Όσοι έχουν δει την ταινία του Τέρι Γκίλιαμ, μέλους των Μόντι Πάιθον, Μπραζίλ, που συνάρπασε το κοινό το 1985, θα θυμούνται τις εμβληματικές σκηνές της σταδιακής παραμόρφωσης της μητέρας του πρωταγωνιστή μέσα από την υποβολή της σε αλλεπάλληλες αισθητικές επεμβάσεις. Πρόκειται για μια γυναίκα που συνδέεται με το ολοκληρωτικό καθεστώς της χώρας, ο γιος της οποίας εργάζεται στην υπηρεσία Ανάκτησης Δεδομένων του ισχυρότατου Υπουργείου Πληροφοριών. Κάθε στοιχείο της ταινίας είναι σοφά επιλεγμένο ώστε να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για ένα μέλλον που σήμερα είναι ήδη εδώ.

Οι πλαστικές επεμβάσεις ήταν ένα θέμα της επικαιρότητας κατά τη δεκαετία του ’80. Δεν είναι τυχαίο πως ο εμπνευσμένος σκηνοθέτης επιλέγει να παρουσιάσει τη ματαιόδοξη προσπάθεια ατόμων -υψηλού κατά κανόνα εισοδήματος- να εξουσιάσουν ακόμη και τον χρόνο, τραβώντας κυριολεκτικά την υπόθεση στα άκρα. Η γυναίκα, που έχει υψηλές διασυνδέσεις με την απολυταρχική εξουσία, απαιτεί χειρουργικές επεμβάσεις όλο και πιο συχνά και ο πλαστικός χειρουργός ανταποκρίνεται, εφόσον το αντίτιμο καταβάλλεται, χωρίς αναστολές, μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή. Οι παραμορφωτικοί καθρέφτες δείχνουν στο υποκείμενο αυτό που θέλει να δει, ακόμη κι όταν όλοι οι άλλοι τρομάζουν με την αληθινή εικόνα, που τελικά κρύβεται κάτω από γάζες, μουμιοποιημένη.

Ας επιτραπεί μια ακόμη παραπομπή σε καλλιτεχνικό έργο, που έχει επίσης σχέση με την παραμόρφωση της πραγματικότητας: Στο βιβλίο του Πορτογάλου νομπελίστα Ζοζέ Σαραμάγκου «Ο θάνατος του Ρικάρντο Ρέις», μέσω του οποίου ο συγγραφέας δίνει ζωή σε ένα από τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο διάσημος Φερνάντο Πεσόα για να υπογράφει τα έργα του, εκφράζοντας, όπως έλεγε ο ίδιος τα διαφορετικά πρόσωπα που έκρυβε μέσα του, περιγράφει μια σκηνή με πρωταγωνιστή τον υπέργηρο μεγιστάνα Τζον Ντ. Ροκφέλερ. Απολαμβάνοντας το πρωινό του, ο Ροκφέλερ διαβάζει την εφημερίδα που καθημερινά τυπώνουν μόνο για τα μάτια του οι Τάιμς της Νέας Υόρκης. Καθώς πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, η εφημερίδα, κατά παραγγελία των κληρονόμων του, συνθέτει μια άλλη πραγματικότητα, που έχει μόνο καλές ειδήσεις. Το 1936, χρονιά του ισπανικού εμφύλιου, όταν στην Ευρώπη σημειώνονταν κοσμοϊστορικές συγκρούσεις, που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα πορεία προς τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο δημιουργός της Στάνταρντ Όιλ διάβαζε για τους σταθερούς δείκτες στο Χρηματιστήριο και για έναν κόσμο που ζούσε στιγμές ειρήνης και ευημερίας.

Σήμερα που η πληροφορία έχει πολύ περισσότερα κανάλια διάχυσης, ο έλεγχος και η διαχείρισή της με στόχο την κατασκευή μιας εικόνας που θα καθησυχάζει τους αποδέκτες της για τη σταθερότητα της οικονομίας και τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, αλλά και για τις προοπτικές μιας ανάπτυξης επωφελούς για όλους, γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη υπόθεση. Τόσο που στον λάκκο για το θάψιμο της αλήθειας πέφτουν όλο και πιο συχνά κάποιοι από εκείνους που τον σκάβουν ή παρακολουθούν απλώς τη διαδικασία δημιουργίας του. Τα δεδομένα και οι αναλύσεις που χτίζουν μια πλαστή εικόνα για το παρόν και το μέλλον, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα είναι ζοφερή, οι ειδήσεις που επιλέγεται να μπουν στο σύστημα ενημέρωσης με κριτήριο το πόσο ταιριάζουν στα καλά νέα που πρέπει να πληροφορούνται οι αποδέκτες, τα θέματα της επικαιρότητας που εξαφανίζονται, εκτός κι εάν δημοσιοποιηθούν σε κάποιο από τα κοινωνικά δίκτυα, τα ζητήματα εξαιρετικής σοβαρότητας που κάνουν ένα σύντομο πέρασμα από τα δελτία ειδήσεων, για να δημιουργήσουν το άλλοθι της αντικειμενικότητας, όλα αυτά και άλλα πολλά είναι συνήθης πλέον πρακτική όσων αξιοποιούν την εξέλιξη των επιστημών για τη χειραγώγηση του κοινού.

Όμως, η επιστήμη δεν έχει καταφέρει ακόμη να αναστρέψει τη διαδικασία γήρανσης ανθρώπων και συστημάτων. Οι παραμορφωτικοί καθρέφτες κάνουν την εικόνα απλώς πιο αποκρουστική, ενώ παράλληλα η καθημερινότητα αποκαλύπτει την αλήθεια. Το αυξανόμενο άγχος για τη διασφάλιση μιας ανεκτής ποιότητας ζωής χαρακτηρίζει την πλειονότητα των πολιτών, ενώ η ανασφάλεια γιγαντώνεται για την πλειονότητα των επιχειρήσεων. Τα «νέα» για την εκτόξευση της οικονομίας, για τις χιλιάδες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, για τις επενδύσεις που επιβραβεύουν την καλή μας πορεία, για την πανδημία που ξεθωριάζει σαν ένα κακό όνειρο, για τους νέους επιστήμονες που επιστρέφουν στη χώρα και κάθε μεγαλοστομία που δεν έχει αντίκρισμα, μοιάζει με άρθρο πλαστής εφημερίδας ενός υπέργηρου πολυεκατομμυριούχου ή με την αντανάκλαση ενός παραμορφωτικού καθρέφτη, που επιστρέφει ό,τι η λογική δεν μπορεί να αποδεχθεί.