Δυο διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί και ένας συγγραφέας, διανοητής και δημοσιογράφος, οι κ.κ. Γεώργιος Δουκίδης, Γιώργος Σταθάκης και Τάκης Μίχας, απαντούν ο καθένας με τις ιδέες, τις εκτιμήσεις και τις προτάσεις του στις αφορμές που έθεσε ο Guest Editor ή, ακριβέστερα, η έναρξη του δύσκολου και σκοτεινού 2012.

Με την ευχή ο λόγος τους να ευαισθητοποιήσει τα ώτα μη ακουόντων, το σελφ σέρβις τους προσφέρει τις σελίδες του.

Καινοτομία, επιχειρηματικότητα, εξειδικευμένες κλαδικές θεσμικές παρεμβάσεις
Καθηγητής Γεώργιος Ι. Δουκίδης, διευθυντής Εργαστηρίου Ηλεκτρονικού Εμπορίου και Επιχειρείν του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
«Η οικονομική κρίση δημιούργησε ένα νέο επιχειρηματικό περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας, όπου το μάνατζμεντ έχει δυσκολίες πρόβλεψης, άρα στοχοθεσίας. Σε τέτοιες περιόδους ο καταναλωτής δίνει την ευκαιρία για ανάδειξη νέων brands, αφού προτιμά συνήθως προϊόντα που προσφέρουν καλή ποιότητα, δίνουν πιο προσιτές λύσεις, αλλά σε χαμηλότερο κόστος (value for money).

Οι οικονομικές κρίσεις, όμως, δημιουργούν πάντα και ευκαιρίες, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν την αναγκαία οργανωσιακή ετοιμότητα, τη σωστή δημιουργικότητα και ένα ριζοσπαστικά φιλικό οικονομικό περιβάλλον. Βέβαια, στην Ελλάδα η δυνατότητα αυτή δυσχεραίνεται, γιατί η έλλειψη ρευστότητας από το τραπεζικό σύστημα αποτρέπει σε μεγάλο βαθμό την αντοχή, ανάπτυξη και στρατηγική προσαρμογής των επιχειρήσεων.

Κατά πόσο οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν υψηλή ετοιμότητα και θα αντέξουν στην κρίση; Παρ’ ότι η «ικανότητα του μάνατζμεντ» στον ελληνικό ιδιωτικό τομέα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, συνήθως οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν ισχυρή ανταγωνιστική θέση στις διεθνείς κλαδικές αλυσίδες αξίας, ενώ έχουν αρκετά απλοϊκά επιχειρηματικά μοντέλα.

Παράλληλα, αντιμετωπίζουν ένα αρνητικό ρυθμιστικό και θεσμικό περιβάλλον λειτουργίας (ίσως το αρνητικότερο στην ΕΕ), το οποίο έχει δημιουργήσει κλαδικές διαστρεβλώσεις, απροθυμία έλευσης νέων επενδυτών, συνήθεια στην χαμηλή παραγωγικότητα και συντήρηση του status quo.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν επιχειρηματικοί κλάδοι στην Ελλάδα που έχουν επιδείξει υψηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας, συνεχούς καινοτομίας και διεθνούς επέκτασης. Αυτοί προσφέρουν βέλτιστες πρακτικές προς μίμηση και το πιθανότερο είναι πως θα επιβιώσουν προς όφελος της εθνικής οικονομίας υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα προωθηθούν άμεσα συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις, ώστε να ενισχυθεί η υπόστασή τους, στο πλαίσιο της ανάδειξής της ως εθνικού στόχου για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Τα τέσσερα κλαδικά παραδείγματα που ακολουθούν θέτουν, πιστεύουμε, ένα σαφές πλαίσιο προοπτικής διεξόδου.

Νέοι τεχνολογικοί κλάδοι με διεθνή κρίσιμη μάζα
Ο νεοσύστατος κλάδος των εφαρμογών κινητής τηλεφωνίας, με 50 ελληνικές επιχειρήσεις, 5.000 επιστήμονες/ στελέχη και πωλήσεις 0,5 δισ. ευρώ, που κυρίως αφορούν σε εξαγωγές, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι καινοτόμες υπηρεσίες και τα λογισμικά εφαρμογών που προσφέρουν οι επιχειρήσεις του βασίζονται κυρίως σε στελέχη Έλληνες και σε ερευνητικά προγράμματα συνεργασίας των επιχειρήσεων με ελληνικά ΑΕΙ. Οι κορυφαίες εταιρείες του κλάδου είναι ήδη εισηγμένες σε χρηματιστήρια του εξωτερικού, ενώ διαθέτουν κέντρα διανομής σε πολλές χώρες.

Αλλά απαιτούνται πολιτικές στήριξης, μέσω της αξιοποίησης ερευνητικών αποτελεσμάτων και της διευκόλυνσης ίδρυσης νέων μικρών επιχειρήσεων, από στελέχη του κλάδου και νέους επιστήμονες, οι οποίες, με έδρα την Ελλάδα, θα εξαπλωθούν στις διεθνείς αγορές, προσφέροντας σε λίγα χρόνια τουλάχιστον 5.000 νέες θέσεις εργασίας σε μηχανικούς υψηλών προσόντων και περισσότερα του 1 δισ. ευρώ από εξαγωγές.

Καινοτόμα και διεθνώς αναγνωρισμένα προϊόντα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η βιομηχανία αλουμινίου στην Ελλάδα, που σε μέγεθος είναι η 5η στην Ευρώπη: Κατάφερε, εκμεταλλευόμενη την ποιότητα του ελληνικού βωξίτη, τις κατάλληλες επενδύσεις και την οξυδέρκεια των επιχειρηματιών να δημιουργήσει καινοτόμα, πιστοποιημένα και διεθνώς αναγνωρισμένα τελικά προϊόντα (πχ κουφώματα, καλοπετάσματα), που χρησιμοποιούνται σε κατασκευαστικά έργα παγκοσμίως. Τα 2/3 της παραγωγής της εξάγονται (700.000 τόνοι ημιέτοιμων προϊόντων αξίας άνω των 1,5 δισ. ευρώ) στις απαιτητικές αγορές της Δ. Ευρώπης.

Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν ένα εχθρικό και αντιαναπτυξιακό περιβάλλον, απαιτείται άμεσα πολιτική θεσμοθέτησης εθνικών προδιαγραφών για τα τελικά προϊόντα, που θα αυξήσουν περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα και τη διάθεση προϊοντικών καινοτομιών, και μηχανισμών ελέγχου της αγοράς κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού από αντιγραφές προϊόντων και μη νόμιμες συναλλαγές.

Ποιοτικά τρόφιμα, τεχνολογία, καινοτομία, διεθνές branding
Ο σχετικός κλάδος, με εξαγωγές που ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ και περισσότερους από 100.000 εργαζόμενους, αναδεικνύεται ο κορυφαίος της μεταποίησης. Οι προοπτικές του είναι σημαντικές, εφόσον, όμως, γίνουν εθνικός στόχος!

Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται πολιτική ανάδειξης τουλάχιστον 1.000 μικρών εταιρειών (εθνικών πρωταθλητών), που εκμεταλλεύονται συγκεκριμένα τοπικά γεωγραφικά αγροτικά/κτηνοτροφικά χαρακτηριστικά, αξιοποιούν παραγωγικές και προϊοντικές καινοτομίες και προσφέρουν ένα συνολικό διεθνές branding, με έμφαση στις εξαγωγές. Η διεθνής τάση υπέρ της μεσογειακής διατροφής, σε συνάρτηση με την τουριστική κίνηση, θα συνεισφέρουν σημαντικά στην επιτυχία ενός σχετικού εθνικού στόχου.

Οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων
Τα τελευταία χρόνια ο κλάδος των σούπερ μάρκετ αναδεικνύεται ως ο κλάδος με την υψηλότερη συμβολή στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, με συμβολή 7% στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία, με 200.000 εργαζόμενους (ο μοναδικός που αύξησε την απασχόληση το 2011) και με επενδύσεις 7 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία.

Ο κλάδος έχει αναπτύξει βέλτιστες καινοτόμες διαδικασίες/συστήματα στην αποθήκευση και διανομή των προϊόντων, στο ηλεκτρονικό επιχειρείν και στην προσφορά αξίας στον τελικό καταναλωτή. Λειτουργεί, όμως, με το πλέον αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά τη δημιουργία-λειτουργία καταστημάτων και κέντρων διανομής, καθώς και τη διακίνηση προϊόντων.

