Δεν πρόκειται για αξιωματική παραδοχή, αλλά για απτή αλήθεια στη ζωή καθενός: Η γεννητικότητα αναστέλλεται, οι νέοι μεταναστεύουν, πολλοί αλλοδαποί επαναπατρίζονται. Η δημογραφική γήρανση αποτυπώνεται στα ράφια της οργανωμένης λιανικής; Όχι! Η εισοδηματική αποστράγγιση της ζήτησης καλύπτει κάθε άλλη ένδειξη για την εξέλιξη της κοινωνίας μας...

Η ιδέα της αναζήτησης των ανακλάσεων της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού της χώρας στο μίγμα ραφιού των σούπερ μάρκετ ήταν ασφαλώς ενδιαφέρουσα. Άλλωστε, το φαινόμενο της δημογραφικής γήρανσης δραματοποιείται από χρόνου εις χρόνον εντονότερα, τουλάχιστον την τελευταία εικοσαετία –τα λογής πρόσφατα δείγματα στον έντυπο και ηλεκτρονικό δημόσιο λόγο ενίοτε προκαλούν ρίγη, κυρίως όταν ενεργοποιούν ιδεολογικά και πολιτικά αντανακλαστικά… Πάντως, οι δημογράφοι εδώ και χρόνια, συγκρίνοντας τα δημογραφικά δεδομένα των ευρωπαϊκών λαών, μιλούσαν για μάλλον «ήπια» δημογραφική γήρανση του πληθυσμού της χώρας, στο πλαίσιο της εξέτασης του φαινομένου ως χαρακτηριστικού γενικά της εξέλιξης των ανεπτυγμένων βιομηχανικών κοινωνιών, για το οποίο μάλιστα εκτιμούσαν και εκτιμούν ότι θα ενταθεί τις επόμενες δεκαετίες.

Κυρίως η μέριμνά τους ήταν (και είναι) να εξηγήσουν ότι η δημογραφική γήρανση είναι λάθος να συσχετίζεται αιτιακά με την αύξηση του συνολικού αριθμού των ηλικιωμένων, τη μείωση της θνησιμότητας και την αύξηση του μέσου όρου ζωής, όπως πιστεύει ο κοινός νους, και ότι οφείλεται στη μείωση των γεννήσεων, δηλαδή στη συρρίκνωση της γεννητικότητας (κάτω των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα, σύμφωνα με τον «δείκτη αντικατάστασης γενεών» που ισχύει στις ανεπτυγμένες χώρες).

Ο ορισμός
Ένας περιεκτικός ορισμός της δημογραφικής γήρανσης αναφέρεται στη συνεχή αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων ατόμων (65+) στον συνολικό πληθυσμό, που συμβαδίζει με τη μείωση του ειδικού βάρους των παιδιών (0-14 ετών) και ενδεχομένως με αυτή των ενδιάμεσων ηλικιών, έτσι που η γραφική απεικόνιση της δημογραφικής κατάστασης μιας κοινωνίας, όπως η δική μας, ενώ πριν μισό αιώνα έμοιαζε με πυραμίδα (η βάση της ήταν ο παιδικός πληθυσμός), σήμερα μοιάζει με αμφορέα, δηλαδή έχει στενή βάση, διογκωμένη μέση και σχετικά «ανοικτή» κορυφή. Από αυτή την άποψη η κατάσταση που βρισκόμασταν το 2012 ήταν ότι στα 100 παιδιά 0-14 ετών αντιστοιχούσαν 135,8 ηλικιωμένοι 65+ ετών.

