Είναι δυνατόν το διαθέσιμο καταναλωτικό εισόδημα να στηρίξει τις προσδοκίες της κλαδικής αγοράς για συντήρηση των οικονομικών μεγεθών της υπό συνθήκες ανατιμητικής πλημμυρίδας σε όλους τους κλάδους της οικονομίας; Οι πληθωριστικές πιέσεις ως φαινόμενο δεν μπορεί παρά να έχουν παροδικό χαρακτήρα, αλλά η αποστράγγιση της ζήτησης μοιάζει τόσο φυσιολογική όσο και η άμπωτη μετά την πλημμυρίδα…

Είναι δυνατόν το διαθέσιμο καταναλωτικό εισόδημα να στηρίξει τις προσδοκίες της κλαδικής αγοράς για συντήρηση των οικονομικών μεγεθών της υπό συνθήκες ανατιμητικής πλημμυρίδας σε όλους τους κλάδους της οικονομίας; Οι πληθωριστικές πιέσεις ως φαινόμενο δεν μπορεί παρά να έχουν παροδικό χαρακτήρα, αλλά η αποστράγγιση της ζήτησης μοιάζει τόσο φυσιολογική όσο και η άμπωτη μετά την πλημμυρίδα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό (έως και τον Αύγουστο), οι ανατιμήσεις έναντι του 2020 φτάνουν το 91% στο φυσικό αέριο, το 28,9% στο πετρέλαιο θέρμανσης, το 21,5% στα νωπά λαχανικά, το 17,6% σε βρώσιμα έλαια και το 7,1% στο ελαιόλαδο. Επίσης, άνοδος καταγράφηκε κατά 17,4% στις τιμές των καυσίμων και των λιπαντικών, 12,2% των αμνοεριφίων, 11,4% των ξενοδοχείων, 8% των ψαριών, 4,2% των φρούτων, 4,5% των πουλερικών, 3,4% των τυριών κοκ. Και μόνο οι ανατιμήσεις των ενεργειακών αγαθών, που αποτελούν το σκληρό πυρήνα του πληθωρισμού παγκοσμίως εδώ κι ένα χρόνο, αρκούν για τη γενίκευση του ανατιμητικού κύματος…

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό στα FMCG, σύμφωνα με τα στοιχεία της IRI, από 1,4% το 2020 είχε ήδη φτάσει το 2% στο επτάμηνο της φετινής χρονιάς, με προοπτική πιθανώς έναν ετήσιο μέσο όρο 2,7%-3% στα τέλη του έτους, αλλά κάθε σχετική πρόβλεψη διατυπώνεται με επιφύλαξη, καθώς η δυναμική των ανατιμήσεων στους νέους τιμοκαταλόγους των προμηθευτών προς τη λιανική –επί το πλείστον στα τρόφιμα–εξελίσσεται απρόβλεπτα. Ταυτόχρονα, η δικαιολογημένη ανησυχία των προμηθευτών μήπως αρχίσει να πλήττεται ο όγκος των πωλήσεών τους, κυρίως τώρα στο τελευταίο τετράμηνο του έτους, που όλοι μεριμνούν για την κατά το δυνατόν συντήρηση των πωλήσεών τους στο επίπεδο του 2020, ενθαρρύνει την τόνωση των προωθήσεων. Ήδη στο επτάμηνο φέτος, σύμφωνα με την IRI, το 26% του κλαδικού τζίρου αφορούσε προϊόντα υπό προώθηση έναντι 24,9% πέρυσι.

Οι προμηθευτές έχουν δίκιο να ανησυχούν και μέλλει οι ανησυχίες τους να γίνουν αγωνία από κοινού μοιρασμένη με τις λιανεμπορικές αλυσίδες, γιατί το εξάμηνο που άνοιξε τον Σεπτέμβριο εκτός από «ανατιμητικό» είναι και υπέρβαρο από υποχρεώσεις, φορολογικές και ποικίλες άλλες οικονομικές, εκκρεμείς και τακτικές, για το σύνολο των νοικοκυριών. Το διαθέσιμο καταναλωτικό εισόδημα πώς είναι δυνατόν με αυτούς τους όρους να στηρίξει την ανανέωση των προσδοκιών συντήρησης των οικονομικών μεγεθών της αγοράς; Ταυτόχρονα, πρόκειται για την εξαμηνία στη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με τα λεγόμενα πολλών μάνατζερ, αναμένεται η κορύφωση της πληθωριστικής πίεσης πριν φανούν τα όρια της «παροδικότητάς» της από την άνοιξη του νέου χρόνου.

Ο ευρωπαϊκός κανόνας του 2%
Πράγματι, η ολοκλήρωση τον Μάρτιο του κύκλου της νομισματικής πολιτικής στήριξης των οικονομιών της ΕΕ, που άνοιξε πέρυσι στο πλαίσιο της λήψης έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, δημιουργεί στους επιχειρηματικούς κύκλους την ελπίδα ότι η απόσυρση του φτηνού χρήματος βαθμηδόν θα δαμάσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Αλλά καμία εγγύηση δεν υπάρχει περί αυτού όχι μόνο γιατί η πανδημία, μεταλλασσόμενη, εξακολουθεί να δείχνει παντού τα δόντια της, επισωρεύοντας επιπτώσεις (σε πέντε εβδομάδες από τις αρχές του Αυγούστου πέθαναν ακόμα χίλιοι ασθενείς στη χώρα μας από την ίωση), αλλά και γιατί η πιθανή τιθάσευση του φαινομένου στο αγιοποιημένο από την ΕΕ όριο του 2% δεν υπόσχεται τη μείωση της ακρίβειας σε ανεκτό επίπεδο. Μάλλον μια ήπια υποχώρησή της αναμένεται, εφόσον οι ανατιμήσεις των ενεργειακών αγαθών –που διαπερνώντας όλη την παραγωγή, αυξάνουν το κόστος ζωής– ήδη έχουν προσδώσει δομικά χαρακτηριστικά στον ευρωπαϊκό πληθωρισμό. Αυτά, χωρίς να προσμετρήσουμε τη συνέπεια της ανόδου των επιτοκίων στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για τη δυνατότητα πολλών κυβερνήσεων –και της δικής μας– να δανείζονται με λογικό κόστος από τις διεθνείς αγορές, με όλα όσα δυσμενή συνεπάγεται τούτο για τις δημόσιες επενδύσεις και τη διαχείριση των χρεών τους, που ανακλώνται πάντα ευδιάκριτα στην ικανότητα της ζήτησης, παραγωγικής και καταναλωτικής.

Τζόγος με γεωπολιτικό και μη υπόβαθρο
Από μια άλλη σκοπιά η αναστάτωση στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, η υστέρηση της πρωτογενούς παραγωγής να ανταποκριθεί στην άνοδο της ζήτησης μετά τα lockdowns και οι αναπροσαρμογές των διαδικασιών επαναφοράς σε κανονική λειτουργία των αλυσίδων αξίας σε όλο τον πλανήτη αποδεικνύονται πιο συστημικά και σημαντικά προβλήματα απ’ όσο είχε εκτιμηθεί αρχικά. Ωστόσο, λιγότερο αυτά καθαυτά και περισσότερο η αφορμή τους έδωσε την ευκαιρία να στηθεί ένα τρελό παιχνίδι υπερτιμητικής κερδοσκοπίας στην παγκόσμια αγορά του πετρελαίου και των θαλάσσιων μεταφορών, με επίκεντρο –ως γεωπολιτικό υπόβαθρό του– τις ακόρεστες ενεργειακές ανάγκες της Κίνας, η οικονομία της οποίας ανέταξε ήδη από το φθινόπωρο του 2020, και τις ανεξάντλητες φιλοδοξίες του κινεζικού εξαγωγικού εμπορίου να μετατρέπει σε πλεονέκτημα επέκτασής του την υπολειτουργία του διεθνούς εμπορικού ανταγωνισμού εξαιτίας των lockdowns στη Δύση.

