Χειρότερη ψυχολογική στάση στο εργασιακό περιβάλλον από αυτή της δυσφορίας, τελικά, δεν υπάρχει. Μπορεί ο φόβος να «φυλάει τα έρμα», όπως πρέσβευε το εμπειρικό παλαιάς κοπής μάνατζμεντ, αλλά η δυσφορία του υφισταμένου, κυρίως όταν είναι πλέον τόσο «βρεγμένος» όσο να μην «φοβάται τη βροχή», είναι περισσότερο διαλυτική από οτιδήποτε άλλο φαντάζεται ο μάνατζερ σε καιρό κρίσης. Η κρίση εκβιάζει και τρομοκρατεί, δοκιμάζει τις αντοχές και λιγοστεύει τις ανοχές όλων, εθίζει στις απειλές και στην ανασφάλεια διαρκείας. ‘Ομως, επειδή ο διαρκής φόβος δεν είναι φυσιολογική κατάσταση της ζωής -πολύ περισσότερο, όταν εκδηλώνεται προδρομικά των συνεπειών του φόβητρου- η αντίδραση που υφέρπει μέχρι να εκφραστεί απροσχημάτιστα είναι αυτή της γενικής δυσφορίας, μιας δυσφορίας γεμάτης σαρκασμό κι αδιαφορία.

Εν όψει «πιθανού κινδύνου» πολλοί πίπτουν στο αμάρτημα της καταστροφολογίας, ποντάροντας στο ότι έτσι οι αξιώσεις για τα κεκτημένα των υφισταμένων τους (εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα) θα αμβλυνθούν τόσο, ώστε και μόνο αυτό θα μετρίαζε κάμποσο τις απώλειες, εξασφαλίζοντας συν τοις άλλοις («δοθείσης της ευκαιρίας», που λένε) και μακροπρόθεσμα «πλεονεκτήματα» στους υστερόβουλους. Η σύλληψη είναι εξόχως βλακώδης όσο και αντικοινωνική. Γιατί στη χειρότερη περίπτωση αγνοεί ότι έτσι, σε χρόνο που ο κίνδυνος δεν θα είναι απλώς πιθανότητα, αλλά πραγματικότητα, η καταστροφή θα φαίνεται βεβαία, καθώς όσοι θα μπορούσαν με αυτοθυσία να την αποτρέψουν θα στρέφουν με σαρκασμό τις πλάτες τους, αν όχι και με τη χαιρεκακία του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού».

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 384 (Μάιος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (Εκδόσεις Comcenter).