Αυτή η αναλογία το 2002 ήταν 100/115,7 και το 1992 100/76,9. Αντίστοιχα, από άποψη αναλογίας μη οικονομικά ενεργού πληθυσμού προς οικονομικά ενεργό (με δημογραφικούς όρους, δηλαδή «μη ενεργοί= ηλικίες 0-14+65 και άνω» και «οικονομικά ενεργοί=όλες οι ηλικίες 15-64») το 2012 στους 100 ανθρώπους οι «μη ενεργοί» ήταν 52,8, το 2002 48,7 και το 1992 48,9. Επίσης, οι γεννήσεις στην Ελλάδα ανά γυναίκα, ενώ το 1982 ήταν 2,03 παιδιά, το 1992 ήταν 1,38, το 2002 ήταν 1,27 και το 2012 ήταν 1,34 (πηγή ΕΣΥΕ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο αναγνώστης, διαβάζοντας αυτά τα στοιχεία, πρέπει να λάβει υπόψη του τα παραθέματα που συνοδεύουν αυτό το άρθρο…

Η «απείθαρχη» μεταβλητή της οικονομικής συμπεριφοράς
Όμως, τι είναι αυτό που «τσαλακώνει» την ιδέα της αναζήτησης των ανακλάσεων της δημογραφικής τάσης προς γήρανση του πληθυσμού μας στο μίγμα του λιανεμπορικού ραφιού, πράγμα για το οποίο θα μπορούσαν περισσότερο, ίσως, να μιλήσουν βιωματικά, αποδίδοντας τη γενική αίσθηση για τα πράγματα της τελευταίας τριακονταετίας, οι εν δράσει ασπρομάλληδες του κλάδου; Οπωσδήποτε οι αλλαγές στο ίδιο το λιανεμπόριο τις τελευταίες δεκαετίες, στην παραγωγή των βιομηχανικών FMCG, στο μάρκετινγκ που τα συνοδεύει και στις καταναλωτικές νοοτροπίες συνιστούν έναν πολυπαραγοντικό συντελεστή δυσκολίας.

Όμως, η κατεξοχήν αιτία της δυσκολίας να συναχθούν κάποια πολύ γενικά συμπεράσματα εδράζεται στο ότι η ούτως ή άλλως «απείθαρχη» μεταβλητή της οικονομικής συμπεριφοράς είναι υπέρτερης σημασίας στις πωλήσεις από τη (στατιστικά σταθμισμένη) μεταβλητή της δημογραφικής εξέλιξης. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο, εφόσον η οποιαδήποτε «κανονικότητα» μπορούσε να αναζητηθεί (έστω σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης) στην οικονομική συμπεριφορά, ώστε να αντιπαραβληθεί στις δημογραφικές τάσεις, κυριολεκτικά έχει κουρελιαστεί την τελευταία τετραετία.

Πράγματι, μεταξύ του πρώτου τριμήνου του 2009 και του 2014 χάθηκαν επισήμως 1,08 εκατομμύρια θέσεων εργασίας, οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 815 χιλιάδες, ενώ το ισοζύγιο απασχολούμενων-μη εργαζόμενων από θετικό κατά 680 χιλιάδες το 2009 έγινε αρνητικό κατά 1,19 εκατομμύρια φέτος! Φυσικά, εδώ η έννοια του «οικονομικά ενεργού» ανθρώπου δεν έχει τον διασταλτικό χαρακτήρα που δίνουν οι δημογράφοι –τα νήπια, ας πούμε, επ’ ουδενί λόγω μπορεί να θεωρηθούν οικονομικώς ενεργά… Το νήπιο, όμως, ενός νοικοκυριού με άνεργους γονείς είναι φανερό ότι θα φάει, θα πιει και θα πλυθεί με τα (κατά το δυνατόν φθηνότερα αγορασμένα) είδη, με τα οποία ικανοποιούνται οι αντίστοιχες ανάγκες των γονιών του, ενώ οι παραγωγοί παιδικών προϊόντων θα υποχρεωθούν να αποσύρουν κάμποσους κωδικούς τους από το ράφι, αφού η ανεργία, πέρα από προσωπικό ζήτημα κάποιων γονέων, έχει κοινωνικό δομικό χαρακτήρα.

Ή οι συνταξιούχοι των 368,78 ευρώ (οι 171 χιλ. κατά το σύστημα «Ήλιος») δεν διανοούνται καν να αγοράσουν τα ειδικά είδη διατροφής ή τα branded είδη προσωπικής υγιεινής που συνιστώνται για τις ηλικίες τους. Βολεύονται όπως-όπως (πόσω μάλλον οι 72,3 χιλιάδες συνταξιούχοι, που διαβιούν με σύνταξη 132,55 ευρώ τον μήνα!). Πώς να σταθμίσουν, επομένως, τα στελέχη του λιανεμπορίου τις επιρροές της δημογραφικής κατάστασης στις πωλήσεις τους και να σχεδιάσουν στρατηγικές προσέγγισης ομάδων πελατών, με βάση τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους;

Αλλοδαπός και ημεδαπός μεταναστευτικός πληθυσμός
Με όλα ταύτα η κυρία Μαριάννα Παπαδοπούλου, διευθύντρια μάρκετιγκ του ομίλου Μετρό, σημειώνει ως δευτερογενείς ανακλάσεις της δημογραφικής κατάστασης στις πωλήσεις –που πρωτογενώς οφείλονται στην οικονομική κρίση– την αποχώρηση ενός μεγάλου πλήθους αλλοδαπών και των οικογενειών τους, τακτικών αγοραστών private label και first price προϊόντων, όπως και παιδικών προϊόντων, εφόσον κατά κανόνα οι αλλοδαποί δημιουργούν οικογένειες με περισσότερα παιδιά από τη μέση ελληνική οικογένεια. Η σχετική διάγνωση, άλλωστε, που μας έδωσε το κίνητρο για το παρόν άρθρο, ταυτίζεται με αντίστοιχους προβληματισμούς των κ.κ. Θοδωρή Τσεμπερούλη, Group Marketing & Sales Development Director Greece, Cyprus & Βalkans της Μαρινόπουλος, και Γρηγόρη Παπαδόπουλο, εμπορικό διευθυντή της Δ. Μασούτης.

Πάντως, τουλάχιστον τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ως το 2013 δεν φαίνεται να πιστοποιούν σε τέτοιο εύρος την αποχώρηση των αλλοδαπών: Ο μεταναστευτικός πληθυσμός στη χώρα από τις 929,5 χιλιάδες το 2008 έπεσε στις 862,4 χιλιάδες το 2012, ενώ στη διάρκεια της πενταετίας οι νέες εισροές αλλοδαπών παρά την εμφανή ανάσχεσή τους από το 2010 (2009: 84,2 χιλ., 2010: 55 χιλ.) φαίνεται ότι σε μεγάλο βαθμό εξισορροπούν τις εκροές. Πιθανώς τα στοιχεία για το «κρίση-μο» 2013 θα εμφανίσουν μια εντονότερα διαφοροποιημένη εικόνα -παρεμπιπτόντως, ανέκαθεν πλανάτο και η άποψη ότι οι σχετικές καταγραφές της ΕΛΣΤΑΤ απέχουν από την πραγματικότητα του μεταναστευτικού πληθυσμού στη χώρα, πριν την κρίση και μέσα σε αυτήν… Γεγονός αναντίρρητο είναι ότι η αγορά εργασίας για τους αλλοδαπούς είναι, τηρουμένων των αναλογιών, εξίσου σκληρή με τους Έλληνες υπηκόους, άρα η κατάστασή τους ως αγοραστών έχει επιδεινωθεί, πράγμα που ασφαλώς ανακλάται στις πωλήσεις των σούπερ μάρκετ.

Εκεί που η στατιστική της ΕΛΣΤΑΤ λογικά είναι πολύ πιο ακριβής, είναι στην καταγραφή των εξερχόμενων Ελλήνων υπηκόων. Η εξέλιξη του αριθμού τους είναι σοκαριστική, καθώς αφορά κυρίως σε νέους ανθρώπους και δη υψηλής ειδίκευσης: Το 2010 εξήλθαν 43,3 χιλ., το 2011 63 χιλ. και το 2012 88 χιλ., οι διπλάσιοι δηλαδή από την έναρξη της τριετίας! Οι εκροές νεανικών πληθυσμών είναι συντελεστής επιτάχυνσης της δημογραφικής γήρανσης, προειδοποιούν από παλιότερα οι δημογράφοι.

Η κορυφή και η βάση της δημογραφικής πυραμίδας
Η κυρία Παπαδοπούλου συνδέει την υποβάθμιση των συνταξιουχικών εισοδημάτων με την αύξηση της αγοράς των private label, την υποκατάσταση πολλών brand με φθηνότερα επώνυμα ή με προϊόντα φθηνότερων κατηγοριών, με την κυριαρχία της λίστας αγορών και την άρδην υποχώρηση των αυθόρμητων αγορών, με το κυνήγι των προσφορών και τη μείωση της πιστότητας σε αλυσίδες και μάρκες κλπ. Πρόκειται ασφαλώς για συμπτώματα στην αγοραστική συμπεριφορά, που εκδηλώνονται σε όλη την κλίμακα των ενηλίκων της δημογραφικής πυραμίδας, και στα δύο φύλα, αναλόγως της εισοδηματικής κατάστασης των ανθρώπων.

Αλλά έχει δίκιο η συνομιλήτριά μας, εφόσον κρίνει ότι πρέπει εκ του ασφαλούς να αποδίδονται ειδικά στους συνταξιούχους, καθώς αυτοί αριθμούν περί τα 2,6 εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι στην πλειονότητα των περιπτώσεων της «καλής εκδοχής» δεν παίρνουν περισσότερα από 800 ευρώ καθαρά (μετά φόρους και κρατήσεις υγειονομικής περίθαλψης). Από την κατανομή των συνταξιούχων ανά ηλικία, όπως προκύπτει από το σύστημα «Ήλιος», το 24% είναι ηλικίας άνω των 81 ετών, το 32% κυμαίνεται μεταξύ 71 και 80 ετών, το 40% μεταξύ 51 και 70 ετών και μόλις 1% είναι ηλικίας μικρότερης των 25 ετών.

Γνωρίζοντας ότι αδικούμε, λόγω έκτασης χώρου, τον πλούτο προβληματισμών των συνομιλητών μας, κλείνουμε με τις διαπιστώσεις του κ. Τσεμπερούλη αναφορικά με την αγοραστική κίνηση δύο προϊόντων, που αφορούν κατ’ αποκλειστικότητα τη βάση και την κορυφή της δημογραφικής πυραμίδας: Την τελευταία διετία η κατηγορία των βρεφικών πανών είχε ετήσια πτώση σε όγκο της τάξης του 10%, δηλαδή ήταν κατά τι μικρότερη της πτώσης του δείκτη γεννήσεων, και μόλις φέτος φαίνεται πως η κατηγορία αρχίζει να ισορροπεί (στοιχεία πρώτου τετραμήνου του έτους), αλλά και πάλι με πτώση 2%-3%, συγκριτικά με το 2013. Σε ό,τι αφορά τις πάνες ακράτειας, η εξέλιξη της αγοράς απηχεί ευθέως την εισοδηματική επιδείνωση των χρηστών τους: Ενώ προ πενταετίας μόλις ένα τεμάχιο στα 15 ήταν private label, σήμερα είναι το ένα στα 5 και δη με ετήσιο ρυθμό αύξησης του μεριδίου τους περίπου 15%.


Μητέρες σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία
Ο αριθμός των γεννήσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε στην ενδεκαετία 1999- 2009 από τις 100,6 χιλ. στην έναρξή της στις 117,9 χιλ. (αύξηση 17%) στο τέλος της. Πού οφείλεται αυτό; Μήπως στην αύξηση του συνολικού πληθυσμού της χώρας, που από τα 10,86 εκατ. το 1999 έφτασε τα 11,30 εκατ. το 2009, μήπως στην αύξηση του αριθμού των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία (15-49 ετών) ή στην αλλαγή των προτύπων τους, ώστε κάνουν περισσότερα παιδιά απ’ όσα οι προηγούμενες γενιές γυναικών; Όχι δεν οφείλεται σε αυτούς τους λόγους, λένε οι δημογράφοι και εξηγούν ότι το φαινόμενο οφείλεται κυρίως στην αύξηση της μέσης ηλικίας που οι γυναίκες των γενεών 1960-1980 φέρνουν στον κόσμο τα παιδιά τους.