Πρόκειται για ένα θεσμικό πλαίσιο, που στην ουσία δημιουργεί στρεβλώσεις στην ανάπτυξη της αγοράς, αυξάνοντας τα κόστη. Συνεπώς επείγει η αναμόρφωσή του κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η οποία, όπως εκτιμάται, μπορεί να αποφέρει περαιτέρω ανάπτυξη κατά 25%, στα 14 δισ. ευρώ, που ήδη προσφέρει ο κλάδος στην εθνική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία.

Βελτίωση του θεσμικού πλαισίου τώρα!
Συμπερασματικά, δύο είναι οι σημαντικοί παράγοντες αντιμετώπισης της κρίσης: η επιχειρηματική καινοτομία και η αναμόρφωση του εθνικού περιβάλλοντος λειτουργίας της ιδιωτικής οικονομίας. Παρότι η Ελλάδα υστερεί στις δαπάνες σε έρευνα και ανάπτυξη, στην εγχώρια επιχειρηματική πρακτική υπάρχουν παραδείγματα επιτυχούς απορρόφησης, προσαρμογής και διάχυσης της τεχνολογίας/καινοτομίας.

Το ελληνικό μάνατζμεντ έχει αποδείξει ότι είναι δεκτικό, αφομοιώνει, προσαρμόζει και δημιουργεί καινοτομία σε διαδικασίες, προϊόντα κι επιχειρηματικά μοντέλα. Οι περιορισμένες, όμως, βέλτιστες κλαδικές πρακτικές πρέπει να γνωστοποιηθούν ευρέως και να εδραιωθούν, προκειμένου να επεκταθεί η εφαρμογή κι η αξιοποίησή τους.

Το οικονομικό περιβάλλον, λόγω της έλλειψης χρηματοοικονομικών πόρων, θα επιδεινωθεί. Άρα η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου δημιουργίας, λειτουργίας και ανάπτυξης των επιχειρήσεων πρέπει να είναι άμεση, δηλαδή εντός του «δύσκολου 2012», κι όχι αόριστη και «οριζόντια», αλλά εξειδικευμένη, σε συγκεκριμένους καινοτόμους, εξωστρεφείς και σημαντικούς κλάδους για την εθνική οικονομία».

Στη δίνη της κακοδαιμονίας
Γιώργος Σταθάκης, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, αντιπρύτανης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

«Το δημοσιονομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας εκπορεύεται από δύο απλούς παράγοντες. Πρώτον, από το γεγονός ότι όσοι κερδίζουν χρήματα εδώ και τριάντα χρόνια δεν πληρώνουν φόρους. Δεύτερον, από το γεγονός ότι η διαχείριση του δημόσιου χρήματος αποτελεί πηγή ιδιωτικού πλουτισμού, τόσο για αυτούς που το διαχειρίζονται όσο και για τις συναλλασσόμενες επιχειρήσεις. Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων ο ελληνικός προϋπολογισμός παραμένει ελλειμματικός από το 1979 μέχρι σήμερα σε πρωτογενές επίπεδο, με εξαίρεση δύο χρονιές, και μαζί με τα τοκοχρεολύσια, όλες τις χρονιές.

Καθώς δεν αλλάζουν οι παράμετροι του προβλήματος, απέτυχαν και τα διαδοχικά σταθεροποιητικά προγράμματα (του 1985-87, του 1990-93, του 1996-2000 και του 2004-07) και το μνημόνιο σήμερα. Γιατί μειώνουν προσωρινά το έλλειμμα, αλλά αυξάνουν το δημόσιο χρέος, λόγω της ύφεσης που προκαλούν. Το μνημόνιο, λόγω της συγκυρίας, επιταχύνει τα αρνητικά αυτά αποτελέσματα.

Η ελληνική κακοδαιμονία συμπίπτει σήμερα με την ευρωπαϊκή κακοδαιμονία, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό και αδιέξοδο πλαίσιο. Η ΕΕ είναι η μόνη οικονομική ζώνη του κόσμου που δεν έκανε τα αυτονόητα μέσα στην κρίση: αύξηση της προσφοράς χρήματος, δημόσιες παρεμβάσεις, αύξηση των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, ισορροπημένα φορολογικά κίνητρα για τη στήριξη της απασχόλησης και των επενδύσεων, ελεγχόμενη αποκλιμάκωση της τοξικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αντίθετα, επέλεξε τη διττή στρατηγική της δημοσιονομικής πειθαρχίας παντού και της αντιμετώπισης σε εθνικό –κι όχι σε ευρωπαϊκό– επίπεδο του προβλήματος του δημόσιου χρέους. Αυτό οδήγησε στη μεταφορά του προβλήματος του χρέους στο τραπεζικό σύστημα και σήμερα, είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος της μεταφοράς του στην πραγματική οικονομία.

Οι επιλογές αυτές ενθάρρυναν τις χρηματαγορές να προεγγράψουν τις διαφορετικές επιδόσεις κάθε εθνικής οικονομίας και να δημιουργήσουν ένα πραγματικό χάος στην ΕΕ, της οποίας οι διαδοχικές αποφάσεις περί ελέγχου του «εθνικού ιού» (του ελληνικού, του ιρλανδικού, κοκ), αποδείχτηκαν ανεπιτυχείς, φθάνοντας πλέον στο οριακό σημείο να απειλείται η ίδια η συνοχή του ευρώ.

Παραπλανητικά σενάρια για το ευρώ
Τα σενάρια περί διζωνικού ευρώ, αποπομπής χωρών από την ευρωζώνη και πληθώρα άλλα είναι παραπλανητικά. Το ευρώ εδράζεται στο δίπολο Γερμανίας και Γαλλίας. Εάν κλονιστεί περαιτέρω το ευρώ, τότε θα τεθεί σε κίνδυνο η Γαλλία. Εάν διατηρηθεί το δίπολο, τότε ο μεσογειακός νότος αποτελεί διαχειρίσιμο οικονομικό μέγεθος εντός του ευρώ. Το πιο πιθανό σενάριο είναι η αποδυνάμωση του ευρώ εντός του 2012, η γενίκευση της ύφεσης στην ευρωζώνη και οι διαδοχικές νέες αποφάσεις Συνόδων, που θα φέρουν κάποιες αλλαγές στη σημερινή πολιτική.

Αλλαγή μακροοικονομικής πολιτικής
Στις συνθήκες αυτές το ελληνικό πρόβλημα εκδηλώνεται σχεδόν μονοσήμαντα στην ύφεση. Ο φαύλος κύκλος περικοπής των δημοσίων δαπανών, των μισθολογικών περικοπών και της συρρίκνωσης των φορολογικών εσόδων, οδηγεί στη σταθεροποίηση κι όχι στη μείωση του ελλείμματος και τελικά, σε βαθύτερη ύφεση.

Η ενθαρρυντική συμπεριφορά των εξαγωγών και του τουρισμού αδυνατεί να αναστείλει τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση της εγχώριας αγοράς, οδηγώντας σε απόγνωση τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Ακόμα χειρότερα, αναστέλλει κάθε άμεση προοπτική για νέες και δυναμικές επιχειρήσεις, που επιζητούν χρηματοδότηση και σταθερό οικονομικό περιβάλλον.

Αντίθετα στις σημερινές συνθήκες ενισχύεται η συντηρητική συμπεριφορά των επιχειρήσεων, η αποκλιμάκωση του δανεισμού, οι μονοπωλιακές πρακτικές και ο αμυντικός εξορθολογισμός των δαπανών, που γίνεται κατ’ αναλογία της μείωσης της ζήτησης.
• Η διέξοδος επιβάλλει αναγκαστικά την αλλαγή της μακροοικονομικής πολιτικής στις εξής κατευθύνσεις:
• Σταθεροποίηση των δημοσίων δαπανών στο 40%-42% του ΑΕΠ και σταθεροποίηση των εσόδων στο 38%-39%.
• Σταδιακός εκμηδενισμός του ελλείμματος, ανάλογα με τον ρυθμό ανάκαμψης της οικονομίας.
• Επιλεκτική προσαρμογή του εξορθολογισμού στις δαπάνες, με μέριμνα για την αντιμετώπιση της ύφεσης και την ενίσχυση της απασχόλησης.
• Προσαρμογή των εσόδων αποκλειστικά με το κριτήριο της φοροδοτικής ικανότητας των ατόμων και των επιχειρήσεων και διόρθωση της συσσωρευμένης φοροασυλίας οικονομικών ομάδων και συγκεκριμένων κατηγοριών επιχειρήσεων.
• Σαφείς εγγυήσεις από τις τράπεζες ότι οι διαδοχικές ενισχύσεις που λαμβάνουν μεταφέρονται στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.
• Αύξηση των δημοσίων επενδύσεων σε επιλεκτικούς τομείς.
• Ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, παλαιών και νέων.
• Βιώσιμο σχέδιο αναδιάρθρωσης του χρέους, που θα περιλαμβάνει τους ιδιώτες, αλλά και το ελληνικό χρέος που βρίσκεται στην ΕΚΤ και σε άλλους φορείς.
• Μία νέα συμφωνία αναχρηματοδότησης του χρέους, που θα εδράζεται σε δημοσιονομικούς αλλά και αναπτυξιακούς δείκτες».

