Στη δίνη της κρίσης στροβιλίζεται η εγχώρια γαλακτοβιομηχανία, αντιμετωπίζοντας νέες προκλήσεις κι ανατροπές. Εκτός της διαμάχης για την επιμήκυνση ή όχι του κύκλου ζωής του φρέσκου γάλακτος κρίσιμες αποδεικνύονται οι επιχειρηματικές εξελίξεις στον κλάδο, που διαμορφώνουν νέες ισορροπίες.

Η πώληση της Δωδώνη σε ξένο fund, πέρα από τις αντεγκλήσεις και τις συγκρούσεις που ξεσήκωσε στην περιοχή της Ηπείρου, στην ουσία μπάζει έναν νέο «παίκτη» στην εγχώρια αγορά και μάλιστα μέσω της επιχείρησης που διαθέτει το ισχυρότερο brand name στη φέτα. Η Strategic Initiatives που εξαγόρασε τη Δωδώνη, έχει ισχυρή κεφαλαιακή βάση και στελέχη εγνωσμένου κύρους, με προϋπηρεσία σε ηγετικές θέσεις ξένων επιχειρήσεων του κλάδου των τροφίμων-ποτών. Ωστόσο, η διοίκησή της πρέπει να αποδείξει έμπρακτα πως πιστεύει στην αξία της πρώτης ύλης, που προμηθεύουν στην εταιρεία οι κτηνοτρόφοι-συνεργάτες της στην Ήπειρο, και ταυτόχρονα να τονώσει με επενδύσεις και εξωστρεφή δραστηριότητα την επιχείρηση.

Ένα γεγονός με ιδιαίτερη σημασία για τον κλάδο, το οποίο πάντως πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, είναι το διαζύγιο μεταξύ Δέλτα Τρόφιμα και ΜΕΒΓΑΛ. Πράγματι, η πρώτη στάθηκε αδύνατο να εξαγοράσει τα μετοχικά ποσοστά των ιδιοκτητών της δεύτερης και να ελέγξει, έτσι, τη μεγαλύτερη γαλακτοβιομηχανία στη Μακεδονία. Για την εξέλιξη αυτή ευθύνεται ασφαλώς η κρίση, αφού από τις αρχές του 2012 κατέστη προφανής –και επιβεβαιώθηκε πριν από λίγες εβδομάδες– η αδυναμία της Δέλτα Τρόφιμα να εκπληρώσει τους όρους της εξαγοράς-συγχώνευσης, που συμφωνήθηκαν με τη ΜΕΒΓΑΛ πριν από δύο και πλέον χρόνια. Έτσι, οι δύο εταιρείες θα πορευτούν αυτόνομα μέχρι νεωτέρας, ενώ είναι σαφές πως δεν ωφελήθηκαν αναμένοντας την εκπλήρωση της συμφωνίας.

Σε καλή κατάσταση, τηρουμένων των αναλογιών, φαίνεται ότι βρίσκεται ο όμιλος της Όλυμπος-Τυράς-Ροδόπη, καθώς εκτός από την ισχυρή παρουσία του στα Βαλκάνια γίνεται ολοένα και περισσότερο εξωστρεφής. Η διοίκησή του δεν κρύβει την πρόθεση της να ενισχύσει τα μερίδια αγοράς του και στην Ελλάδα. Ούτε η ανεπιτυχής διεκδίκηση της Δωδώνη από την Όλυμπος «τάραξε» τον θεσσαλικό όμιλο, ο οποίος ευελπιστεί στη δικαίωσή του από τις εξελίξεις στην αγορά, είτε άμεσα, μέσω της υπεροχής του, είτε έμμεσα, μέσω της αδυναμίας των ανταγωνιστών του.

Βασικά ζητούμενα και τάσεις
Για όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου το ζητούμενο είναι η ένταση της εξωστρέφειας στις δραστηριότητές τους, την οποία αρκετές βιομηχανίες είχαν παραμελήσει τα τελευταία χρόνια ή επιχειρούσαν πλημμελώς. Η αλήθεια είναι ότι η εγχώρια αγορά δεν έχει να τους προσφέρει, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον, κάτι ιδιαίτερο από άποψη τζίρου και κερδών, οπότε πεδίο δόξης για τη φέτα και το γιαούρτι ανοίγεται «λαμπρό» στις αγορές της ΕΕ και άλλων τρίτων χωρών. Ωστόσο, στις μεγάλες αγορές εκτός ΕΕ, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, η κατάσταση δεν είναι καθόλου ρόδινη. Η διείσδυση στο καλάθι αγορών του καταναλωτή απαιτεί υπομονή και επενδύσεις, αφού εκεί ο καθένας όπου γης γαλακτοβιομήχανος μπορεί να λανσάρει γιαούρτι και φέτα ως ελληνικά…

Μια προσώρας «τελευταία» παρενέργεια της οικονομικής κρίσης θεωρείται το διαφαινόμενο ξεκαθάρισμα στον κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας. Ήδη συζητείται ως βέβαιο ότι, επειδή ορισμένες μεσαίες και μικρότερες επιχειρήσεις δεν αντέχουν το χρηματοοικονομικό βάρος και την υποχώρηση των πωλήσεων, άνοιξε κιόλας ο δρόμος των πτωχεύσεων και των εξαγορών. Σημείο των καιρών, που μπήκε για να μείνει, είναι και η διαρκής επέκταση της γκάμας των private label γαλακτοκομικών, που «ροκανίζουν» τα μερίδια των επωνύμων. Τα τελευταία, προσπαθώντας να αμυνθούν, αποδύονται σε συνεχείς προσφορές εις βάρος εντέλει της κερδοφορίας τους.

