Η ελληνική οικονομία τα τελευταία πενήντα χρόνια πέρασε από φάσεις ανάπτυξης σε φάσεις στασιμότητας και ύφεσης και αντιστρόφως, με βασικό χαρακτηριστικό την επιδίωξη ήδη από τη δεκαετία του ’80 της σύγκλισης με τις οικονομίες της ΕΕ, αλλά με αντίτιμο την καθολική απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την πίεση στα νοικοκυριά και την αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα.

Η ελληνική οικονομία τα τελευταία πενήντα χρόνια πέρασε από φάσεις ανάπτυξης σε φάσεις στασιμότητας και ύφεσης και αντιστρόφως, με βασικό χαρακτηριστικό την επιδίωξη ήδη από τη δεκαετία του ’80 της σύγκλισης με τις οικονομίες της ΕΕ, αλλά με αντίτιμο την καθολική απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την πίεση στα νοικοκυριά και την αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα.

Η ελληνική οικονομία τα τελευταία πενήντα χρόνια πέρασε από φάσεις ανάπτυξης σε φάσεις στασιμότητας και ύφεσης και αντιστρόφως, με βασικό χαρακτηριστικό την επιδίωξη ήδη από τη δεκαετία του ’80 της σύγκλισης με τις οικονομίες της ΕΕ, αλλά με αντίτιμο την καθολική απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την πίεση στα νοικοκυριά και την αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα.
Oι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και οι πρώτες του 20ου είχαν σηματοδοτήσει το πέρασμα της Ελλάδας από τις πρώιμες μορφές ανάπτυξης του κεφαλαίου –εμπορικές κι εφοπλιστικές– στις βιομηχανικές και είχαν σημαδευτεί, αφενός, από την προσπάθεια της ελληνικής οικονομίας να σταθεροποιηθεί στα νέα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους ως επαρκούς βάσης συσσώρευσης του κεφαλαίου και, αφετέρου, από τη δυσκολία άσκησης σημαντικών οικονομικών δραστηριοτήτων στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Μετά τη δραματική περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ακολούθησε μια φάση σταθεροποίησης, που οδήγησε στην ουσιαστικότερη ενσωμάτωση του ελληνικού συστήματος στην παγκόσμια αγορά, στη στροφή στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στην ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα, αλλά και στην παγίωση μιας κλαδικής διάρθρωσης της βιομηχανίας, που απέκλειε νέους κλάδους, όπως των μηχανοκατασκευών και της υψηλής τεχνολογίας. Τη δεκαετία του ’60 ως το 1973 η παραγωγική δομή της χώρας άλλαξε, προσεγγίζοντας σε σημαντικό βαθμό τις ανεπτυγμένες οικονομίες του κόσμου. Συγκεκριμένα, η βιομηχανία υπερτριπλασίασε το ακαθάριστο προϊόν της και αύξησε τη συμβολή της στο ΑΕΠ στο 33% το 1973 (έναντι 25% το 1961), η παραγωγικότητα τριπλασιάστηκε, οι επενδύσεις υπερτετραπλασιάστηκαν σε όγκο και εξαπλασιάστηκαν σε αξία, αναπτύχθηκαν νέοι κλάδοι (χαλυβουργεία, ναυπηγεία, διυλιστήρια), ενώ πενταπλασιάστηκε η αξία των βιομηχανικών εξαγωγών.

Η αργοπορημένη άνοιξη της Μεταπολίτευσης
Η νέα μακρά φάση της ελληνικής οικονομίας 1973-2008 καθορίστηκε σε σημαντικό βαθμό από τη διεθνή οικονομική κρίση. Ειδικότερα, το διεθνές σύστημα εισήλθε σε μια περίοδο αστάθειας και χαμηλών επιδόσεων αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ενώ το ποσοστό κέρδους συγκριτικά με το άμεσο παρελθόν έπεσε στο μισό. Οι άμεσες επιπτώσεις ήταν ο υψηλός ρυθμός ανόδου του πληθωρισμού και η ανεργία. Ωστόσο, για την Ελλάδα εξαιτίας των υψηλότερων ρυθμών της οικονομικής της μεγέθυνσης συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη ειδικά η περίοδος 1975-1979 χαρακτηρίζεται ως μια μεταβατική φάση στην εκδήλωση της κρίσης, με βασικό χαρακτηριστικό την πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τις περισσότερο ανεπτυγμένες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης. Την εν λόγω περίοδο οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκαν, οι στρατιωτικές δαπάνες διογκώθηκαν (εξαιτίας της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο), η δημόσια κατανάλωση ενισχύθηκε περισσότερο από την ιδιωτική, οι δημόσιες επενδύσεις σημείωσαν κάμψη, τα έσοδα κινήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις δαπάνες, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος από 16% του ΑΕΠ το 1973 να ανέλθει στο 28% το 1979 (κατά IMF από 22% σε 22,5%). Επιπλέον, την περίοδο αυτή βελτιώθηκε πρόσκαιρα το ισοζύγιο διεθνών συναλλαγών εξαιτίας της υποτίμησης της δραχμής, της μείωσης των δασμών των ελληνικών προϊόντων προς τις χώρες της ΕΟΚ και της δασμολογικής προστασίας της ελληνικής παραγωγής.

1980-2008: Η εποχή των αμφιθυμιών
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι το 1995 η ελληνική οικονομία παρουσίασε σημάδια έντονης και παρατεταμένης κρίσης, με χαμηλούς δείκτες μεταβολής του ΑΕΠ και κυρίως με χαμηλούς δείκτες ακαθάριστων επενδύσεων ως ποσοστού του ΑΕΠ (Ι/Υ). Το ΑΕΠ μειώθηκε για τέσσερα διαδοχικά έτη (1980-1983), η πλήρης ένταξη στην ΕΟΚ το 1981 μείωσε τη δασμολογική προστασία των ελληνικών προϊόντων, το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε εξαιτίας της μαζικής επιστροφής από τη Δυτική Ευρώπη των οικονομικών μεταναστών των προηγούμενων δεκαετιών, μαζί του όμως και η ανεργία. Επιπλέον, μεταξύ 1980 και 1985 η αποδοτικότητα των επενδυμένων ιδιωτικών κεφαλαίων έφθινε ραγδαία, πολλές επιχειρήσεις χρεοκόπησαν, ενώ οι κρατικοποιήσεις των προβληματικών επιχειρήσεων ευνόησαν μόνο τους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους. Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν, η φορολογική επιβάρυνση επίσης, ενώ οι καταναλωτικές και επενδυτικές δαπάνες χρηματοδοτήθηκαν από τον εξωτερικό δανεισμό. Τα δημόσια ελλείμματα και ο πληθωρισμός αυξάνονταν συνεχώς, ενώ το χρέος από 28% του ΑΕΠ το 1979 έφτασε σε 49% το 1984 (40,1% κατά IMF). Από το 1985 και μετά ακολουθήθηκε σταθεροποιητική πολιτική που συγκράτησε τη δημόσια κατανάλωση, περιόρισε τις δημόσιες επενδύσεις και πάγωσε τους μισθούς και τα ημερομίσθια. Μετά το 1987 και τη σταδιακή απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων, η κυβέρνηση αύξησε τα επιτόκια προκειμένου να αποφύγει την εκροή κεφαλαίων. Συνολικά, η αύξηση των ελλειμμάτων και των επιτοκίων, άρα και των τόκων που καταβάλλονταν, διόγκωσαν το χρέος που από 49% του ΑΕΠ το 1984 ανήλθε στο 112% του ΑΕΠ το 1993 (100,3% κατά IMF). Ο νεοκλασική οικονομική πολιτική της περιόδου 1991-1993 δεν είχε αποτελεσματικό σχεδιασμό και προσαρμογή στην ελληνική πραγματικότητα, ενώ συνέπεσε με μια νέα φάση διεθνούς οικονομικής κρίσης και εγχώριας ύφεσης, με δυσμενέστατες επιπτώσεις στους μισθούς και το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών.

Ωστόσο, από το 1996 μέχρι το 2008 η ελληνική οικονομία μπήκε σε μια φάση «πραγματικής σύγκλισης» με τις οικονομίες της ΕΕ. Αναλυτικότερα, η ποσοστιαία μεταβολή του ΑΕΠ σε ετήσια βάση σταθεροποιήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα από τις περισσότερες χώρες, η μακροχρόνια τάση των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ μετατράπηκε σε ανοδική, αυξήθηκε η παραγωγικότητα της εργασίας και η κερδοφορία του κεφαλαίου (η παραγωγικότητα της εργασίας ανήλθε στο 92% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ το ποσοστό κέρδους βρισκόταν το 2007 στα μέσα επίπεδα της περιόδου 1961-1973). Επίσης, θεαματική ήταν η αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, αφού το μερίδιό της στο ΑΕΠ από 70%-75% το 1978-1983 έπεσε στο 65%-70% το 1984-1990 και σταθεροποιήθηκε στο 62% από το 1994. Η αναδιανομή αυτή συντελέστηκε από τη μείωση του εργατικού εισοδήματος, σε συνδυασμό με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών επί των κερδών των επιχειρήσεων και την αύξηση των συντελεστών επί των εισοδημάτων της εργασίας, πράγμα που είχε αποτέλεσμα την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας στη χώρα. Ακολούθως, την εν λόγω περίοδο το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου παρά τη συνεισφορά της ναυτιλίας και του τουρισμού εκτοξεύτηκε και από 7,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2003 ανήλθε στο 10,5% το 2007. Οι βασικοί λόγοι ήταν η συγκριτικά ταχύτερη αύξηση της εγχώριας ζήτησης εισαγόμενων προϊόντων, ο εισαγόμενος μηχανολογικός εξοπλισμός, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου και η απώλεια ανταγωνιστικότητας εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού.

Η χρεοκοπία
Οι επιπτώσεις της κρίσης του 1973, η αναιμική ανάκαμψη που ακολούθησε, λόγω των ασκούμενων πολιτικών, και η διεθνής κρίση του 2008 έφεραν την ελληνική οικονομία σε αρκετά δύσκολη θέση. Το δημόσιο έλλειμμα από 4,4% του ΑΕΠ το 2001 εκτινάχτηκε στο 10,1% το 2008 και κορυφώθηκε στο 15,1% το 2009, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από 7,2% το 2001 ανήλθε στη μέγιστη τιμή του, ήτοι στο 14,3% του ΑΕΠ, το 2008. Αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος το 2009 ανήλθε στο 127,1% του ΑΕΠ, οι χρηματαγορές απέσυραν την εμπιστοσύνη τους από την ελληνική οικονομία, τα επιτόκια δανεισμού εκτοξεύτηκαν και επήλθε η χρεοκοπία. Από το 2010 έως τον Αύγουστο του 2018 οι κυβερνήσεις της χώρας εφάρμοσαν συνολικά δέκα πακέτα μέτρων, προκειμένου να βγάλουν την οικονομία από την κρίση και την κοινωνία από την απόγνωση. Το βασικό αφήγημα στηρίχθηκε σε δράσεις που αποσκοπούσαν, αφενός, στην ανάγκη προσαρμογής των δημοσιονομικών ανισορροπιών της οικονομίας, αφετέρου, στην προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών, που θα απελευθέρωναν την οικονομία από τις κρατικές παρεμβάσεις και θα εξασφάλιζαν την απρόσκοπτη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα. Με επιχείρημα την είσοδο της χώρας σε μια αναπτυξιακή πορεία υιοθετήθηκαν μέτρα, που προκάλεσαν μεγάλες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στο ύψος των μισθών και στη φορολόγηση. Ειδικότερα, μειώθηκαν οι μισθοί στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα (κατά την ΕΛΣΤΑΤ μεταξύ 2009 και 2014 μειώθηκαν κατά 37%), διευκολύνθηκαν οι απολύσεις και ενισχύθηκαν οι ευέλικτες και επισφαλείς μορφές απασχόλησης, μειώθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις, αυξήθηκε η φορολόγηση των μισθωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών, ενώ η υπερφορολόγηση των ακινήτων κατέληξε σε καταιγισμό πλειστηριασμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι συνολικά το 67,47% της δημοσιονομικής προσαρμογής τη δεκαετία 2010-2019, ύψους 173,6 δισ. ευρώ, προήλθε από το σκέλος των φορολογικών εσόδων. Αναλυτικότερα, η χώρα μέσα στη δεκαετία 2008-2017 έχασε συνολικά (σε σταθερές τιμές) το 26,3% του ΑΕΠ της.

