Ο κόσμος μας δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο αναφορικά με την αντιμετώπιση της πείνας και του υποσιτισμού. Η παγκόσμια ύφεση των προηγούμενων ετών και η πλανητική πανδημία ως κορυφή του παγόβουνου υπονόμευσαν και υπονομεύουν την επισιτιστική ασφάλεια.

Σύμφωνα με τις αξιολογήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη από -0,3% τον Δεκέμβριο πέρυσι ανήλθε σε 2% τον Μάιο, έπεσε οριακά τον Ιούνιο στο 1,9% και ανέβηκε στο 2,2% τον Ιούλιο, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 22 χρόνων. Αντίστοιχα στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Ιουνίου, εκτινάχθηκε σε υψηλό 13 ετών (5,4% ετησίως), ενώ ο δομικός πληθωρισμός αυξήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 1991 (4,5% ετησίως).

H αυξητική τάση του δείκτη μεταβολής των τιμών οφείλεται κυρίως στις ανατιμήσεις των ενεργειακών αγαθών (πετρελαίου, φυσικού αερίου κ.ά.) από -9,7% τον Απρίλιο του 2020 σε 13,1% τον Μάιο φέτος και στην επιβολή φόρων στην κατανάλωση άνθρακα στη Γερμανία τον Ιανουάριο του 2021. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν, επίσης, η αύξηση των ναύλων και του κόστους των θαλάσσιων μεταφορών εξαιτίας των αυξημένων εμπορευματικών συναλλαγών, των διαταράξεων στις θαλάσσιες μεταφορές και των δυσλειτουργιών στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, αλλά και η αύξηση της ζήτησης μεταχειρισμένων οχημάτων (45,2% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο στις ΗΠΑ) λόγω της παγκόσμιας έλλειψης ημιαγωγών.

Αντίστοιχη τάση ανόδου των τιμών καταγράφηκε και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, από τη σύγκριση του Γενικού ΔΤΚ μηνός Ιουνίου φέτος με τον Ιούνιο του 2020 προκύπτει αύξηση 1% έναντι μείωσης 1,6% κατά τη σχετική σύγκριση 2020/2019, ενώ ο Γενικός ΔΤΚ τον Ιούνιο φέτος στη σύγκρισή του με τον Μάιο παρουσίασε αύξηση 0,9% έναντι μηδενικής μεταβολής κατά την αντίστοιχη σύγκριση αυτών των μηνών του προηγούμενου έτους. Επιπλέον, από τη σύγκριση του Γενικού ΔΤΚ τον Ιούλιο φέτος με τον αντίστοιχο Δείκτη τον Ιούλιο του 2020 προέκυψε αύξηση 1,4% έναντι μείωσης 1,8% κατά τη σχετική σύγκριση 2020/2019. Πάντως, μεταξύ Ιουλίου και Ιουνίου φέτος διαπιστώθηκε μείωση 1,4%.
Όμως, το σημαντικό είναι ότι οι εν λόγω αυξήσεις καθοδηγούνται από ανατιμητικές τάσεις στα είδη λαϊκής κατανάλωσης, με σοβαρές επιπτώσεις στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες. Όπως αναφέρεται στην έκθεση Global & Regional Focus Note (Τομέας Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας Διεθνών Κεφαλαιαγορών της Eurobank), «οι τιμές των εμπορευμάτων έχουν αυξηθεί από την αρχή της πανδημίας σωρευτικά περίπου 60%. Ειδικότερα στην ενέργεια έχουν αυξηθεί κατά 90% μεταξύ Απριλίου 2020-Αυγούστου 2021, ενώ στο πετρέλαιο Brent έχουν τριπλασιαστεί, περίπου 70 δολ./bbl σήμερα από 19 δολ./bbl στις 21 Απριλίου 2020, οπότε βρέθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο την τελευταία εικοσαετία και περισσότερο.