Σύμφωνα με στοιχεία της SymphonyIRI, οι πωλήσεις του γάλακτος ιδιωτικής ετικέτας στα σούπερ μάρκετ στο εννεάμηνο του 2012 ενισχύθηκαν κατά 12,8% και ανήλθαν σε 32,3 εκατ. ευρώ από 28,6 εκατ. ευρώ, που ήταν το αντίστοιχο διάστημα το 2011. Ανοδικά κινήθηκαν και οι πωλήσεις σε όγκο, οι οποίες έφθασαν στα 36,2 εκατ. λίτρα από 34,2 εκατ. λίτρα το εννεάμηνο του 2011, σημειώνοντας άνοδο 5,8%. Εξίσου δυναμική είναι διαχρονικά η ανάπτυξη του γάλακτος ιδιωτικής ετικέτας: από 30 εκατ. ευρώ το 2009 ο τζίρος του το 2011 έφθασε στα 40,9 εκατ. ευρώ.

Διάρκεια φρέσκου γάλακτος: Προσωρινή ανακωχή;
Σε όσα αφορά το περιβόητο πλέον ζήτημα της διάρκειας ζωής του φρέσκου γάλακτος, οι θέσεις των κτηνοτρόφων-αγελαδοτρόφων παραμένουν σταθερά προσανατολισμένες στην κατηγορηματική αντίθεση στις όποιες σκέψεις αλλαγών στο σχετικό πεδίο.Βάσιμη είναι και η τοποθέτηση του κ. Μ. Χαρακόπουλου, αναπληρωτή υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων ότι «εάν για την υψηλή τιμή του φρέσκου γάλακτος ευθύνεται η διάρκεια ζωής των 5 ημερών, τότε το μακράς διάρκειας γάλα δεν θα ήταν ακριβότερο στο ράφι, όπως συμβαίνει σήμερα!

Άλλες είναι, επομένως, οι στρεβλώσεις στην αγορά γάλακτος στις οποίες πρέπει να εστιάσει την προσοχή της η πολιτεία, για να μην είναι η τελική τιμή του γάλακτος στο ράφι σχεδόν τριπλάσια από την τιμή παραγωγού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και όταν οι τιμές παραγωγού του νωπού γάλακτος έπεφταν, οι τιμές στο ράφι παρέμεναν σταθερές και ενίοτε αυξάνονταν…». Είναι σαφές πως τουλάχιστον για ένα μέρος της πολιτικής ηγεσίας των υπουργείων που εμπλέκονται στο ζήτημα, υπονοείται όχι μόνο τώρα, αλλά και παλαιότερα, πως οι γαλακτοβιομηχανίες έχουν «καρτελοποιήσει» την αγορά του φρέσκου γάλακτος και πως κάνουν ό,τι θέλουν με τις τιμές. Το ίδιο υπονοούν κατά καιρούς οι κτηνοτρόφοι, όσο κι αν δεν ξεχνούν από ποιους πληρώνονται για το γάλα που παράγουν…

Σε κάθε περίπτωση, εάν η πολιτική ηγεσία και οι τεχνοκράτες των υπουργείων έχουν στοιχεία για τη λειτουργία καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών οφείλουν να καταθέσουν προς κρίση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Εάν ο «καβγάς είναι για το πάπλωμα», δηλαδή την τιμή του φρέσκου γάλακτος των 5 ημερών στο ψυγείο, ο Σύλλογος Αγελαδοτρόφων Γαλακτοπαραγωγής Ελλάδος και ο αντιπρόεδρός του, κ. Απ. Μωραΐτης, το έθεσε πρόσφατα με έναν πρακτικό και πιθανότατα αποτελεσματικό τρόπο, που μπορεί να μονιμοποιηθεί στην αγορά: «Σε ό,τι αφορά το κόστος από τις επιστροφές του γάλακτος θα μπορούσε κατά τις δύο τελευταίες ημέρες προ της λήξης του να πωλείται σε χαμηλότερη τιμή». Πρόκειται, όπως είπε, για μία διαδικασία που εφαρμόζεται κατά κόρον στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές κι όχι μόνο για το γάλα.

Η αλήθεια είναι, πάντως, πως ο Έλληνας παραγωγός είναι υποχρεωμένος να πουλά σήμερα το γάλα του στις συγκεκριμένες τιμές, καθώς το κόστος παραγωγής του είναι κατά πολύ υψηλότερο εκείνου των Δυτικοευρωπαίων συναδέλφων του, λόγω του αυξημένου κόστους των ζωοτροφών, των τιμών καυσίμων-ενέργειας και του κόστους δανεισμού. Επίσης, στην Ελλάδα είναι μικρότερες οι ιδιόκτητες εκτάσεις εκτροφής, πράγμα που δεν εμποδίζει την επίτευξη οικονομιών κλίμακος. Κατά το ΥΠΑΑΝ, η τιμή στην Ελλάδα του αγελαδινού γάλακτος είναι 45,1 λεπτά το κιλό (στην Κύπρο φτάνει τα 52,1 λεπτά το κιλό), όταν η μέση τιμή στην ΕΕ είναι 31,6 λεπτά το κιλό.

«Έτσι όπως είναι ο τομέας της κτηνοτροφίας μας, μια επιμήκυνση της διάρκειας ζωής του γάλακτος κατά μια-δύο ημέρες θα είναι καταστροφική, κυρίως για την αγελαδοτροφία και τη γαλακτοπαραγωγή της, που σήμερα είναι η πλέον αδύναμη της κτηνοτροφίας μας», επισήμανε ο κ. Α. Τσαυτάρης, υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κλείνοντας το θέμα «φρέσκο γάλα», τουλάχιστον προς το παρόν, δηλαδή όσο το ΥΠΑΑΝ ή κάποια μνημονιακή δέσμευση δεν το «ανοίγουν» σε διαφορετική κατεύθυνση…