Με άλλα λόγια, ένα τμήμα των γυναικών που θα τεκνοποιούσε στην περίπτωση που η μέση ηλικία στη γέννηση των παιδιών παρέμενε σταθερή, “καθυστέρησε” να κάνει παιδιά. Είναι προφανές, λένε οι δημογράφοι, ότι η αύξηση αυτή των γεννήσεων σύντομα θα ανακοπεί. Τι θα γίνει με τις νεότερες γενιές, αυτές δηλαδή που γεννήθηκαν μετά το 1980 και επομένως θα αρχίσουν να κάνουν παιδιά στην τρέχουσα δεκαετία, η οποία σημαδεύεται από τη βαθειά κρίση, είναι ακόμη άδηλο. Το πιθανότερο, πάντως, είναι η μέση ηλικία να ανέβει ακόμα λίγο και ταυτόχρονα οι γυναίκες των γενεών αυτών να κάνουν τελικά ακόμα λιγότερα παιδιά απ’ ότι οι γυναίκες των προηγούμενων γενεών…

(Πηγή: Δημογραφικά Νέα, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2012, τεύχος 20ο, υπεύθυνος σύνταξης Βύρων Κοτζαμάνης).

Η συμβολή των αλλοδαπών στη δημογραφική ανανέωση της χώρας
Την τελευταία εικοσαετία η Ελλάδα μετατράπηκε από παραδοσιακή χώρα εξαγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής, τόσο από ευρωπαϊκές χώρες όσο και από χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Οι μη έχοντες ελληνική υπηκοότητα και διαμένοντες στη χώρα μας εκτιμάται ότι το 2011 υπερέβαιναν το ένα εκατομμύριο (10% του συνολικού πληθυσμού). Το 65% των εισερχομένων στην Ελλάδα αλλοδαπών (1999-2010) ήταν ηλικίας 20-45 ετών, ενώ ένα μεγάλο τμήμα τους αποτελείτο από γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, ώστε επηρεάστηκε σημαντικά η γεννητικότητα και η θνησιμότητα του γενικού πληθυσμού της χώρας.

Ειδικότερα, στην εξαετία 2004-2009 σε εθνικό επίπεδο οι προερχόμενες από αλλοδαπές μητέρες γεννήσεις αποτελούσαν το 17,6 % του συνόλου, ενώ οι θάνατοι αλλοδαπών μόλις το 1,7%. Η σημαντική αυτή διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων αλλοδαπών έδωσε ένα σημαντικό θετικό ισοζύγιο σε απόλυτες τιμές (108.000), εν αντιθέσει προς το ισοζύγιο των Ελλήνων που ήταν αρνητικό (-76.000). Οι δύο πληθυσμοί έχουν εξαιρετικά διαφοροποιημένες δημογραφικές πυραμίδες, καθώς αυτή των Ελλήνων είναι σχετικά γερασμένη, ενώ των αλλοδαπών είναι νεανικότατη.

Η δημογραφική ανάλυση σε επίπεδο περιφερειών και δήμων της χώρας έδειξε ότι, χωρίς τους αλλοδαπούς, οι περισσότεροι από τους δήμους μας θα βρίσκονταν σε δεινή θέση. Ειδικότερα, αν στους αλλοδαπούς οι γεννήσεις υπερβαίνουν τους θανάτους στο σύνολο των διοικητικών ενοτήτων της χώρας, το αντίστοιχο συμβαίνει μόνον σε 80 δήμους για τους Έλληνες υπηκόους επί συνόλου 325 δήμων, ενώ στους υπόλοιπους 245 οι θάνατοι μεταξύ των Ελλήνων είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις. Σε ένα μικρό τμήμα των 245 αυτών δήμων (μόλις σε 37) τα ισοζυγία γεννήσεων-θανάτων των αλλοδαπών είναι τόσο πλεονασματικά, ώστε υπερκαλύπτουν τα αρνητικά φυσικά ισοζύγια των Ελλήνων υπηκόων, με αποτέλεσμα τα συνολικά φυσικά ισοζύγια να έχουν εντέλει θετικό πρόσημο.

