Κοινή είναι η εκτίμηση ότι ψυχραίνοντας ο καιρός, η τάση μετατόπισης της ζήτησης προς τα φτηνότερα FMCG, συναρτώμενη με τη χρεία της –πανάκριβης φέτος– θέρμανσης των νοικοκυριών και της κάλυψης όλων των άλλων αναγκών τους, που κοστίζουν κι αυτές ακριβότερα από πέρυσι, θα αποκτά βαθύτερο και μονιμότερο αποτύπωμα. Αλλά τα ίχνη της είναι ήδη ορατά στις πωλήσεις…

Ζητήσαμε, λοιπόν, από την IRI Hellas να μας προσφέρει μια ενδεικτική γενική εποπτεία των εξελίξεων του τζίρου σε δύο από τις πιο νευραλγικές κατηγορίες των τροφίμων, των τυριών και του κρέατος, που δείχνουν λίγο ή περισσότερο τις σχετικές μετατοπίσεις της ζήτησης.

Βάσει, λοιπόν, των στοιχείων οκταμήνου της IRI Hellas ως τον Αύγουστο φέτος, οι πωλήσεις γενικά των τυριών μέσω των σούπερ μάρκετ μειώθηκαν κατά 5,4% σε κιλά, αλλά αυξήθηκαν κατά 7,7% σε αξία σε σύγκριση με το αντίστοιχο οκτάμηνο πέρυσι. Με άλλα λόγια, τα τυριά φέτος κατά μέσο όρο ανατιμήθηκαν άνω του 13% (στον υπολογισμό της ανατίμησης η IRI έχει ενσωματώσει την ανασχετική επίδραση των προωθητικών ενεργειών και των προσφορών). Οι ποσότητες των μεν τυριών που αγοράζονται από τον πάγκο κοπής μειώθηκαν στο οκτάμηνο κατά 5,5%, αλλά σε αξία ο τζίρος τους ενισχύθηκε κατά 8,4%, των δε συσκευασμένων μειώθηκαν κατά 5,1%, αλλά σε αξία ο τζίρος τους αυξήθηκε κατά 6,3%. Συνεπώς τα τυριά του πάγκου κοπής ανατιμήθηκαν κατά 13,9% και τα συσκευασμένα κατά 11,4%. Ωστόσο, τα τυριά πάγκου παραμένουν φθηνότερα των συσκευασμένων, καθώς φέτος κοστίζουν κατά μέσο όρο 9,0 ευρώ το κιλό από 7,90 ευρώ πέρυσι το αντίστοιχο οκτάμηνο, έναντι 11,30 ευρώ το κιλό των συσκευασμένων φέτος από 10,10 ευρώ πέρυσι. Έτσι, αν και η υποχώρηση των πωλήσεων σε κιλά στις δύο κατηγορίες είναι παρόμοια και παρότι τα τυριά του πάγκου κοπής έχουν ανατιμηθεί ποσοστιαία περισσότερο απ’ όσο τα συσκευασμένα, εντούτοις εμφανίζουν εντονότερη εμπορική κίνηση, καθότι είναι φτηνότερα. Θα είχε ασφαλώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον το θέμα, αν είχαμε σχετικά στοιχεία πωλήσεων και από τα εναλλακτικά κανάλια διανομής, αλλά το βέβαιο είναι, πρώτον, ότι οι πελάτες των σούπερ μάρκετ ψωνίζουν φέτος λιγότερα τυριά, δεύτερον, επισκέπτονται περισσότερο τον πάγκο κοπής, απ’ όπου, τρίτον, αγοράζουν πιθανώς και ακριβότερα τυριά, που προηγουμένως τα ψώνιζαν συσκευασμένα.

