Το οργανωμένο λιανεμπόριο ανταποκρίνεται θετικά στις σύγχρονες προτάσεις της ιδιωτικής ασφάλισης. Οι επιχειρηματίες του δίνουν προτεραιότητα στα ασφαλιστήρια συμβόλαια για τα προϊόντα ψυγείου και για τη διακοπή εργασιών. Στην πρώτη περίπτωση η προτίμησή τους συνδέεται με τη στροφή της ζήτησης στα ευαίσθητα τυποποιημένα-έτοιμα φαγητά και στη συναφή αύξηση των ψυκτικών εγκαταστάσεων στα σούπερ μάρκετ. Σχετικά με τη διακοπή των εργασιών, η ιδιωτική ασφάλιση εγγυάται στον επιχειρηματία τα καθαρά κέρδη και τα πάγια έξοδα κάθε καταστήματος, του οποίου η λειτουργία διακόπτεται λόγω ατυχήματος ή καταστροφής, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό για έναν κλάδο επιχειρήσεων που δουλεύει με ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό κέρδους και υψηλό κόστος λειτουργίας.

Στελέχη της ασφαλιστικής αγοράς, αναφερόμενα στην ασφάλιση των προϊόντων ψυγείου, επισημαίνουν ότι η επιμονή των αλυσίδων σούπερ μάρκετ να ζητούν από τις ασφαλιστικές εταιρείες κάλυψη για αυτήν την κατηγορία αγαθών συνδέεται άμεσα με τη στροφή των καταναλωτών προς τα τυποποιημένα-έτοιμα φαγητά, τα οποία διατίθενται από τα ψυγεία των σούπερ μάρκετ. Τα προϊόντα αυτά, που χρόνο με τον χρόνο καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο χώρο στις σάλες των σούπερ μάρκετ, είναι ευαίσθητα στις μεταβολές των θερμοκρασιών και παρουσιάζουν συχνές καταστροφές, κυρίως λόγω των διακοπών στην ηλεκτροδότηση.

Σε ό,τι αφορά την κάλυψη του κινδύνου που ενέχει η διακοπή εργασίας ενός καταστήματος, ασφαλιστές αναφέρουν ότι πρόκειται για μια κατηγορία ασφάλισης που γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη, καθώς διασφαλίζει στον επιχειρηματία τα καθαρά κέρδη και τα πάγια έξοδα κάθε καταστήματος, του οποίου η λειτουργία διακόπτεται λόγω ατυχήματος ή καταστροφής. Σε τέτοιες περιπτώσεις και για όσο διάστημα ένα κατάστημα παραμένει κλειστό, οι ασφαλιστικές εταιρείες καταβάλλουν ως αποζημίωση τα διαφυγόντα καθαρά κέρδη, καθώς και τα πάγια έξοδα του καταστήματος (περιλαμβάνονται και οι τόκοι τραπεζών) στη λιανεμπορική αλυσίδα κατά τρόπο, ώστε το κατάστημα να μην υφίσταται απώλειες τη στιγμή που, ως γνωστόν, λειτουργεί με περιορισμένα περιθώρια κέρδους.

Ασφάλιση ανάλογη του μεγέθους

Ομως, σε τι βαθμό είναι ασφαλισμένο το οργανωμένο λιανεμπόριο από τους προαναφερόμενους κινδύνους, καθώς και από τους συνήθεις άλλους; Επίσημα σχετικά στοιχεία δεν υπάρχουν, ωστόσο ασφαλιστές που ειδικεύονται στον συγκεκριμένο τομέα υποστηρίζουν ότι όσες επιχειρήσεις διαθέτουν εξοπλισμό και εμπόρευμα, που σε αξία ξεπερνούν το 500.000 ευρώ, συνήθως προσφεύγουν στην ιδιωτική ασφάλιση. Για τους “μεγάλους” του κλάδου δεν γίνεται καν λόγος, αφού στο σύνολό τους είναι ασφαλισμένοι για μεγάλα “πακέτα” κινδύνων, που εκτός των δύο προαναφερόμενων περιλαμβάνουν και καλύψεις για ζημιές από φυσικές καταστροφές (πυρκαγιά και πλημμύρα), από κακόβουλες πράξεις και από άλλους ειδικότερους κινδύνους. Παράλληλα, έχουν κάλυψη και για την αστική ευθύνη προϊόντων, τη μεταφορά χρημάτων, όπως και για το ενδεχόμενο ληστείας του καταστήματος.

Επίσης, αρκετές εταιρείες, όπως επισημαίνεται, έχουν συνάψει και ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια για το προσωπικό τους.

