Την τελευταία πενταετία ο μέσος όρος της ετήσιας παραγωγής κρασιού υποχώρησε κατά 20%, σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη πενταετία, σύμφωνα με την πρόσφατη κλαδική έρευνα της ICAP για την αγορά του προϊόντος. Επί του συνόλου της παραγωγής περίπου το 63% των κρασιών δεν έχουν ένδειξη ΠΟΠ / ΠΓΕ, ενώ με βάση το χρώμα, εκτιμάται ότι τα λευκά κρασιά συγκεντρώνουν μερίδιο 68%-70%.

Σύμφωνα με την έρευνα, την τελευταία πενταετία διαπιστώνεται μείωση της κατανάλωσης οίνου κατά 6%. Τα εμφιαλωμένα κρασιά από άποψη ποσοτήτων εκτιμάται ότι καλύπτουν μερίδιο 36%-40%. Αναφορικά με το μέγεθος της εγχώριας αγοράς σε αξία, για το εμφιαλωμένο κρασί εκτιμάται ότι καλύπτει περίπου το 58% (το υπόλοιπο 42% αναφέρεται στο χύμα κρασί). Τα εγχώρια κρασιά καλύπτουν την εσωτερική αγορά σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που διαμορφώνει σε χαμηλά επίπεδα τον βαθμό εισαγωγικής διείσδυσης, ο οποίος κυμαίνεται στο 6% τα τελευταία χρόνια. Μετά το 2010 παρατηρείται συνεχής υποχώρηση των ελληνικών εξαγωγών κρασιού, η οποία ανακόπηκε το 2014, οπότε σημειώθηκε αύξηση 15,5% των εξαγωγών –η συνολική αξία τους έφθασε τα 63 εκατ. ευρώ. Κατά την τελευταία Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, ο μέσος όρος των μηνιαίων δαπανών ανά νοικοκυριό για προϊόντα οινοποιίας το 2004 έφτασε τα 6,46 ευρώ, καλύπτοντας το 38% των συνολικών δαπανών για οινοπνευματώδη ποτά.