Πρόσφατη έρευνα που έγινε για λογαριασμό της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος, με τη στήριξη του ΒΕΑ, έδειξε, μεταξύ άλλων, ότι στην Αττική κατά το 87,2% οι καταναλωτές δηλώνουν ότι αγοράζουν ψωμί από το αρτοποιείο της γειτονιάς τους, κατά το 6,2% από πρατήριο άρτου και κατά το 6% από το σούπερ μάρκετ.

Οι 9 στους 10 πιστεύουν ότι οι φούρνοι της γειτονιάς προσφέρουν καλύτερης ποιότητας ψωμί σε σχέση με των σούπερ μάρκετ. Κατά τo 7% θεωρούν ότι δεν διαφέρει ιδιαίτερα σε ποιότητα και μόλις κατά το 3%, θεωρούν ότι τα σούπερ μάρκετ διαθέτουν καλύτερο ψωμί. Από τη συσχέτιση του σημείου αγοράς με τη συχνότητα κατανάλωσης, προέκυψε ότι οι καταναλωτές που αγοράζουν ψωμί κυρίως από τα σούπερ μάρκετ, καταναλώνουν λιγότερες ποσότητες και αγοράζουν ψωμί πολύ πιο αραιά από τον μέσο όρο.

Επίσης, στην πλειοψηφία τους οι καταναλωτές δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν, αν το ψωμί που ψήνεται στα σούπερ μάρκετ είναι φρέσκο ή κατεψυγμένο/προψημένο. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, η διάθεση κατεψυγμένου ή προψημένου ψωμιού φαίνεται ότι αποτελεί σοβαρό αντικίνητρο αγοράς από τα σημεία πώλησης που το διαθέτουν.

Κατά το 45% τα νοικοκυριά αγοράζουν ψωμί καθημερινά, ενώ κατά το 25% μέρα παρά μέρα. Στο λεκανοπέδιο, η σχετικά υψηλότερη ημερήσια κατανάλωση καταγράφεται στη Δυτική και Ανατολική Αττική, στα Δυτικά προάστια, και στις περιοχές του Πειραιά. Ημερήσια κατανάλωση κάτω του μέσου όρου καταγράφεται στα νοτιοανατολικά προάστια, τον Δήμο Αθηναίων και τα βόρεια προάστια. Τα 8 στα 10 νοικοκυριά καταναλώνουν μισό κιλό ψωμί την ημέρα.