Οι βασικές ασφαλιστικές καλύψεις

Αναλυτικότερα, οι βασικές καλύψεις που προσφέρουν σήμερα οι ασφαλιστικές εταιρείες στο λιανεμπόριο είναι οι:

  • Ασφάλεια δανείου: Για κάθε χορηγούμενο δάνειο οι ασφαλιστικές εταιρείες, σε συνεργασία συνήθως με τις τράπεζες, καλύπτουν τον επιχειρηματία για την περίπτωση του θανάτου, ενώ με την ανάλογη επιβάρυνση ασφαλίζουν και το κεφάλαιο.
  • Ασφάλεια ακινήτου: Το σημείο που απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή αφορά στην αξία του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου, η οποία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το κατασκευαστικό κόστος του ακινήτου.
  • Ασφάλεια εξοπλισμού: Οι ασφαλιστικές επιλογές που υπάρχουν είναι πολλές. Αφορούν στην κλοπή, τη φωτιά, την πλημμύρα, την ολική καταστροφή εμπορευμάτων και εξοπλισμού κά. Οταν, όμως, πρόκειται για εξοπλισμό αυξημένης τεχνολογικής αξίας η σύμβαση συνήθως προβλέπει ειδικούς όρους, αλλά και δαπανηρά ασφάλιστρα.
  • Κάλυψη της πλημμύρας: Τα περισσότερα από τα συμβόλαια των ασφαλιστικών εταιρειών προβλέπουν ότι όλα τα προϊόντα, τα οποία ασφαλίζονται για ζημιές που μπορεί να προκληθούν από πλημμύρα, πρέπει να είναι τοποθετημένα σε παλέτες και να απέχουν από το έδαφος 15 ως 20 εκατοστά του μέτρου. Σχετικά με την τήρηση αυτού του όρου, οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι ιδιαίτερα αυστηρές, αφού δεν αποζημιώνουν ζημιές σε προϊόντα χύδην.
  • Ασφάλιση πιστώσεων ή εγγυήσεων: Πρόκειται για ειδικές καλύψεις, οι οποίες προσφέρονται από συγκεκριμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ενώ στην αγορά υπάρχουν και εταιρείες που εξειδικεύονται στον τομέα αυτό.
  • Ασφάλιση βραχυκυκλώματος: Συνήθως, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια εξαιρούν από τον κίνδυνο τα στοιχεία των εγκαταστάσεων που προκαλούν βραχυκυκλώματα. Η εξαίρεση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εφόσον αναφέρεται σε εγκαταστάσεις υψηλής αξίας, όπως ηλεκτρογεννήτριες, εκτυπωτικά μηχανήματα, ηλεκτρονικά συστήματα προηγμένης τεχνολογίας κά, τα οποία κοστίζουν σε μια επιχείρηση αρκετά εκατομμύρια ευρώ.
  • Ασφάλιση συνεταίρου: Η εν λόγω ασφάλιση ενεργοποιείται σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συνεταίρων μιας επιχείρησης, καλύπτοντας ουσιαστικά τυχόν χρέη του ή δάνεια που έχει υπογράψει για λογαριασμό της εταιρείας.
  • Ασφάλειες εμπιστοσύνης: Ενεργοποιούνται σε περιπτώσεις απάτης ή κατάχρησης σημαντικών κεφαλαίων, με σκοπό την κάλυψη των ποσών, με τα οποία ζημιώθηκε μια επιχείρηση.
  • Φωτεινές επιγραφές: Δεν καλύπτονται από τη «θραύση κρυστάλλων». Η κάλυψή τους απαιτεί ειδική ασφάλιση, την οποία πρέπει να ζητήσει ο πελάτης από τον ασφαλιστή του, αν κάτι ανάλογο δεν προβλέπεται από το συμβόλαιο. 
  • Κλοπές χρηματοκιβωτίων: Πρόκειται για ειδικές καλύψεις που χορηγούνται υπό προϋποθέσεις. Ο σκοπός, φυσικά, είναι η η ασφάλιση του περιεχομένου των χρηματοκιβωτίων.
  • Υπόγεια: Οι υπόγειοι χώροι πρέπει να δηλώνονται, όπως επίσης και τα προϊόντα που φυλάσσονται σε αυτούς. Αξίζει να τονισθεί ότι ορισμένες ασφαλιστικές εταιρείες αρνούνται να ασφαλίσουν τα υπόγεια επιχειρήσεων, λόγω της υψηλής επικινδυνότητάς τους. 
  • Αστική ευθύνη: Η αστική ευθύνη αφορά στον ασφαλιζόμενο χώρο, γι’ αυτό αναφέρεται σε ατυχήματα που μπορεί να συμβούν σε αυτόν (πχ στο κατάστημα) και σε ζημιές που μπορεί να προκληθούν σε όμορες ιδιοκτησίες, πχ μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς ή άλλων καταστροφών.
  • Βελτιώσεις του κτιρίου: Πρόκειται για παρεμβάσεις, στις οποίες προχωρεί ο επιχειρηματίας, προκειμένου να διαμορφώσει τον χώρο τού κτιρίου βάσει των αναγκών του. Οι βελτιώσεις αυτές καλύπτονται ασφαλιστικά, εφόσον το ζητήσει ο επιχειρηματίας και υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλει το ανάλογο ασφάλιστρο.