Τα τελευταία χρόνια εντάθηκε η συζήτηση στο επιχειρηματικό περιβάλλον σχετικά με τα κόστη και τη διαμόρφωση των τιμών λιανικής. Ειδικά για τα οπωροκηπευτικά, η συζήτηση είναι εντονότερη. Δυστυχώς, όμως, βασίζεται σε ελλιπή δεδομένα, που παρουσιάζονται με προβληματικό τρόπο στο ευρύ κοινό, έτσι ώστε δημιουργούνται διάφοροι μύθοι σχετικά, λχ, με τη διαχρονική εξέλιξη των τιμών ή τις διαφορές τους από το χωράφι ως τον καταναλωτή.

Τα προαναφερόμενα συμπεραί-νονται από την πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), που πραγματοποιήθηκε με σκοπό την ανάλυση της εφοδιαστικής αλυσίδας των οπωροκηπευτικών και την εστίαση στην καταγραφή του επιμέρους κόστους κάθε κρίκου της, προκειμένου να διαπιστωθεί πώς διαμορφώνεται η λιανική τιμή τους, ιδιαίτερα στα σούπερ μάρκετ. Από τα στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η έρευνα, διαπιστώθηκε, λοιπόν, ότι συνολικά η εφοδιαστική αλυσίδα λειτουργεί αποδοτικά για λογαριασμό του καταναλωτή, ιδιαίτερα σε σύγκριση με άλλες συγγενείς αγορές της ΕΕ, όπως της Ισπανίας, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη το συγκριτικά υψηλότερο κόστος παραγωγής στην Ελλάδα, πράγμα που συνήθως το παραβλέπει το ελληνικό κοινό.

Σημαντική μείωση τιμών
Το 2009 πάνω από το 20% της δαπάνης των νοικοκυριών διατέθηκε για τις αγορές αγροτικών προϊόντων. Ειδικότερα όσον αφορά στην κατανάλωση νωπών οπωροκηπευτικών, η μέση ελληνική οικογένεια καταναλώνει ετησίως προϊόντα αξίας περίπου 800 ευρώ. Τα κυριότερα από αυτά είναι η τομάτα, η πατάτα, το μήλο, το πορτοκάλι, η μπανάνα, το λεμόνι, το αχλάδι, το ροδάκινο-νεκταρίνι-γιαρμάς, το αγγούρι και το ξερό κρεμμύδι. Μόνο γι’ αυτά διατίθεται το 51% της δαπάνης των νοικοκυριών για φρέσκα φρουτολαχανικά. Σημειώνουμε, επίσης, ότι η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην κατά κεφαλήν κατανάλωση αρκετών ειδών οπωροκηπευτικών και την πρώτη θέση στην Ευρώπη στη συνολική κατά κεφαλήν κατανάλωση οπωροκηπευτικών.

Χαρακτηριστικά, ενώ η μέση ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση τομάτας στην Ελλάδα κυμαίνεται σταθερά πάνω από τα 60 κιλά, η αντίστοιχη ευρωπαϊκή κατανάλωση είναι μόλις 15 κιλά. Η μελέτη του ΙΕΛΚΑ κατέγραψε τις τιμές των δεικτών εκροών στα οπωροκηπευτικά, καθώς και τις τελικές τιμές τους, οι οποίες γενικά επηρεάζονται από την υψηλή εποχικότητα και τις καιρικές συνθήκες. Όπως φαίνεται στο Σχήμα 1 ειδικά για τα σούπερ μάρκετ, η μέση τιμή των οπωροκηπευτικών την τελευταία διετία (Σεπτέμβριος 2010-Σεπτέμβριος 2012) παρουσίασε σημαντική μείωση, κατά 5,28%.

Η εφοδιαστική αλυσίδα των οπωροκηπευτικών
Η εφοδιαστική αλυσίδα των οπωροκηπευ-τικών είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και αυτό οφείλεται στην ευπάθειά τους, σε συνδυασμό με την εποχικότητα και τη γεωγραφική διασπορά της παραγωγής τους, το επίπεδο παραγωγικότητας των μικρών παράγωγών, τις σχετικές αβεβαιότητες και τον υψηλό βαθμό φθορών των προϊόντων, τη διαθεσιμότητα κατάλληλων εγκαταστάσεων για τη συντήρησή τους, μηχανημάτων και διαδικασιών/προτύπων για τη σωστή κατεργασία τους μέχρι τη διάθεσή τους στα τελικά σημεία πώλησης.