Η περίπτωση της κατηγορίας του κρέατος
Σύμφωνα με αντίστοιχα στοιχεία της IRI Hellas, συνολικά η κατηγορία του λευκού και του κόκκινου κρέατος (εκτός αμνοεριφίων) υποχώρησε σε τόνους φέτος στο οκτάμηνο κατά 2,6%, αλλά αύξησε τον τζίρο της σε αξία κατά 9,3% (ανατίμηση κατά μέσο όρο 11,9% συγκριτικά με το οκτάμηνο πέρυσι). Ειδικότερα, οι πωλήσεις χοιρινού κρέατος αυξήθηκαν κατά 1,1% σε τόνους και κατά 9,1% σε αξία (ανατίμηση 10,2%), ενώ οι πωλήσεις του μοσχαρίσιου κρέατος μειώθηκαν σε τόνους κατά 6,9%, αλλά σε αξία αυξήθηκαν κατά 9,7% (ανατίμηση 16,6%). Αν ληφθεί υπόψιν η υποχώρηση στο οκτάμηνο φέτος της διανομής μοσχαρίσιου κρέατος περίπου κατά ενενήντα τόνους και η αύξηση, αντίθετα, της διανομής του χοιρινού κρέατος περίπου κατά είκοσι τόνους, είναι μάλλον ασφαλές να υποτεθεί ότι, τουλάχιστον εν μέρει, το χοιρινό έχει υποκαταστήσει το μοσχαρίσιο κρέας στο καλάθι αγορών του νοικοκυριού. Ωστόσο, η κάθε αλυσίδα οφείλει να αναλύσει τα σχετικά στοιχεία των πωλήσεών της, δεδομένης της μεγάλης εσωτερικής ποικιλίας ποιοτήτων και τιμών ανά είδος κρέατος, προκειμένου να σταθμίσει τις μετατοπίσεις των αγοραστικών προτιμήσεων της πελατείας της. Πράγματι, πόσοι άραγε είναι σε θέση να σταθμίσουν σήμερα κατά προσέγγιση –ανά περιφέρεια και κατάστημα– π.χ. από ποια κατηγορία κρέατος προσελκύεται κοινό στο φρέσκο κοτόπουλο, που έχει ανατιμηθεί φέτος κατά 18,3% (σε κιλά οι πωλήσεις του μειώθηκαν στο οκτάμηνο κατά 2,7%, αλλά σε αξία αυξήθηκαν κατά 15,6%), και προς ποιες κατηγορίες, κρέατος ή άλλες, κατευθύνεται εναλλακτικά ο άλλοτε τακτικός καταναλωτής του φρέσκου κοτόπουλου; Η λύση τέτοιων ασκήσεων είναι ασφαλώς γρίφος, αλλά η παραίτηση από την προσπάθεια επίλυσής τους θα επισωρεύσει παραπάνω κόστος εξαιτίας διαχειριστικών αστοχιών.

Πονοκέφαλος για τις αλυσίδες
Επιπροσθέτως επισημαίνουμε ότι η γενική τάση από την έναρξη των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας το 2020 ήταν η ενίσχυση του τζίρου γενικά των συσκευασμένων προϊόντων, για λόγους αποφυγής του συνωστισμού. Απ’ όταν άρχισε να εκδηλώνεται το ανατιμητικό κλίμα από το δεύτερο εξάμηνο του 2021, ενισχύεται η ζήτηση των τροφίμων που διατίθενται και από πάγκους κοπής. Τούτο, πάντως, φέρνει σε δύσκολη θέση τις διοικήσεις των σούπερ μάρκετ, καθώς ό,τι εξοικονομούν από άποψη κόστους αγορών οι πελάτες τους, ψωνίζοντας από τους πάγκους κοπής, το επιβαρύνονται ως πρόσθετο λειτουργικό κόστος οι ίδιες, εφόσον υποχρεώνονται είτε να ενισχύουν με πρόσθετες εργατοώρες την παροχή σέρβις είτε αναβάλλουν τη στρατηγική ενίσχυση των σελφ σέρβις τμημάτων τροφίμων, που την επιδιώκουν στο πλαίσιο των προσπαθειών περιορισμού του χρόνου εργασίας και κυρίως της φύρας στους πάγκους κοπής.

Έμφαση στις βασικές και φτηνές αγορές
Το μερίδιο των PL προϊόντων στις πωλήσεις του κλάδου εξελίσσεται μάλλον απρόβλεπτα φέτος. Αυτό το «απρόβλεπτα» αιτιολογείται από το γεγονός ότι κάποιες αλυσίδες τα αξιοποιούν ως στρατηγικό όπλο αιχμής σε μια τόσο δυναμικά μεταβαλλόμενη τραγική συγκυρία για το καταναλωτικό εισόδημα… Στο οκτάμηνο φέτος το μερίδιό τους, λοιπόν, κατά την IRI ήταν 15,9% επί των γενικών πωλήσεων του κλάδου, αυξημένο κατά 11,2% συγκριτικά με το οκτάμηνο του 2021 και λίγο ψηλότερα από το επίπεδο διακύμανσής του το 2018.

