Σε έρευνα της Mackinsey & Company για λογαριασμό του ΣΕΒ το 2011, σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, διαπιστωνόταν πως για την κρίση του 2008 στην Ελλάδα έφταιγε το προϋπάρχον μοντέλο ανάπτυξης, τα δομικά μειονεκτήματα του οποίου είχαν δημιουργήσει σημαντικά ελλείμματα στην ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα, ιδίως στην αγορά εργασίας. Δέκα χρόνια μετά, τον Φεβρουάριο φέτος, το ΙΟΒΕ, με την υποστήριξη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics, αξιολόγησε τις επιδράσεις των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα μεταξύ 2010 και 2018, οριοθετώντας τις νέες παρεμβάσεις.

Κατά τη σχετική έρευνα οι διαρθρωτικές προκλήσεις της ελληνικής αγοράς εργασίας στην έναρξη της περιόδου ήταν η χαμηλή παραγωγικότητα, η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας (ΜΚΕ) με βραδύτερη αύξηση της παραγωγικότητας, το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, η υψηλή ανεργία, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, η χαμηλή χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας, η ανεπαρκής επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, το υψηλό ποσοστό άτυπων εργασιακών σχέσεων και το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολούμενων. Στο πλαίσιο αυτό, επιλέχθηκαν παρεμβάσεις σε πέντε άξονες: Στο πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, στο επίπεδο του κατώτατου μισθού, στις ρυθμίσεις της εργασιακής προστασίας, στο επίπεδο των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και στη ρύθμιση του ύψους του μη μισθολογικού κόστους.

Πράγματι, ο μηχανισμός επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων ανεστάλη, επικράτησαν οι εταιρικές έναντι των κλαδικών, περιορίστηκε η «μετενέργεια» των συλλογικών συμβάσεων και αναθεωρήθηκαν οι κανόνες προσφυγής στη διαιτησία. Ακολούθως, ο κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά 22% (32% για μισθωτούς έως 25 ετών) τον Φεβρουάριο του 2012, ενώ ο καθορισμός του πλέον γίνεται με κυβερνητική απόφαση κατόπιν διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους και βάσει κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων. Αναφορικά με την εργασιακή προστασία, παρατάθηκε η περίοδος αξιολόγησης για νέες προσλήψεις, μειώθηκαν τα ποσά αποζημίωσης και οι περίοδοι ειδοποίησης σε περίπτωση απόλυσης. Στον τομέα των μορφών απασχόλησης διευκολύνθηκε η χρήση και η ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι κανονισμοί για την εργασία μερικής απασχόλησης και τις ρυθμίσεις του χρόνου εργασίας έγιναν πιο ευέλικτοι, μειώθηκαν τα ασφάλιστρα για εργασία μερικής απασχόλησης και υπερωρίες και διευρύνθηκε το πεδίο των πρακτορείων εύρεσης προσωρινής εργασίας.

Τέλος, το μη μισθολογικό κόστος μειώθηκε, αφού τα ποσοστά εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών μειώθηκαν κατά 1,1 και 2,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2012 και το 2014 αντίστοιχα, ενώ οι εισφορές των εργαζομένων μειώθηκαν κατά 1 ποσοστιαία μονάδα το 2014.

Συμπεράσματα και προτεραιότητες
Σύμφωνα με το συμπέρασμα της έκθεσης, στο πλαίσιο των τριών διαδοχικών προγραμμάτων διάσωσης (μνημονίων), η Ελλάδα νομοθέτησε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες μεταρρυθμίσεις, με στόχο την αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και της εξωτερικής της ανταγωνιστικότητας. Ειδικότερα, η μείωση του κόστους της εργασίας σε μεγάλο βαθμό εκπλήρωσε τον στόχο της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας κόστους, ενώ η ευελιξία ενισχύθηκε. Ωστόσο, το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση και ο υψηλός αριθμός των αυτοαπασχολούμενων δεν αντιμετωπίστηκαν.
Βάσει των συμπερασμάτων, η μελέτη του ΙΟΒΕ επικεντρώθηκε σε προτεραιότητες περί το δέον γενέσθαι, σχετικές με την περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, προκειμένου να ενισχυθεί η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, με την αντιμετώπιση της αναντιστοιχίας των δεξιοτήτων των εργαζομένων με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των επιχειρήσεων και της οικονομίας, με την εκπλήρωση του στόχου της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης των εργαζομένων, με την αποτελεσματικότερη χρήση ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας, με την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας και εν κατακλείδι με την περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και τη μείωση της ανεργίας και της ανισότητας. Αυτή την κατεύθυνση, άλλωστε, έχει το νέο εργασιακό νομοσχέδιο, που πρόκειται να καταθέσει η κυβέρνηση στη Βουλή. Σύμφωνα με τους οικονομικούς και πολιτικούς μας ταγούς, η αγορά εργασίας αλλάζει ραγδαία (ψηφιακός μετασχηματισμός, επιπτώσεις της πανδημίας) και χρειάζεται επιπλέον προσαρμογές, όπως η ρύθμιση της τηλεργασίας, οι διευθετήσεις του χρόνου εργασίας με βάση τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (αύξηση του ανώτατου πλαφόν των υπερωριών) και η ρύθμιση των συνδικαλιστικών νόμων.