Τα βιομηχανικά μέταλλα αυξήθηκαν κατά 77%, τα αγροτικά προϊόντα και τα σιτηρά κατά 67%, ενώ οι τιμές για τη στέγαση (κατοικία) αυξάνονται από την έναρξη της πανδημίας ταχύτερα σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο (12,6% και 9,0% ετησίως αντίστοιχα) απ’ όσο στην Ευρωζώνη (5,8%)». Επιπλέον στη χώρα μας, σύμφωνα με τη ΡΑΕ, εγκρίθηκε αύξηση 3% στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος από 1ης Αυγούστου –ειδικότερα 3,3% για οικιακούς καταναλωτές χαμηλής τάσης, 3% για Δικαιούχους Κοινωνικού Τιμολογίου, 6,5% για μικρές επιχειρήσεις.Η μοναδική μείωση  (2%) αφορά πελάτες της ενεργοβόρου και βαριάς βιομηχανίας. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, «μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οι πληθωριστικές προσδοκίες παραπέμπουν σε άνοδο του πληθωρισμού, η έκταση της οποίας όμως περιβάλλεται από αβεβαιότητα…».

Πληθωρισμός, ακριβός δανεισμός και πείνα
Η ανησυχία για την απότομη αύξηση του πληθωρισμού καταλαμβάνει τους στρατηγικούς αναλυτές σε όλο τον κόσμο, καθώς, επιδρώντας ο πληθωρισμός αυξητικά στο κόστος του δανεισμού, προμηνύει οξύτατα προβλήματα επιχειρήσεων και κρατών, που στη διάρκεια της πανδημίας άντλησαν σημαντικά κεφάλαια από ομολογιακές αγορές. Το σημαντικότερο πρόβλημα, όμως, είναι η επίδραση του πληθωρισμού στα είδη λαϊκής κατανάλωσης, κυρίως στα τρόφιμα, άρα η ικανότητα μεγάλων μαζών του παγκόσμιου πληθυσμού να διατρέφονται επαρκώς. Συγκεκριμένα, ο δείκτης τιμών του Οργανισμού Γεωργίας και Τροφίμων του ΟΗΕ τον Ιούνιο φέτος ήταν 33,9% αυξημένος σε σχέση με ένα χρόνο πριν, ο δείκτης των δημητριακών ήταν αυξημένος κατά 33,8% και των γαλακτοκομικών κατά 21,6%.

Σύμφωνα με έρευνα του ΔΝΤ, οι λόγοι που συντέλεσαν στις ανατιμήσεις των τροφίμων είναι συγκυριακοί, όπως η επιδημία αφρικανικού πυρετού των χοίρων στην Κίνα το καλοκαίρι του 2018, τα μέτρα που εφαρμόστηκαν κατά της πανδημίας και η αύξηση του κόστους μεταφορών (π.χ. το μεταφορικό κόστος με ποντοπόρα πλοία αυξήθηκε δυο-τρεις φορές τον τελευταίο χρόνο). Επιπλέον, οι παγκόσμιες τιμές παραγωγού τροφίμων βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα –τον Μάιο φέτος κατέγραψαν αύξηση της τάξης του 47,2% (π.χ. μεταξύ Μαΐου 2020 και Μαΐου 2021 οι τιμές της σόγιας αυξήθηκαν κατά 86% και του καλαμποκιού κατά 111%). Σημαντικό ρόλο στις ανατιμήσεις έπαιξαν η ζήτηση προϊόντων διατροφής και κτηνοτροφών, που παρέμεινε σταθερή, η επίδραση των περιοδικών καιρικών φαινομένων και η ισχυρή ζήτηση βιοκαυσίμων, που ενίσχυσε τις τάσεις κερδοσκοπικής ζήτησης.

Το φάσμα του λιμού και της διατροφικής ανασφάλειας
Στο πλαίσιο αυτό, τον Ιούλιο δημοσιοποιήθηκε η έκθεση του Παγκόσμιου Επισιτισμού του ΟΗΕ για τη Διατροφική Ασφάλεια και τη Διατροφή του Πλανήτη, βασικό πόρισμα της οποίας είναι η αύξηση κατά 320 εκατομμύρια (από 2,05 δισ. σε 2,37 δισ.) των ανθρώπων που δεν έχουν πρόσβαση σε επαρκή και σωστή διατροφή. Αναλυτικότερα, στην έκθεση εκτιμάται ότι το 2020 ο πληθυσμός που αντιμετώπισε το φάσμα της πείνας ανήλθε μεταξύ των 720 και 811 εκατομμυρίων ανθρώπων (ήτοι μεταξύ του 9,2% και του 10,4% του παγκόσμιου πληθυσμού). Βεβαίως, η πείνα δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο σε όλο τον πλανήτη, αφού η Αφρική και η Ασία έχουν τα θλιβερά πρωτεία.
Όμως εκτός της πείνας υπάρχει και η επισιτιστική ανασφάλεια. Αυτή ούτως ή άλλως ήταν σε ανοδική τάση, καθώς από 22,6% επί του παγκόσμιου πληθυσμού το 2014 έφτασε στο 26,6% το 2019. Το 2020 εκτινάχθηκε κυριολεκτικά φτάνοντας το 30,4%! Η πιο μεγάλη αύξηση της διατροφικής ανασφάλειας διαπιστώθηκε στην Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (9%), στην Αφρική (5,4%), ενώ στην Ασία η αντίστοιχη αύξηση ήταν 3,1%. Η αύξηση του κόστους υγιεινής διατροφής σε συνδυασμό με την κατισχύουσα εισοδηματική ανισότητα σημαίνει ότι περίπου τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν είχαν τους πόρους για να διατραφούν υγιεινά, ήτοι περίπου 1,85 δισεκατομμύρια Ασιάτες, ένα δισεκατομμύριο Αφρικανοί, 117 εκατομμύρια Λατινοαμερικάνοι και 17,3 εκατομμύρια Βορειοαμερικανοί και Ευρωπαίοι. Την ίδια στιγμή αναμένεται μέτριος ή σοβαρός υποσιτισμός (wasting) παιδιών κάτω των 5 ετών, πράγμα που αφορά ακόμα 6-7 εκατομμύρια παιδάκια. Σύμφωνα με το συμπέρασμα της έκθεσης, ο κόσμος μας δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο αναφορικά με την αντιμετώπιση της πείνας και του υποσιτισμού. Η παγκόσμια ύφεση των προηγούμενων ετών και η πλανητική πανδημία ως κορυφή του παγόβουνου υπονόμευσαν και υπονομεύουν την επισιτιστική ασφάλεια.

Η Διάσκεψη Κορυφής του ΟΗΕ για τα Συστήματα Τροφίμων 2021 παρουσίασε έξι «διαδρομές μετασχηματισμού» της κατάστασης: 1η είναι η «διαδρομή» της προώθησης πολιτικών ανάπτυξης και οικοδόμησης της ειρήνης σε περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις, 2η της βελτίωσης της ανθεκτικότητας των συστημάτων τροφίμων στις αλλαγές του κλίματος, 3η της ενίσχυσης της οικονομικής ανθεκτικότητας των πιο ευάλωτων πληθυσμών, 4η των παρεμβάσεων στις εφοδιαστικές αλυσίδες για τη μείωση του κόστους κτήσης θρεπτικών τροφίμων, 5η της αντιμετώπισης της φτώχειας και των διαρθρωτικών ανισοτήτων χωρίς αποκλεισμούς και 6η της ενίσχυσης των περιβαλλοντικών προϋποθέσεων υγιεινής των τροφίμων και της αλλαγής της συμπεριφοράς των καταναλωτών σε σχέση με τα διατροφικά πρότυπα, με θετικές συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Αλλά η υποκρισία περισσεύει: Η Oxfam σε έρευνα της (Credit Suisse) κατέδειξε πως από τον Μάρτιο του 2020 ως το τέλος αυτού του έτους συνολικά ο πλούτος των δισεκατομμυριούχων του κόσμου αυξήθηκε κατά 3,9 τρις δολάρια…