Παρεμπιπτόντως, η ωμότητα του πετρελαϊκού καρτέλ ως προς τη χειραγώγηση της παγκόσμιας οικονομίας παρότι βρίσκεται σε κατάφορη αντίθεση με το συστημικό πρόταγμα της «πράσινης» ενέργειας κι ανάπτυξης, επέβαλε ανεμπόδιστα το παίγνιο των κερδοσκοπικών υπεραξιών, της γρήγορης «μπάζας»…Αντίστοιχα το επιβάλλουν, όμως, και οι «παίχτες» του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων, οι οποίοι, ποντάροντας στις δυσκολίες της πρωτογενούς παραγωγής ανά τον κόσμο, καπαρώνουν την υπάρχουσα παραγωγή όποιου προϊόντος και, προκαλώντας τεχνητές ελλείψεις στην προσφορά των πρώτων υλών του, το υπερτιμούν. Είτε πρόκειται για αγορές ενεργειακών αγαθών είτε σιτηρών ή καφέ είτε ομολόγων κοκ, οι «παίκτες» παντού είναι ίδιοι –ως υποστάσεις κι ως κερδοσκοπικό έθος– και σκληρός πυρήνας αυτών είναι οι τράπεζες. Οι ίδιες που θα επιβάλουν αύριο την άνοδο των επιτοκίων δανεισμού…

Από την αυτορρύθμιση στις εναρμονισμένες πρακτικές
Έτσι λειτουργεί το σύστημα! Η ελευθερία της αυτορρύθμισής του είναι η φύση του και το έθος της είναι το παντί τρόπον ρεφάρισμα των ζημιών κάθε κρίσης, δηλαδή με το όποιο κόστος για τους εκάστοτε υποδεέστερης ισχύος συντελεστές του συστήματος μέχρι τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Φυσικά, όχι χωρίς τριβές, ιδίως όταν υπερβαίνονται τα εσκαμμένα ως προς το ποιος θεωρεί ποιον «υποδεέστερης ισχύος» συντελεστή. Αναλογιστείτε την υπόθεση της ανόδου του κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα, που θίγει άμεσα τους βιομηχανικούς καταναλωτές. Ενώ η τιμή του πριν ένα χρόνο ήταν στον μέσο όρο της ΕΕ, με τον διπλασιασμό της χονδρικής του τιμής πήρε την ευρωπαϊκή πρωτιά στην ακρίβεια.

Οι βιομηχανικοί καταναλωτές, μέσω της ένωσής τους, θέτουν προ των ευθυνών της τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (και μέσω αυτής την κυβέρνηση), ζητώντας της να πραγματοποιήσει έρευνα για τις τιμές και να παρέμβει αποφασιστικά στην αγορά προμήθειας, «η λειτουργία της οποίας, ελλείψει συνθηκών στοιχειώδους ανταγωνισμού, με κύρια ευθύνη των καθετοποιημένων προμηθευτών, κυρίως των ιδιωτών, χαρακτηρίζεται από εναρμονισμένες πρακτικές, που κατατείνουν στην παγίωση της μεταφοράς στα τιμολόγια του 100% του ρίσκου των τιμών της αγοράς επόμενης ημέρας και των χρεώσεων της αγοράς εξισορρόπησης στους πελάτες τους», σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωσή τους. Φυσικά, ως αξία το «καπέλο» στους νέους λογαριασμούς ρεύματος των οικιακών καταναλωτών ήδη αφαιρείται από τη βιομηχανία και τη λιανική ειδών καθημερινής χρήσης…

Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον δυσχερειών στην παραγωγή και κερδοσκοπικού πυρετού, η ανησυχία για το ανέβασμα των τιμών δημιουργεί κλίμα και γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο η εργασία ως πηγή εσόδων για την αναπαραγωγή της μεγάλης πλειοψηφίας των κοινωνιών παραμένει το μοναδικό προϊόν σε καθεστώς διατίμησης, υπό τους περιγραφόμενους όρους η πλήρης αποστράγγιση της ζήτησης δεν θα είναι «παροδικό φαινόμενο»…