Η ευημερία των νοικοκυριών δέχθηκε τεράστιο χτύπημα, η κατανάλωση και οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν κατά 25%, φτάνοντας το 2018 στο επίπεδο του 2005, ενώ περισσότερο επλήγη ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου. Ενδεικτικά, ενώ στη διάρκεια της περιόδου 1995-2008 οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 184%, μεταξύ των ετών 2008 και 2017 μειώθηκαν κατά 62%. Αντίθετα, την περίοδο 2008-2015 το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου μειώθηκε κατά 94% εξαιτίας της μείωσης των εισαγωγών (-30%), οφειλόμενης στην απίσχναση των εισοδημάτων, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 5%. Σε ό,τι αφορά το δημόσιο χρέος της χώρας, από 127,1% του ΑΕΠ το 2009 ανήλθε στο 186,4% το 2018, για να εκτιναχθεί στο 206,3% το 2020, πρώτο έτος της πανδημίας, και να αποκλιμακωθεί στο 193,3% το 2021. Στις διαρθρωτικές αλλαγές της περιόδου της κρίσης 2008-2016 καταγράφονται η μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων, ειδικά των ΜμΕ, κατά 9,4% (από τις 942.671 στις 855.346) και η τεράστια αύξηση της ανεργίας, η οποία από 7,6% το 2008 στην κορύφωσή της το 2013 έφτασε το 27,5%, για να περιοριστεί στο 19,3% το 2018. Σε ακανθώδες πρόβλημα εξελίχθηκε και το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που έφερε σε απόγνωση πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Τα πλήγματα της πανδημίας και του πολέμου
Κατά τους οικονομικούς ταγούς το 2019 η ελληνική οικονομία φάνηκε να εισέρχεται σε φάση επιταχυνόμενης μεγέθυνσης, αφού «η κρίση ήταν πίσω». Η νέα «Μεγάλη Ιδέα» του ελληνισμού, το σχέδιο «Ελλάδα 2.0», θα ήταν ένα στρατηγικό σχέδιο ανασυγκρότησης της συνολικά χαμένης κερδοφορίας της οικονομίας των τελευταίων ετών και διόρθωσης των παθογενειών της. Ωστόσο, στις αρχές του 2020 ξέσπασε η φονική πανδημία του Covid-19. Η παγκόσμια παραγωγή, διανομή και κατανάλωση δέχθηκαν σοβαρότατο πλήγμα, με επιπτώσεις που δύσκολα μπορεί να αποτιμηθούν επί του παρόντος. Πρώτα από όλα οι ανθρώπινες απώλειες ήταν μεγάλες, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον το ΑΕΠ στη χώρα μειώθηκε το 2020 κατά 9,8% σε σύγκριση με το 2019 (από τα 183,3 δισ. ευρώ συρρικνώθηκε στα 165,3 δισ. ευρώ), οι επενδύσεις συνέχισαν την καθοδική τους τροχιά (-0,3 % σε σχέση με το 2019), ενώ το μεγαλύτερο χτύπημα ήρθε από τη μείωση των εξαγωγών κατά 21,5%, κυρίως εξαιτίας της κατάρρευσης της τουριστικής αγοράς. Ακολούθως, η πανδημία άλλαξε τις μορφές διεθνοποίησης του κεφαλαίου, δυσκόλεψε αφάνταστα τις αλυσίδες διανομής των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων, ενώ περιόρισε τις μετακινήσεις των ανθρώπων.

Ο βασικός κίνδυνος που δημιουργήθηκε για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας πηγάζει από την ενεργειακή κρίση και τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, που συνεπάγονται αύξηση του κόστους παραγωγής των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών. Οι προαναφερόμενες επιπτώσεις επιδεινώθηκαν ραγδαία από τον Φεβρουάριο φέτος εξαιτίας της έντασης του ανταγωνισμού για την αναδιανομή των παγκόσμιων αγορών, με επίκεντρο τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο, αλλά και των έντονων κερδοσκοπικών τάσεων στην παγκόσμια αγορά.

Οι τιμές της ενέργειας παρουσίασαν αυξήσεις μέχρι 79,3% (Μάρτιος 2022), οι οποίες διαχέονται στις τιμές πάντων των προϊόντων και υπηρεσιών σε όλο το φάσμα της οικονομίας, οδηγώντας τον ετήσιο πληθωρισμό τον Απρίλιο φέτος στο 10,2% και τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε νέα φάση απόγνωσης.