Συνολικά,  η εφοδιαστική αλυσίδα των νωπών οπωροκηπευτικών εκτός των παραγωγών περιλαμβάνει οργανισμούς και διαδικασίες, που σχετίζονται με τη ροή και την επεξεργασία προϊόντων και σχετικών πληροφοριών από τη φάση της πρωτογενούς παραγωγής μέχρι τον τελικό καταναλωτή, όπως αγρότες, συνεταιρισμούς, προμηθευτές πρώτων υλών (πχ λιπασμάτων), παροχείς υπηρεσιών logistics, εισαγωγείς-εξαγωγείς, χονδρέμπορους, λιανέμπορους (σούπερ μάρκετ, λαϊκές αγορές, οπωροπωλεία) και, φυσικά, τον τελικό καταναλωτή.

Τα οπωροκηπευτικά διατίθενται στον τελικό καταναλωτή μέσα από τρία διαφορετικά κανάλια διανομής: τα οπωροπωλεία, τις λαϊκές αγορές και τα σούπερ μάρκετ. Το μερίδιο των πρώτων τείνει να μειώνεται σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη παρατηρείται μια συγκέντρωση των μεριδίων διανομής υπέρ των σούπερ μάρκετ. Στις χώρες της Βόρειας και της Κεντρικής Ευρώπης το φαινόμενο αυτό είναι αρκετά πιο έντονο απ’ ότι στις χώρες του νότου, όπου οι λιανεμπορικές αλυσίδες δεν κατέχουν ακόμα θέση δεσπόζουσα στη διανομή των προϊόντων της κατηγορίας, αλλά τείνουν προς τα εκεί. Για παράδειγμα, σε Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Σκανδιναβία και Κάτω Χώρες οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ προμηθεύουν περισσότερο από τα 2/3 της τελικής κατανάλωσης, ενώ οι λαϊκές αγορές περίπου το 1/5.

Αντίθετα, στην Ελλάδα η διανομή των οπωροκηπευτικών ελέγχεται κατά το 57%-58% από τις λαϊκές αγορές, κατά το 30%-32% από τα σούπερ μάρκετ και κατά το 10% από τα οπωροπωλεία. Όπως προκύπτει από την ανάλυση κόστους, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έρευνας του ΙΕΛΚΑ (Σχήμα 2) αναφορικά με την εφοδιαστική αλυσίδα των οπωροκηπευτικών που καταλήγει στα σούπερ μάρκετ, το μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής τιμής τους διαδραματίζει η πρωτογενής παραγωγή τους, σε ποσοστό 43%. Ακολουθεί η Συσκευασία-Διακίνηση-Χονδρικό Εμπόριο, με ποσοστό 27%, το σημείο πώλησης (σούπερ μάρκετ), με ποσοστό 19%, και τέλος ο ΦΠΑ, με ποσοστό 11% (σ.σ.: ο ΦΠΑ σήμερα είναι 13%). Φυσικά, οι ποσοστιαίες αναλογίες διαφοροποιούνται από προϊόν σε προϊόν και από εποχή σε εποχή, καθώς υπάρχουν τα ιδιαίτερα κόστη που επιβαρύνουν κάθε χωριστή περίπτωση προϊόντος (πχ για την ψύξη συντήρησης ορισμένων ειδών).
 
