωνα με την έρευνα του ELTRUN, 1,5 εκατομμύρια on-line Έλληνες καταναλωτές αγοράζουν κατά μέσο όρο 14-15 φορές τον χρόνο μέσω του Internet, ξοδεύοντας ετησίως 1,15 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 2/3 κατευθύνονται σε ελληνικά sites. Η ετήσια συχνότητα και αξία αγορών των Ελλήνων on-line καταναλωτών είναι πλέον αντίστοιχη των Ευρωπαϊκών μέσων όρων. Ο τυπικός Έλληνας on-line καταναλωτής είναι σοβαρός χρήστης του Internet αφού το 70% χρησιμοποιεί το ψηφιακό αυτό μέσο πάνω από 10 ώρες την εβδομάδα. Επίσης, θεωρείται «επαγγελματίας αγοραστής» αφού κατά το 50% οι Έλληνες κάνουν τουλάχιστον 2 on-line αγορές τον μήνα. Κατά το 50% ζουν στην επαρχία, κατά το 1/3 είναι άνω των 35 ετών, ενώ κατά τα 2/3 εκπληρώνουν τις τραπεζικές συναλλαγές και πληρωμές λογαριασμών ηλεκτρονικά.