Ας δούμε, όμως, ειδικότερα τι δείχνει το νέο εργαλείο ανάλυσης της IRI Hellas, το «Εβδομαδιαίο βαρόμετρο τάσεων», που μελετά σε εβδομαδιαία βάση την εξέλιξη των πωλήσεων σε αξία και σε τεμάχια προϊόντων ως προς τη δυναμική των ανατιμήσεών τους. Ως βάση ανάλυσης του «βαρόμετρου» έχει διαμορφωθεί ένα τυπικό «καλάθι» αγορών, στο οποίο συμμετέχουν σταθμισμένα εξήντα κατηγορίες FMCG σταθερού barcode, κατά τρόπο ώστε λαμβάνονται υπόψιν αφενός η επίδραση των προσφορών και αφετέρου το μίγμα μικρών και μεγάλων κωδικών (τεμαχίων). Το «βαρόμετρο», λοιπόν, αποτυπώνοντας τη δυναμική της αγοράς από την έναρξη του έτους ως τις 18 Σεπτεμβρίου, δείχνει μια άνοδο του κλαδικού τζίρου σε αξία στις εξήντα επιλεγμένες βασικές κατηγορίες προϊόντων κατά 4,7% έναντι 4% του γενικού συνόλου της αγοράς, η οποία αναλυόμενη δίνει ποσοστά ανάπτυξης στα μεν επώνυμα προϊόντα 3,3% έναντι 2,6% του συνόλου της αγοράς των επώνυμων προϊόντων, στα δε PL 12,5% έναντι 12,3% του συνόλου της αγοράς των PL. Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι η εστίαση του αγοραστικού ενδιαφέροντος στις βασικές κατηγορίες προϊόντων και η απομάκρυνσή του από τις λεγόμενες «περιφερειακές» αγορές.

Σε τεμάχια, όμως, η γενική αγορά υποχώρησε κατά 1,2%. Στην ανάλυσή της αυτή η υποχώρηση δείχνει μια μείωση κατά 2,6% στις βασικές κατηγορίες επώνυμων προϊόντων έναντι 2,5% της γενικής αγοράς των επώνυμων προϊόντων, αλλά αύξηση των πωλήσεων σε τεμάχια των βασικών PL προϊόντων κατά 3,9% έναντι 3,6% της γενικής αγοράς τους. Εδώ το συμπέρασμα που προκύπτει σχετίζεται με την έμφαση των νοικοκυριών στην αναζήτηση οικονομικά φθηνότερων προϊόντων.

Επίσης, το «βαρόμετρο» δείχνει μια μέση ανατίμηση των προϊόντων των εν λόγω εξήντα κατηγοριών κατά 6% έναντι 5,3% του συνόλου της αγοράς, η οποία στην ανάλυσή της δηλοί μια ανατίμηση της τάξης του 6% των βασικών επώνυμων προϊόντων έναντι 5,2% της γενικής αγοράς τους και της τάξης του 8,2% των βασικών PL έναντι 8,4% της γενικής αγοράς τους.

Επιβεβαιώνεται, με άλλα λόγια, ότι τόσο ο όγκος των PL (τεμάχια) όσο και οι τιμές τους ανεβαίνουν, πράγμα που σημαίνει, όπως έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενο τεύχος, ότι η «υπερβάλλουσα» ανατίμηση των PL απηχεί πρόσφατες μετακινήσεις της καταναλωτικής προτίμησης από ακριβά επώνυμα προϊόντα σε ακριβά αντίστοιχά τους ιδιωτικής ετικέτας.

Τέλος, το «βαρόμετρο» της IRI Hellas δείχνει ότι το «καλάθι» των επώνυμων προϊόντων του κοστίζει φέτος 194,58 ευρώ έναντι 180,91 ευρώ πέρυσι, ενώ το αντίστοιχο «καλάθι» των PL του κοστίζει 135,5 ευρώ έναντι 123,8 ευρώ πέρυσι. Δηλαδή, η αξία του «καλαθιού» των PL, συγκρινόμενη ως προς τη διαφορά του από τις τιμές των «καλαθιών» των brands στη διετία, φέτος είναι κατά 2 ευρώ φθηνότερο από πέρυσι (δηλαδή, πέρυσι απείχε από το «καλάθι» των επώνυμων προϊόντων 57 ευρώ, ενώ φέτος απέχει 59 ευρώ).