Η σύγκριση με την Ισπανία
Η σύγκριση που πραγματοποιήθηκε με την ισπανική αγορά οπωροκηπευτικών (Σχήμα 3), σχετικά με την τελική διαμόρφωση του κόστους και τις τιμές στη διάρκεια του 2011, εξάγει ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Προκύπτει καταρχήν μικρότερη μέση τελική τιμή στην Ελλάδα σε σχέση με την Ισπανία, περίπου κατά 25%. Προκύπτει, επίσης, ότι είναι πολύ χαμηλότερη η τιμή παραγωγού στην Ισπανία, σε σχέση με την Ελλάδα. Ακόμα, αξιοσημείωτη είναι η σημαντική διαφορά στην «επιβάρυνση» της λιανικής τιμής των οπωροκηπευτικών από τα σούπερ μάρκετ, η οποία στην Ελλάδα είναι μόλις 23%, ενώ στην Ισπανία είναι 47%.

Συνεπώς, η εφοδιαστική αλυσίδα των οπωροκηπευτικών στην Ελλάδα, με προορισμό τα σούπερ μάρκετ, έχει καλύτερη διαχείριση κόστους από την αντίστοιχη ισπανική και αισθητά χαμηλότερα κέρδη από την εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων (Σχήμα 2). Το βασικό συγκριτικό μειονέκτημα της ελληνικής παραγωγής, εκτιμάται από το ΙΕΛΚΑ, είναι η έλλειψη οικονομιών κλίμακας και σωστού προγραμματισμού, καθώς και η προβληματική διαχείριση της ποιότητας (πχ μη τήρηση προδιαγραφών για κάθε χωριστό είδος οπωροκηπευτικού). Στις αιτίες περιλαμβάνονται η έλλειψη εκπαίδευσης και οργάνωσης των παραγωγών, η αστοχία των επιδοτήσεων και των άλλων ενισχύσεων (κυρίως σε δυσαρμονία με τη ζήτηση), ο μικρός γεωργικός κλήρος που ανεβάζει το κόστος, και το υψηλό κόστος μεταφοράς και διακίνησης, που σχετίζεται με το γεωγραφικό ανάγλυφο της χώρας και την έλλειψη σχετικών υποδομών.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η πορεία των τιμών παραγωγού στην Ελλάδα (με βάση τους δείκτες εκροών) είναι αυξητικές την τελευταία πενταετία, όταν στην Ισπανία είναι σταθεροποιημένες έως ελαφρώς πτωτικές. Η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδίου ανάπτυξης της σύγχρονης πρωτογενούς παραγωγής, η απουσία προγραμματισμού από την πολιτεία και η μη τήρηση του θεσμικού πλαισίου εμπορίας/συναλλαγών αποτελούν βασικά πεδία προβληματικότητας, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι δυσμενείς επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην ευρωπαϊκή και την ελληνική γεωργία (κάμψη εμπορίου, μείωση της ζήτησης, αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες, περιορισμός των διαθέσιμων πόρων για τη στήριξη και ανάπτυξη του τομέα)…

Στο πλαίσιο των προαναφερόμενων, όμως, αυξάνει ο ανταγωνισμός των εισαγόμενων οπωροκηπευτικών από τρίτες χώρες, η οργάνωση των παραγωγών εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, η διαχείριση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων μη αποδοτική, ενώ ανθεί το παραεμπόριο. Προκειμένου να υπάρξει περαιτέρω βελτίωση της αγοράς των οπωροκηπευτικών προς όφελος των καταναλωτών και της εθνικής οικονομίας (ελάττωση της φοροδιαφυγής), εκτιμά το ΙΕΛΚΑ, πρέπει να βελτιωθεί η παραγωγικότητα στην πρωτογενή παραγωγή (πχ με την προώθηση σύγχρονων επενδύσεων), να ενεργοποιηθούν οι οργανωμένες συνεργασίες των παραγωγών, ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, να προαχθεί η απευθείας συνεργασία λιανεμπόρων-παραγωγών, καθώς και να καταπολεμηθούν το παραεμπόριο και οι άλλες παράτυπες εμπορικές συναλλαγές.
 