Η φιλελεύθερη θεώρηση
Τάκης Μίχας, πολιτικός αναλυτής, δημοσιογράφος και συγγραφέας

«Διατυπώνονται διάφορες θεωρίες, όπως πχ ότι τα προβλήματά μας οφείλονται στη γερμανική στρατηγική ή ότι θα ξεπεραστούν, αν η ΕΚΤ τυπώσει χρήμα ή αρθούν τα εμπόδια στην εξόρυξη ελληνικού πετρελαίου κλπ. Όλες αυτές οι θεωρήσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο: αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα των δομικών προβλημάτων της οικονομικής μας ανάπτυξης, που υφίστανται υπεράνω των μεγεθών του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους.

Στα δομικά στοιχεία μιας οικονομικής συγκρότησης περιλαμβάνονται, ανεξαρτήτως των επί μέρους κρίσεων για την προτεραιότητα καθενός, η ανταγωνιστικότητα, ο βαθμός τήρησης των συμβολαίων κι η ασφάλεια των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, η καινοτομία κι οι ευρεσιτεχνίες, οι επιδόσεις του εκπαιδευτικού συστήματος, το επίπεδο τεχνογνωσίας αλλά και διαφθοράς κοκ.

Κι είναι γνωστό ότι στη σχετική κατάταξη των χωρών του ΟΟΣΑ στους μεν θετικούς δείκτες βρισκόμαστε στον πάτο, στους δε αρνητικούς, όπως στη διαφθορά του δημόσιου τομέα, στο ύψος των στρατιωτικών δαπανών και στο ποσοστό του ενεργού πληθυσμού υπό τα όπλα κλπ, πρωτεύουμε. Από αυτήν την άποψη η ευρωπαϊκή κρίση του ευρώ είναι απλώς μια «άλλη συζήτηση»…

Εάν η Ελλάδα ήταν μια χώρα δημοκρατικού διαλόγου κι εμπιστοσύνης, όπως η Δανία, ώστε να υπάρξει κοινή βούληση, εκφρασμένη κοινωνικά και πολιτικά, για την προώθηση όλων των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων (περιστολή γραφειοκρατίας, μείωση δημόσιου τομέα, απελευθέρωση επαγγελμάτων κλπ), ενδεχομένως μια απομάκρυνση της χώρας από το ενιαίο νόμισμα, τουλάχιστον μέχρις ότου ανατάξει, θα απέβαινε επωφελής. Γιατί θα μας προσέφερε την ευχέρεια των μεταρρυθμίσεων, με το μικρότερο κόστος. Αλλά κάτι τέτοιο συνιστά αποκλειστικά θεωρητική υπόθεση, καθώς ούτε διάθεση απροκατάληπτου διαλόγου ούτε εμπιστοσύνη διέπει τα ελληνικά πράγματα.

Λύση τώρα στο πρόβλημα της ρευστότητας
Οι τράπεζες σήμερα αντιμετωπίζουν ζωηρό πρόβλημα ρευστότητας. Κατά ένα μέρος του οφείλεται στο ότι οι έλληνες πολίτες, όντας ορθολογικά σκεπτόμενοι, αποσύρουν τις καταθέσεις τους, φοβούμενοι το ενδεχόμενο της δραχμοποίησής τους. Κι όμως, η τάση φυγής των ελληνικών καταθέσεων θα μπορούσε να εκμηδενιστεί προς όφελος της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα.