Αντεπιχειρήματα
Η αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων της εργασίας που περιγράψαμε, στηρίχθηκε σε δύο θεμελιώδεις παραδοχές: Στο υψηλό ΜΚΕ σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας και τις ανελαστικότητες στις εργασιακές σχέσεις. Οι παραδοχές αυτές δέχονται, ωστόσο, έντονη αμφισβήτηση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις αναλύσεις του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, η αύξηση του μοναδιαίου εργασιακού κόστους μεταξύ των 35 κυριότερων ανταγωνιστριών της Ελλάδας ήταν την περίοδο 2001-2008 υψηλή, της τάξης του 20%, εξαιτίας της ανατίμησης τότε του ευρώ. Αναφορικά με τη σύγκριση με τον μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης, όπως επισημαίνει ο κ. Σπύρος Σακελλαρόπουλος, καθηγητής στην Πάντειο, την περίοδο 1995-2009 καταγράφηκε συνολική σωρευτική αύξηση του πραγματικού κόστους εργασίας της τάξης του 30%, όση όμως και η αύξηση της παραγωγικότητας την περίοδο 1995-2004. Μεταξύ 2005 και 2009 η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν μεν συγκριτικά μικρότερη του ΜΚΕ, αλλά όχι τέτοια που να την καθιστά γενεσιουργό στοιχείο της κρίσης.
Επιπλέον, παρά τους μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης των μισθών σε σχέση με την Ευρωζώνη, οι διαφορές σε μονάδες αγοραστικής δύναμης παρέμειναν μεγάλες (με βάση 100 για τη Γερμανία: Ελλάδα 94, Ολλανδία 140, Βέλγιο 139, Ιρλανδία 123, Αυστρία 122, Γαλλία 119, Ισπανία 113, Ιταλία 112, ενώ μόνο η Πορτογαλία είχε 74). Επίσης, σύμφωνα με το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, δεν είχε τόση σημασία η συνολική αύξηση των μισθών, αν συνυπολογιστούν οι τεράστιες διαφορές στην εσωτερική τους κατανομή (το 1% είχε αποδοχές έως 7.220 ευρώ, το 5% έως 4.200 ευρώ, το 95% έως 1.610 ευρώ, ενώ το 24% άνω των 1.000 ευρώ).

Το δεύτερο σημαντικότερο ζήτημα, στο οποίο εμμένει η υπερισχύουσα οικονομική σκέψη σε όλη την ΕΕ, είναι η επέκταση της ευέλικτης εργασίας (σύμφωνα με την ΕΡΓΑΝΗ το 31% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα στη χώρα απασχολούνται με μερική απασχόληση). Ο αντίλογος λέει πως σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις στις ΣΣΕ, τους χαμηλούς μισθούς και την διευκόλυνση των απολύσεων, οι αλλαγές στις μορφές εργασίας απορρυθμίζουν τα εργασιακά δικαιώματα με απρόβλεπτες επιπτώσεις στη ζωή των εργαζομένων και των νοικοκυριών και κατά επέκταση στην αγορά και την οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, ασκείται η κριτική αναφορικά με την τηλεργασία.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα της ILO, η τηλεργασία και ειδικότερα η μερική τηλεργασία, εκτιμάται πως θα διαταράξει την ισορροπία μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωή του εργαζόμενου, υποτάσσοντας την πρώτη στη δεύτερη κατά τρόπο καθολικό, ενώ εγείρονται σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με την εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων, τον αποκλεισμό των εργαζομένων από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας (εφόσον υπάρχουν), την εξασφάλιση των ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων, τη διάρρηξη των μεταξύ τους σχέσεων, τη μείωση του χρόνου αμειβόμενης εργασίας και την ολοκληρωτική δέσμευση του εργαζόμενου στον εργοδότη, καθώς επίσης και την παραβίαση άλλων εργατικών δικαιωμάτων (άδειες, αργίες, κατάρτιση, επαγγελματική εξέλιξη κ.ά.).

Η πραγματικότητα απαντά χωρίς περιστροφές
Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που υλοποιούνται με αμείωτη ένταση τα τελευταία χρόνια –ακόμα και μέσα στη δίνη της πανδημίας–, εγκαθιδρύουν ένα μοντέλο συσσώρευσης, το οποίο βασίζεται στους πολύ χαμηλούς μισθούς, στην υψηλή παραγωγικότητα, στην εκτεταμένη μεταλλαγή των εργασιακών σχέσεων σε βάρος των σταθερών μορφών και στην εκκαθάριση κεφαλαίων, που δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικά, όπως των αυτοαπασχολούμενων μικροεπιχειρηματιών. Προσέτι το ζήτημα της κατάρτισης και επανακατάρτισης ενός φτηνού και διαθέσιμου ανά πάσα στιγμή εργατικού δυναμικού, που θα προσαρμόζεται εύκολα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της παραγωγής, αποτελεί μελλοντική προτεραιότητα των μεγάλων επιχειρήσεων. Η έρευνα του ΙΟΒΕ κλείνει, θέτοντας κάποια ερωτήματα προς συζήτηση. Ωστόσο, με βάση τα προαναφερόμενα, μπορεί ευθέως και κατηγορηματικά να απαντηθεί εξ αυτών το ερώτημα «πώς το (εν λόγω) ρυθμιστικό πλαίσιο μπορεί να επιδρά θετικά στην αύξηση των πραγματικών μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών με μακροχρόνια διατηρήσιμο τρόπο»: Με κανένα τρόπο!