Παρατηρητήριο Εφοδιασμού & Διανομής Οπωροκηπευτικών
Στο πλαίσιο της ενίσχυσης της διαφά-νειας και της ανταγωνιστικότητας στην αγορά οπωροκηπευτικών και προκειμένου να παρέχεται πλήρης και αντικειμενική πληροφόρηση, προτείνεται από το ΙΕΛΚΑ η δημιουργία πρότυπου Παρατηρητηρίου Εφοδιασμού και Διανομής Οπωροκηπευτικών (ΠΕΔΟ) από το ΥΠΑΑΝ σε συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε αντιστοιχία και με τις προδιαγραφές του Ισπανικού Παρατηρητήριου Observatorio de Precios de los Alimentos (Παρατηρήριο Τιμών Τροφίμων) του Υπουργείου Γεωργίας της Ισπανίας (Ministerio de Agricultura, Alimentacios Y Medio Abiente).

Σκοπός του θα είναι η διαχείριση αδιαμφισβήτητων πληροφοριών για τα κόστη και τις τιμές σε όλους τους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας των οπωροκηπευτικών. Η πληροφορία θα παρέχεται στην πολιτεία και στους συντελεστές της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως και σε κάθε ενδιαφερόμενο, σε συνεχή και δομημένη μορφή, προκειμένου να εξυπηρετείται εντέλει η ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς και ο καταναλωτής στις αγοραστικές του επιλογές.
Το Παρατηρητήριο αυτό θα παρέχει την ακόλουθη δομημένη πληροφόρηση ανά προϊόν:
* Τιμές παραγωγού, χονδρεμπόρου, λιανέμπορου ανά μήνα, τρίμηνο, έτος.
* Διακύμανση τιμών ανά έτος.
* Διαφορές τιμών παραγωγού-χονδρεμπόρου, παραγωγού-λιανέμπορου, χονδρεμπόρου-λιανέμπορου ανά μήνα, τρίμηνο, έτος και τη διακύμανσή τους.
* Ποσοστιαία συμμετοχή στη διαμόρφωση της τελικής τιμής παραγωγού, χονδρεμπόρου, λιανέμπορου ανά μήνα, τρίμηνο, έτος.
* Αναλυτικά γραφήματα για τις παραπάνω πληροφορίες σε βάθος χρόνου και καταγραφή των διαχρονικών τάσεων, τουλάχιστον σε βάθος διετίας.
* Στοιχεία για τον όγκο εισαγωγών κι εξαγωγών όσο το δυνατόν συχνότερα.
* Στοιχεία για τον όγκο της παραγωγής, τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, και για τον όγκο της κατανάλωσης, τουλάχιστον ετήσια βάση.
* Καταγραφή των καναλιών κατανάλωσης και προσδιορισμός της ποσοστιαίας κατανομής τους σε ετήσια βάση (καταναλωτές, εστίαση και τουρισμός, λοιποί οργανισμοί).
* Αναλυτική μελέτη ανά προϊόν ανά έτος.

Όπως και στο αντίστοιχο ισπανικό Παρατηρητήριο, όλα τα δεδομένα πρέπει να αναφέρονται σε τρέχουσες τιμές. Τα στοιχεία πρέπει να προκύπτουν από συνεχείς δειγματοληψίες σε μεγάλο αριθμό παραγωγών, χονδρεμπόρων και λιανεμπόρων όλης της χώρας, ενώ αναφορικά με τα σημεία πώλησης οι δειγματοληψίες πρέπει να αφορούν σε όλα τα κανάλια πώλησης. Ειδικά για τα σούπερ μάρκετ, πρέπει να περιλαμβάνονται τόσο τα κλασικά-παραδοσιακά όσο και τα εκπτωτικά καταστήματα.

Ως πηγές μπορεί να αξιοποιούνται στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών www.e-prices.gr, της ΕΛΣΤΑΤ και του ΟΚΑΑ. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να δοθεί έμφαση στον τρόπο τήρησης, παρουσίασης και εύκολης διάχυσης της πληροφορίας, ώστε να εξυπηρετείται ο σκοπός της διαφάνειας στον μεγαλύτερο βαθμό και να προστατεύεται ο τελικός καταναλωτής. Το Παρατηρητήριο μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία του κλάδου των οπωροκηπευτικών για τη σωστή ενημέρωση του κοινού και την κατάρριψη των «αστικών» μύθων γύρω από αυτή την κρίσιμη αγορά, οι οποίοι παραπλανούν τον καταναλωτή.