Στους εναπομείναντες, όμως, 206 δήμους τα αρνητικά φυσικά ισοζύγια των Ελλήνων δεν είναι δυνατόν να καλυφτούν από τα πλεονασματικά των αλλοδαπών. Αλλά ακόμη και στους δήμους αυτούς, όπου οι θάνατοι υπερβαίνουν τις γεννήσεις στον συνολικό πληθυσμό και τα συνολικά φυσικά ισοζύγια έχουν αρνητικό πρόσημο, η κατάσταση θα ήταν ιδιαιτέρα προβληματική, αν δεν υπήρχαν οι αλλοδαποί με τα θετικά τους ισοζύγια να «μετριάζουν» σε ένα βαθμό την αρνητική εξέλιξη. Κατά τις εκτιμήσεις των δημογράφων η συμβολή των αλλοδαπών τα τελευταία χρόνια –σαφώς διαφοροποιημένη χωρικά– είναι καθοριστική για την δημογραφική μας ισορροπία σε εθνικό και σε περιφερειακό επίπεδο, και όλα δείχνουν ότι, άνευ συνταρακτικών αλλαγών, θα συνεχίσει να είναι και την επόμενη δεκαετία.

(Πηγή: Δημογραφικά Νέα, Μάιος-Ιούνιος 2012, τεύχος 19ο, υπεύθυνος σύνταξης Βύρων Κοτζαμάνης).

Η απογραφή του 2011
Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού-κατοικιών του 2011, ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας ανήλθε σε 10.815.197: 5.302.703 άνδρες (49%) και 5.512.494 γυναίκες (51%). 9.903.268 άτομα έχουν ελληνική υπηκοότητα, 199.101 άλλων χωρών της ΕΕ, 708.003 λοιπών χωρών και 4.825 είναι χωρίς υπηκοότητα ή αδιευκρίνιστης υπηκοότητας. Επί συνόλου 911.929 αλλοδαπών που διαμένουν μόνιμα στη χώρα το 52,7% είναι αλβανικής υπηκοότητας, 8,3% βουλγαρικής, 5,1% ρουμανικής, 3,7% πακιστανικής, 3% γεωργιανής κλπ.

Η μέση ηλικία του μόνιμου πληθυσμού της χώρας είναι τα 41,9 έτη -η περιφερειακή ενότητα Μυκόνου παρουσιάζει τη μικρότερη μέση ηλικία κατοίκων (37 έτη) και η περιφερειακή ενότητα Ευρυτανίας τη μεγαλύτερη (49 έτη). Το μέσο μέγεθος του νοικοκυριού στην Ελλάδα ανέρχεται σε 2,6 άτομα. Το σύνολο των πυρηνικών οικογενειών ανέρχεται σε 3.021.133 (νοικοκυριά), από τις οποίες οι 913.204 αφορούν ζευγάρια χωρίς παιδιά, οι 1.570.269 ζευγάρια με παιδιά, οι 61.630 συμβιούντες χωρίς παιδιά, οι 12.317 συμβιούντες με παιδιά, οι 74.421 μονογονεϊκές οικογένειες πατέρων με παιδιά και οι 389.292 μονογονεϊκές οικογένειες μητέρων με παιδιά.

Τα νοικοκυριά με παιδιά έως 6 ετών (οικογενειακά και μονογονεϊκά) αριθμούν τα 486.620, ενώ τα παιδιά που μεγαλώνουν σε αυτά αριθμούν τα 858.813. Επίσης, αναφορικά με τα νοικοκυριά μελών ηλικίας 65 ετών και άνω καταγράφηκαν 989.288 νοικοκυριά ενός μέλους, 520.315 δύο μελών, 10.443 τριών μελών κλπ.

Πλήθος νοικοκυριών ανά αριθμό μελών
Αριθμός μελών Νοικοκυριά %
1 1.061.471 25,7
2 1.218.356 29,5
3 817.842 19,8
4 726.469 17,6
5 209.545 5,1
6 68.595 1,7
7 20.272 0,5
8 7.510 0,2
9 1.881 0,0
10 και άνω 2.216 0,1
Σύνολο νοικοκυριών 4.134.157  
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