Την καταχώρηση του εθνικού της ποτού, raki, ως προϊόντος με «γεωγραφική ένδειξη» επιχειρεί η Τουρκία, με σχετική της αίτηση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία κατατέθηκε στις 9 Μαΐου. Πρόκειται για ένα αλκοολούχο ποτό που παρότι έχει την ίδια επωνυμία με τη γνωστή σε μας κρητική ρακή, στην πραγματικότητα προσομοιάζει περισσότερο στο ούζο, καθώς περιέχει γλυκάνισο, που του δίνει τη χαρακτηριστική του γεύση. Στην Τουρκία η raki πίνεται παραδοσιακά με νερό και πάγο και είναι γνωστή και ως «γάλα του λιονταριού», από το χρώμα που παίρνει όταν αναμειγνύεται με νερό, αλλά και από την υψηλή περιεκτικότητά της σε αλκοόλ, που κυμαίνεται στο 40%. Η πιο γνωστή μάρκα raki είναι η Yeni Raki, η οποία ξεκίνησε τη δραστηριότητά της το 1944 και σήμερα ανήκει στον όμιλο Diageo. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται κάτι τέτοιο από την Τουρκία: το 2013 η Ένωση Τούρκων Παραγωγών Παραδοσιακών Αλκοολούχων Ποτών (GISDER) επίσης επιχείρησε την κατοχύρωση της τουρκικής raki, περιγράφοντάς την ως ένα ποτό με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παράγεται στην Τουρκία, με σκοπό να βάλει «φρένο» στην κυκλοφορία προϊόντων με την επωνυμία «raki» που κυκλοφορούν κυρίως στη Γερμανία και παράγονται εκεί. Ωστόσο, η διαδικασία δεν προχώρησε τότε.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος raki, προερχόμενος από την αραβική λέξη arak, χρησιμοποιείτο επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να περιγράψει όλα τα αποστάγματα – εξ ου και αποστάγματα με αυτήν ή με παρόμοια επωνυμία υπάρχουν, πέρα από την Τουρκία και την Ελλάδα, και στην Αλβανία, τη Ρουμανία και σε σλαβικές χώρες. Σημειώνεται ότι, αν και η Ελλάδα είναι μία από τις πιο δραστήριες χώρες στον κατάλογο των αποσταγμάτων που προστατεύονται με «γεωγραφική ένδειξη», έχοντας κατοχυρώσει συνολικά 15 παραδοσιακά ελληνικά ποτά, ο όρος «ρακή» δεν έχει κατοχυρωθεί, καθώς πρόκειται για όρο που χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη, αντί της επίσημης επωνυμίας «τσικουδιά». Αντίθετα, στην κοινοτική νομοθεσία για τα αλκοολούχα ποτά, το «τσίπουρο» και η «τσικουδιά» αναγνωρίζονται ως προστατευόμενες ονομασίες ποτών που παράγονται αποκλειστικά στην Ελλάδα, και μάλιστα για τις παρακάτω περιοχές έχουν καθιερωθεί οι αντίστοιχες γεωγραφικές ενδείξεις: Τσίπουρο Θεσσαλίας, Τσίπουρο Μακεδονίας, Τσίπουρο Τυρνάβου και Τσικουδιά Κρήτης.

Τα ελληνικά αποστάγματα με «γεωγραφική ένδειξη»
Τα ελληνικά αποστάγματα που έχουν κατοχυρωθεί με γεωγραφική ένδειξη είναι τα εξής: Ούζο, Τεντούρα, Κουμκουάτ Κέρκυρας, Κίτρο Νάξου, Μαστίχα Χίου, Τσικουδιά Κρήτης, Τσίπουρο Θεσσαλίας, Τσίπουρο Τυρνάβου, Τσίπουρο Μακεδονίας, Ούζο Μυτιλήνης, Τσικουδιά/Τσίπουρο, Ούζο Πλωμαρίου, Ούζο Καλαμάτας, Ούζο Θράκης, Ούζο Μακεδονίας.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter