Ξεκινώντας από τη μακρινή –αλλά όπως αποδείχτηκε όχι και τόσο μακρινή– Κίνα, ένα πρόβλημα, που αρχικά αντιμετωπίστηκε ως προσωρινό κι όχι διαφορετικό από άλλα τοπικών επιδημιών, έλαβε πανδημικά χαρακτηριστικά μεγάλης έκτασης και επικινδυνότητας. Τα χαρακτηριστικά της υγειονομικής κρίσης, όπως και των μέτρων που ήταν αναγκαία για την αντιμετώπισή της, ήταν τέτοια, που συνεπάγονται ευθύ πλήγμα στις διαδικασίες, ταυτόχρονα, της παραγωγής και της κατανάλωσης.

Ως αποτέλεσμα της πανδημίας, έχει προκληθεί η μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική ύφεση των τελευταίων πολλών δεκαετιών –από το κραχ του 1929, σύμφωνα με τις περισσότερες αναγνώσεις της. Είναι μάλιστα πια σαφές πως η πανδημία, όπως εξελίσσεται, προκαλεί στην παγκόσμια οικονομία όχι απλώς μια πολύ έντονη διαταραχή, αλλά μια βαθιά κρίση. Κρίση δεν σημαίνει καταστροφή –άλλωστε η πανδημία θα τεθεί υπό έλεγχο, όπως αναμένεται, στους επόμενους μήνες. Κρίση σημαίνει, όμως, αδυναμία του συστήματος της οικονομίας να συνεχίσει να εξελίσσεται ομαλά με την προηγούμενη δομή και δυναμική του. Καθώς εξελίσσεται η κρίση, γίνονται σταδιακά περισσότερο σαφείς οι κύριες πλευρές του προβλήματος, τουλάχιστον στον παρόντα χρόνο.

Πρώτο, παρά τις προσπάθειες σε παγκόσμιο επίπεδο, το υγειονομικό πρόβλημα δεν εξαλείφεται εύκολα και θα αφήσει μακροχρόνιο αποτύπωμα. Απαιτεί και θα συνεχίσει να απαιτεί το επόμενο διάστημα επιμονή και υπομονή στην αντιμετώπισή του και συντονισμό μεταξύ κρατών, κυβερνήσεων και επιχειρήσεων. Αναμένεται μεν ότι θα περιοριστεί, αλλά σταδιακά και σε βάθος πολλών μηνών ανάλογα και με την ήδη καταγραφόμενη σχετική επιστημονική πρόοδο, αλλά και τυχαίους παράγοντες. Μια τόσο βαθιά και παρατεταμένη κρίση προκαλεί και δομικές αλλαγές: Οι επιμέρους οικονομίες θα είναι διαφορετικές την «επόμενη ημέρα» της βαθιάς ύφεσης.
Δεύτερο, οι επιπτώσεις σε όλες τις οικονομίες αποδεικνύονται ήδη βαριές και είναι γενικευμένες. Πέραν του άμεσου πλήγματος στις διαδικασίες κατανάλωσης και παραγωγής η χαμηλή ορατότητα μειώνει αισθητά τη διάθεση για ιδιωτικές επενδύσεις και τη δυνατότητα για την εκτέλεση πολλών δημόσιων επενδύσεων, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι το πλήγμα στο διεθνές εμπόριο. Οι εκτιμήσεις για την ύφεση την προηγούμενη χρονιά σε όλες τις μεγάλες δυτικές οικονομίες και παγκοσμίως εκτείνονται στους πρώτους, τουλάχιστον, μήνες της νέας χρονιάς και συνολικά αναθεωρούνται προς το χειρότερο. Η αρχική εκτίμηση ότι την επόμενη χρονιά –δηλαδή φέτος– θα υπάρξει ανάκαμψη, η οποία θα καλύψει την ύφεση της προηγούμενης, φαίνεται πλέον πως είναι πολύ αισιόδοξη. Πάντως, σε επίπεδο παγκόσμιας οικονομίας, συνυπάρχουν μικτές τάσεις, αν και με διαφοροποιήσεις, όπως μεταξύ της Κίνας, που ανακάμπτει πολύ ικανοποιητικά, και της Ευρώπης και των ΗΠΑ, στις οποίες κυριαρχούν ακόμα η ύφεση κι η αβεβαιότητα. Στις εν λόγω δυτικές οικονομίες η ύφεση της χρονιάς που ολοκληρώθηκε, προμηνύεται ιδιαίτερα βαθιά, διψήφιου ποσοστού σε πολλές μεγάλες οικονομίες.

Τρίτον, η ανταπόκριση στην κρίση εκ μέρους της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής είναι γενικά πολύ ισχυρή και, μετά από ένα πρώτο διερευνητικό διάστημα, εμφανίζεται συντονισμένη σε αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο. Η ανταπόκριση αυτή έχει μετριάσει σημαντικά την ύφεση και τις επιπτώσεις της σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που πλήττονται άμεσα ή έμμεσα. Αλλιώς οι επιπτώσεις θα ήταν ακόμη βαρύτερες, με πολύ οδυνηρές συνέπειες για πολύ περισσότερα νοικοκυριά, τα οποία θα βρίσκονταν σε ολοφάνερη κατάσταση φτώχειας, με μαζικές πτωχεύσεις επιχειρήσεων και πολύ μικρότερη δυνατότητα άμυνας απέναντι στην πανδημία, δίχως κατάλληλες υπηρεσίες υγείας και προστασίας. Μία ακόμη σημαντική επίδραση των μέτρων πολιτικής είναι πως ο συνδυασμός τους άμβλυνε τις ανησυχίες για τυχόν κατάρρευση των οικονομιών ως συνέχεια της κρίσης, πράγμα που θα είχε ανεξέλεγκτες συνέπειες και θα δημιουργούσε δευτερογενώς ένα πρόσθετο υψηλότατο κόστος. Αυτή η επίδραση είναι πολύ σημαντική στη διαμόρφωση σχετικά θετικών προσδοκιών για την μετά την κρίση κατάσταση, μη επιτρέποντας να καταστραφεί το οικονομικό κλίμα, πράγμα που θα είχε δυσμενώς ανατροφοδοτούμενη επίδραση στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα.

Τέταρτο, με τα ισχυρά μέτρα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής περιορίζεται σημαντικά όχι μόνο η ύφεση, αλλά κυρίως η ανεργία. Σχετικά, όμως, πρέπει να παρατηρηθεί πως η επίδραση των μέτρων σε ό,τι αφορά την ανεργία δεν είναι ομοιόμορφη. Σε πολλές οικονομίες, όπως της Ελλάδας και πολλών άλλων της Ευρώπης, η ανεργία ανακόπτεται προσωρινά, μέσω των μέτρων στήριξης των επιχειρήσεων, οι οποίες αναβάλουν έτσι τις απολύσεις προσωπικού –τουλάχιστον όσες τα χρησιμοποιούν. Σε άλλες χώρες στηρίζονται άμεσα οι άνεργοι από το κράτος και όχι οι επιχειρήσεις. Η πρώτη λύση έχει γενικά μικρότερο κοινωνικό κόστος, αλλά η δεύτερη μπορεί να αποδειχθεί πως διευκολύνει την επανεκκίνηση της οικονομίας και τη μεταφορά πόρων από επιχειρήσεις και κλάδους, που η κρίση κατέστησε θνησιγενείς, εκεί όπου υπάρχει δυναμικό και περιθώριο νέας ανάπτυξης.

Πέμπτο, πολλά από τα μέτρα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής μεταφέρουν κόστος και υποχρεώσεις στο μέλλον, τείνοντας να δημιουργούν υψηλά χρέη, ιδιωτικά και δημόσια. Ο χειρισμός αυτών των χρεών αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση κατά την έξοδο από την κρίση. Τα συσσωρευμένα χρέη δεν θα είναι εύκολα διαχειρίσιμα με μέτρα συμβατικής πολιτικής και η ισορροπία ανάμεσα σε ένα περιβάλλον υψηλών πραγματικών ρυθμών μεγέθυνσης, αλλά χωρίς υψηλό πληθωρισμό ή επιτόκια, θα αποτελεί κεντρικό ζητούμενο.

Έκτο, σημαντικά τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας κινούνται ανοδικά, ιδίως όσα σχετίζονται με νέες τεχνολογίες, ενώ άλλα, ιδίως αυτά που βασίζονται στις άμεσες ανθρώπινες επαφές, πλήττονται βαθιά, δημιουργώντας ένα βαθύ χάσμα και διαφορετικές πορείες για πολλούς εργαζόμενους. Χρηματιστηριακοί και άλλοι δείκτες αποτυπώνουν ισχυρές προσδοκίες στη βάση αυτής της αντίθετης πορείας τμημάτων της οικονομίας.

Γενικά το ότι το τέλος της κρίσης αρχίζει να φαίνεται, δεν σημαίνει πως αυτό είναι ακόμη κοντά. Ούτε ότι η πορεία προς τα εκεί είναι προδιαγεγραμμένη. Σε ό,τι αφορά την ίδια την πανδημία, δεν υπάρχει περιθώριο να υποτιμηθεί το μέγεθος των προκλήσεων που απομένουν. Σε ό,τι αφορά την προκαλούμενη οικονομική ύφεση, όσο βαθαίνει, τόσο πιο δύσκολη θα γίνεται η διαχείρισή της. Όμως, κατά μέσο όρο τη χρονιά που ακολουθεί, αναμένεται γενικά σημαντική ανάκαμψη: Μόλις διαφανεί το τέλος του υγειονομικού προβλήματος, αναμένεται μια έκρηξη της ζήτησης στις περισσότερες περιοχές του πλανήτη, καθώς σημαντικές επενδυτικές αποφάσεις έχουν αναβληθεί και η κατανάλωση έχει συμπιεστεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, η χρονιά που ακολουθεί θα είναι κομβικού χαρακτήρα και για την ελληνική οικονομία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι προφανές: Θα έχει τεθεί υπό έλεγχο η πανδημία στην Ευρώπη αρκετά νωρίς την άνοιξη; Εάν αυτό δεν συμβεί, τότε και η φετινή τουριστική περίοδος θα είναι πολύ αδύναμη, πράγμα που θα κρατήσει πίσω όλη την οικονομία και δη επιβαρύνοντας ιδιαίτερα συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Για τις επιχειρήσεις η πλέον κρίσιμη παράμετρος θα είναι η διαχείριση των χρεών και των αναβαλλόμενων υποχρεώσεών τους. Για τους εργαζόμενους το μεγάλο ζητούμενο θα είναι ο ρυθμός, με τον οποίο θα δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας προς αντικατάσταση όσων θα έχουν χαθεί σε μεγάλους τομείς, όπως το λιανικό εμπόριο, ο τουρισμός και οι μεταφορές. Τέλος, για την οικονομική πολιτική η πρόκληση είναι, αν θα στοχεύσει μόνο στην προσωρινή ανακούφιση τμημάτων της οικονομίας ή αν θα δρομολογήσει την ενδυνάμωση της παραγωγικής βάσης, με την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως και άλλων ευρωπαϊκών πόρων, και με μεταρρυθμιστικές τομές. Οι σχετικές αποφάσεις πολιτικής στους επόμενους μήνες είναι απολύτως κρίσιμες ως προς το αν και πώς θα εκμεταλλευτεί η χώρα την ανάκαμψη, που θα ακολουθήσει, και το νέο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, που θα δρομολογηθεί, προστατευόμενη ταυτόχρονα από ενδεχόμενες αναταράξεις, οι οποίες κάθε άλλο παρά μπορεί να αποκλειστούν.

 

Nίκος Βέττας, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ

 

Διαβάστε και τις υπόλοιπες συνεντεύξεις της ενότητας εδώ: