Η οικονομική κρίση επιβραδύνει τους ρυθμούς ανάπτυξης στον κλάδο των βιολογικών προϊόντων, σύμφωνα με πρόσφατη σχετική κλαδική μελέτη της ICAP.

Κατά τη μελέτη, οι βιολογικές καλλιέργειες καταλαμβάνουν περίπου το 9% των συνολικά καλλιεργούμενων εκτάσεων της χώρας. Η συνολική αξία της εγχώριας αγοράς βιολογικών τροφίμων, σε τιμές λιανικής, παρουσίασε αύξηση 5% το 2010 σε σχέση με το 2009, ενώ το βασικότερο κανάλι εμπορίας και διακίνησης βιολογικών προϊόντων είναι τα σούπερ μάρκετ, που το 2010 κάλυψαν το 60% των συνολικών πωλήσεων βιολογικών τροφίμων.

Η επέκταση όλο και περισσότερων αλυσίδων στην εν λόγω αγορά, με τη δημιουργία «βιολογικών γωνιών» στις σάλες πωλήσεων, φαίνεται ότι ενισχύει περαιτέρω τη δυναμική του μεριδίου διανομής τους. Το μερίδιο διανομής των αμιγώς καταστημάτων βιολογικών τροφίμων (αλυσίδων και μεμονωμένων) εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ του 30% και του 33%, ενώ το υπόλοιπο μοιράζονται λοιπά σημεία πώλησης (λαϊκές αγορές κλπ.).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, που εστιάζεται σε τρεις από τις κυριότερες κατηγορίες βιολογικών προϊόντων (ελαιόλαδο, κρασί, εσπεριδοειδή), η εγχώρια κατανάλωση τυποποιημένου βιολογικού ελαιόλαδου παρουσίασε αύξηση 3% την περίοδο 2010/09, ενώ περίπου το 60% της ελληνικής παραγωγής το 2010 εξήχθη στη διεθνή αγορά.

Η αγορά κρασιού από βιολογικά σταφύλια σημείωσε οριακή άνοδο (1,5%) το 2010 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος –το 80% της παραγωγής του καταναλώνεται στην εγχώρια αγορά. Η κατανάλωση βιολογικών εσπεριδοειδών αυξήθηκε κατά 3,5% το 2010, με το ποσοστό των εξαγωγών να ανέρχεται στο 70%. Η συνολική αξία της εγχώριας αγοράς βιολογικών τροφίμων (σε τιμές λιανικής) παρουσίασε αύξηση της τάξης του 5% το 2010 σε σχέση με το 2009.

Τα εισαγόμενα βιολογικά τρόφιμα εκτιμάται ότι κάλυψαν περίπου το 43% της συνολικής αξίας για το 2010.

Ο κλάδος των βιολογικών προϊόντων στη χώρα μας αποτελείται κατά πλειονότητα από επιχειρήσεις μικρού μεγέθους, οικογενειακού χαρακτήρα. Όπως εκτιμάται, οι συνολικές πωλήσεις τους την περίοδο 2009-2010 μειώθηκαν κατά 10,9%, ενώ τα κέρδη τους προ φόρων μειώθηκαν κατά 49,4%. Όσον αφορά στις εισαγωγικές επιχειρήσεις, το σύνολο των πωλήσεών τους την εν λόγω περίοδο αυξήθηκε κατά 5,3%, αλλά σημαντική ήταν η μείωση των προ φόρων κερδών τους.