Αρκεί μόλις μια δήλωση, είτε του πρωθυπουργού είτε του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας -κατά τη δημόσια εκφρασμένη πρότασή μου–, ότι ακόμα κι αν η χώρα εξέλθει από το ευρώ, ο καθένας μπορεί να διατηρεί τις καταθέσεις του στο νόμισμα που επέλεξε! Γιατί, τάχα, αντί μιας τέτοιας δήλωσης υπερισχύει ο πρωτογονισμός των καταγγελιών περί εθνικής προδοσίας, όσων εύλογα υπερασπίζονται τον πλούτο τους;

Ζώνες ελεύθερου επιχειρείν
Εστιάζω το ενδιαφέρουν μου σε ιδέες, όπως του αμερικανού οικονομολόγου Πολ Ρόμερ, που προτείνουν ως αντίδοτο στα δομικά προβλήματα της ανάπτυξης τη δημιουργία γεωγραφικών θυλάκων απόλυτης δράσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, βιομηχανικής ή εμπορικής, με πλήρη διαφάνεια, χαμηλότατη φορολόγηση και χωρίς γραφειοκρατία, οι οποίοι μεσοπρόθεσμα θα καταστεί δυνατό να τραβήξουν οικονομίες, όπως η δική μας, από το τέλμα.

Ας διδαχθούμε από την εμπειρία του Χονγκ Κονγκ ή από τις ζώνες ελεύθερου επιχειρείν της Κίνας, όπου οι εργαζόμενοι κυριολεκτικά τις «ψηφίζουν με τα πόδια», δηλαδή μετακινούμενοι προς αυτές αναζητώντας εργασία. Ή εν πάση περιπτώσει, ας δοκιμάσουμε εν παραλλήλω και την πλήρη δράση της εργατικής αυτοδιοίκησης σε αντίστοιχους θύλακες, ώστε να συγκρίνουμε.

Σημασία έχει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε «έξω από το κουτί» και να δρούμε χωρίς προκαταλήψεις! Θα πείτε, ίσως, ότι τέτοιου είδους καινοτομίες είναι αμφίβολο αν είναι ανεκτές στο πλαίσιο της ΕΕ. Μα ίσα-ίσα γι’ αυτό είναι αξιόμεμπτη η πολιτική Μέρκελ: για τη στείρα εμμονή της στην ομοιομορφία!

Η ευθύνη του επιχειρηματικού κόσμου
Έχοντας ζήσει στη Δύση και εμπλακεί έντονα στα κινήματα ιδεών για την ελεύθερη οικονομία, ψέγω τους επιχειρηματίες μας ως προς το ότι εντελώς κοντόφθαλμα, αντί να είναι οι πρωταγωνιστές ενός κλίματος ανοικτών ιδεών για την οικονομία και την κοινωνία, προτιμούν να τα «βρίσκουν» με το πολιτικό σύστημα, χάριν βραχυπρόθεσμου οφέλους, μετέχοντες έτσι στην αναπαραγωγή των πελατειακών σχέσεων, του κρατισμού και της γραφειοκρατικής διαφθοράς, που οδήγησαν άπαντες στην αποτελμάτωση.

Στο πλαίσιο αυτό, κατανοώ γιατί πχ το διαβόητο σύστημα της φοροδιαφυγής «4-4-2» είναι τόσα χρόνια ανεκτό από τον επιχειρηματικό μας κόσμο ή γιατί το ελληνικό μάνατζμεντ είναι από τα χειρότερα στον κόσμο, αναξιοκρατικό και οικογενειοκρατικό, και θλίβομαι. Όμως, χωρίς αλλαγή του κλίματος των ιδεών, δηλαδή του ήθους που νοηματοδοτεί τις πράξεις, δεν μπορεί να υπάρξει υγιής διέξοδος…

Θα ήταν τεράστιο λάθος να ισχυριστώ πως «έχω προτάσεις», απλώς γιατί και μόνο δεν είμαι επιχειρηματίας. Αλλά ελπίζω ότι ως θεωρητικός προτείνω ένα γενικό πλαίσιο αρχών, ικανό να ωθήσει να εκφραστούν δημιουργικά οι έχοντες το επιχειρηματικό ταλέντο να αναζητούν τις ευκαιρίες».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οξύ το τελευταίο βιβλίο του κ. Τάκη Μίχα, με τίτλο «Η Μαύρη Βίβλος της ελληνικής οικονομίας». Μέσω της παρουσίασης των εξωοικονομικών παραγόντων που καθορίζουν την οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα και τη σύγκρισή τους με τα ισχύοντα σε άλλα κράτη της ΕΕ, ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι μάλλον είναι λάθος η προσπάθεια εξήγησης της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Όπως υποστηρίζει, τουλάχιστον από οικονομική άποψη, το ότι η Ελλάδα θεωρείται ευρωπαϊκό κράτος οφείλεται σε ένα «γεωγραφικό ατύχημα».