Οι Έλληνες καταναλωτές σε ποσοστό 70% αξιολογούν ιδιαίτερα υψηλά τη θετική ανταπόκριση του κλάδου των σούπερ μάρκετ και των προμηθευτών του από την έναρξη της επιβολής των Capital Controls, σύμφωνα με ένα από τα συμπεράσματα πανελλήνιας έρευνας καταναλωτή, που διενήργησε το ΙΕΛΚΑ επί δείγματος 1.350 ατόμων.

Η έρευνα έδειξε ότι κατά 55% οι καταναλωτές ανησύχησαν ότι η επιβολή των Capital Controls επρόκειτο να δημιουργήσει ελλείψεις στην αγορά τροφίμων, ενώ μόλις κατά 30% δεν φοβήθηκαν κάτι τέτοιο. Επίσης, σε ποσοστό 38% έκαναν προμήθειες τις οποίες δεν είχαν σχεδιάσει (έκτακτες). Πάντως, το 47% έκανε τις συνήθεις αγορές, χωρίς στοιχεία πανικού. Το πρώτο εξάμηνο του έτους οι πωλήσεις στο λιανεμπόριο τροφίμων παρουσίαζαν αύξηση κατά 1,25% και τον μήνα Ιούλιο, λόγω του «supermarket-run», η αύξηση ήταν της τάξης του 6%, κυρίως λόγω της αύξησης των πωλήσεων της εβδομάδας πριν το δημοψήφισμα, οπότε οι πωλήσεις αυξήθηκαν άνω του 30%. Έκτοτε, οι πωλήσεις εξελίσσονται με τις χαμηλότερες επιδόσεις των τελευταίων ετών, συνεπεία της αποθεματοποίησης των νοικοκυριών τον Ιούλιο, της αύξησης του ΦΠΑ και της περαιτέρω μείωσης των εισοδημάτων.

Σύμφωνα με την έρευνα, ένας στους δύο καταναλωτές δηλώνει ότι μετά την επιβολή των Capital Controls χρησιμοποιεί πιο συχνά πιστωτική κάρτα για την πληρωμή των αγορών του στο σούπερ μάρκετ. Έως την επιβολή των ελέγχων κεφαλαίων η Ελλάδα είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης μετρητών στο λιανεμπόριο (95%) και ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά χρήσης πιστωτικών και χρεωστικών καρτών. Στο λιανεμπόριο τροφίμων το ποσοστό χρήσης εκτιμάται ότι μέχρι τον Ιούνιο 2015 ήταν στα επίπεδα του 7%-8% για τις μεγάλες αλυσίδες και κάτω από 1% για τα μικρά σημεία πώλησης. Εκτιμάται ότι το ποσοστό χρήσης πιστωτικών καρτών αυξήθηκε μεσοσταθμικά από 4,5% σε 19,5%, με την αύξηση για τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ να φτάνει από 7,5% σε 30% και για τα μικρότερα σημεία πώλησης από 1% σε 7,5%.

Αυτή η τάση θα πρέπει να σημειωθεί έχει ένα πολύ σημαντικό κόστος, καθώς σχετική έρευνα του ΙΕΛΚΑ δείχνει ότι η πληρωμές με πιστωτική κάρτα έχουν σημαντικά υψηλότερα κόστη σε σχέση με τις αγορές με μετρητά. Υπολογίζεται ότι αυτή η εξέλιξη οδηγεί σε ετήσια αύξηση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων κατά 40 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,21% των πωλήσεων (σημειώνεται ότι οι κερδοφόρες επιχειρήσεις του κλάδου λειτουργούν με καθαρό περιθώριο κερδοφορίας της τάξης του 1%-1,5%).