Ο ελληνικός επιχειρηματικός τομέας, σύμφωνα με την ανάλυση των οικονομικών αποτελεσμάτων του 2007 που πραγματοποίησαν οι κκ Κ. Δ. Αϊβαλής και Γ. Παναγιωτίδης για λογαριασμό του ICAP και παρουσιάστηκαν πρόσφατα, παρουσιάζει θετική εικόνα. Συγκεκριμένα, λειτουργώντας σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από βελτίωση των μεγεθών του, οι 2.177 ΑΕ και ΕΠΕ που δημοσιοποίησαν τα οικονομικά τους στοιχεία μέχρι την 31η Μαρτίου, παρουσιάζουν στο σύνολό τους μια αισιόδοξη εικόνα. Ενδιαφέρον είναι το στοιχείο πως τη σημαντικότερη ανάπτυξη σημείωσε ο τομέας των υπηρεσιών.

‘Οπως αναφέρεται στη μελέτη, “οι επιδόσεις του επιχειρηματικού τομέα, ιδιαίτερα η κερδοφορία, είναι πολύ σημαντικές στην τρέχουσα συγκυρία. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και οι μεγάλες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και των άλλων πρώτων υλών αναμένεται να επιβραδύνουν τον ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος ωστόσο θα παραμείνει από τους υψηλότερους στην Ζώνη του Ευρώ, και να εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, οι επενδύσεις θα έχουν αποφασιστικό ρόλο, τόσο για την μεγέθυνση του ΑΕΠ βραχυχρονίως, όσο και για την ανάπτυξη και αναδιάρθρωση της οικονομίας μακροχρονίως. Σε μία περίοδο αύξησης του κόστους του χρήματος, η κερδοφορία αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών σχεδίων.

Από τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι η αύξηση του κύκλου εργασιών τού μη χρηματοπιστωτικού επιχειρηματικού τομέα ήταν σημαντικά υψηλότερη του πληθωρισμού. Το κόστος πωληθέντων διευρύνθηκε κατά ποσοστό περίπου ίσο με αυτό του κύκλου εργασιών και έτσι το μεικτό περιθώριο των επιχειρήσεων του δείγματος παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο. Υπήρξε όμως σημαντική διεύρυνση του συνολικού προ φόρου αποτελέσματος κατά 11,2%. Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι η βελτίωση αυτή της κερδοφορίας δεν ήταν σύμμετρη. Το καθαρό αποτέλεσμα των 20 περισσότερο κερδοφόρων επιχειρήσεων διευρύνθηκε κατά 34,1% και υπερκάλυψε τη συνολική μεταβολή της κερδοφορίας”.

Οι εξελίξεις στη μεταποίηση

Σύμφωνα με την μελέτη, “από τις πρώτες ενδείξεις προκύπτει ότι τα αποτελέσματα της μεταποίησης ήταν θετικά το 2007. Το 63,4% των εταιρειών σημείωσε άνοδο των πωλήσεων, το 59,9% παρουσίασε αύξηση των μεικτών κερδών και το 53,1% των κερδών προ φόρου. Ο συνολικός κύκλος εργασιών του δείγματος των 521 επιχειρήσεων διευρύνθηκε κατά 6,7%, τα μεικτά κέρδη κατά 12,2% και τα καθαρά κέρδη κατά 14,1%. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά επηρεάστηκαν από τα μεγέθη εισηγμένης εταιρείας, η οποία κατά το 2007 πραγματοποίησε πλήθος εξαγορών. Εάν δεν συνυπολογιστούν τα μεγέθη της, οι πωλήσεις το 2007 αυξήθηκαν κατά 5,7%, τα μεικτά κέρδη κατά 10,5% και τα καθαρά κέρδη κατά 8,8%.

Το συνολικό ενεργητικό των επιχειρήσεων του δείγματος διευρύνθηκε κατά 11,9%, ενώ τα ίδια κεφάλαια κατά 14,2%. Η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων παρέμεινε σταθερή στο 10,4%, ενώ το περιθώριο μεικτού κέρδους σημείωσε ελαφρά άνοδο στο 15,8%, όπως και το περιθώριο καθαρού κέρδους το οποίο αυξήθηκε σε 6,3%.

Οι εξελίξεις στο εμπόριο

“‘Ετος ανάπτυξης ήταν και το 2007 για τις εμπορικές επιχειρήσεις. Το 70% των επιχειρήσεων του δείγματος διεύρυνε τις πωλήσεις και τα μεικτά κέρδη, ενώ το 64,1% αύξησε τα καθαρά κέρδη. Σημαντικές αυξήσεις σημειώθηκαν σε όλα τα βασικά μεγέθη των εμπορικών ΑΕ και ΕΠΕ. Το συνολικό ενεργητικό των 608 επιχειρήσεων του δείγματος αυξήθηκε κατά 13,8%, ενώ τα ίδια κεφάλαιά τους κατά 17,0%. Η αύξηση των πωλήσεων ήταν αξιοσημείωτη (13,9%), ενώ η βραδύτερη άνοδος του κόστους οδήγησε σε διεύρυνση των μεικτών κερδών κατά 17,4%, αλλά η αύξηση των προ φόρου κερδών ήταν περιορισμένη. Τούτο όμως οφείλεται σε τεχνικούς λόγους. Κατ’ αρχάς, το καθαρό αποτέλεσμα του 2006 επηρεάστηκε σημαντικά από τα υψηλά λοιπά λειτουργικά έσοδα μεγάλης εισηγμένης εταιρείας, τα οποία προέκυψαν λόγω διαρθρωτικών αλλαγών. Το 2007, όμως, δεν υπήρξαν τέτοια έσοδα και το καθαρό αποτέλεσμα επηρεάστηκε ανάλογα.

Δεύτερον, τα συνολικά κέρδη επηρεάστηκαν επίσης από εξελίξεις σε δύο άλλες εταιρείες με σημαντική παρουσία στο εμπόριο: η μία από αυτές λειτούργησε σε περιορισμένη κλίμακα, ενώ η άλλη αδράνησε. ‘Ετσι, οι μεγάλες ζημίες που είχαν καταγραφεί το 2006, περιορίστηκαν δραστικά το 2007. Εάν δεν συμπεριληφθούν οι τρεις αυτές εταιρείες, η μεταβολή των συνολικών καθαρών κερδών το 2007 ήταν 35,6%. Η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων μειώθηκε από 27,7% το 2006 σε 24,5% το 2007. Εάν δεν συνυπολογιστεί η επίδραση των τριών επιχειρήσεων που προαναφέρθηκαν, ο δείκτης διαμορφώνεται σε 23,0% το 2006 και 26,3% το 2007. Το περιθώριο μεικτού κέρδους δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα και ανήλθε σε 22,3% το 2007. Το περιθώριο καθαρού κέρδους σημείωσε κάμψη σε 5,6% το 2007 από 6,1% το 2006, ωστόσο, αφαιρούμενης της επίδρασης των παραπάνω εταιρειών, διαμορφώνεται σε 4,8% το 2006 και 5,7% το 2007″.