Όσοι είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους για μαζική αποχώρηση των μεταναστών από τη χώρα μας στην αύξηση της ανεργίας, μπορούν τώρα να... απελπιστούν!

Τα στοιχεία για την ανεργία στο τέλος του 2010 επιβεβαίωσαν τις προβλέψεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, σύμφωνα με τις οποίες το ποσοστό θα κυμαινόταν στο 20% (πραγματικοί άνεργοι, δηλωμένοι και αδήλωτοι μαζί), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους μετανάστες ήταν 15%. Κάποτε η ανεργία έπληττε κυρίως Έλληνες, και αυτό ήταν εύκολα εξηγήσιμο φαινόμενο. Οι μετανάστες ήταν διατεθειμένοι να κάνουν οποιαδήποτε εργασία, με χαμηλότερη αμοιβή και ανασφάλιστοι.

Και τα πράγματα πήγαιναν καλά, κυρίως από το 2003 και μετά. Μέχρι που ήρθε η κρίση και η ύφεση. Όπως, όμως, δήλωσε πρόσφατα και ο κ. Σάββας Ρομπόλης, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ, η μελέτη των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που αντιμετώπισαν νωρίτερα το βασικό κύμα των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης, δείχνει ότι οι μετανάστες δεν εγκαταλείπουν εύκολα μια χώρα στην οποία έχουν δημιουργήσει κοινωνικούς δεσμούς. Άρα, μαζί θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, θέλοντας και μη.

Έλληνας ή ξένος, έχεις σήμερα στην Ελλάδα μια εξόφθαλμη απόδειξη πως ο δρόμος που ακολουθούμε δεν είναι εκείνος που μπορεί να μας οδηγήσει σε μια ανάπτυξη με ποιοτικές προδιαγραφές, σε επίπεδο επιβίωσης. Είχαμε αρχίσει να πιστεύουμε πως το μόνο που χρειάζεται είναι να προσπαθήσεις πολύ, να προσηλωθείς σε έναν στόχο, να δουλέψεις ώστε να μπορείς να ελπίζεις σε μια καλύτερη ζωή. Αυτό πίστευε η πλειονότητα των κατοίκων της Ευρώπης, ανεξαρτήτως φυλής και εθνικότητας. Τα οικονομικά παιχνίδια των εταιρειών που βαθμολογούν το μέλλον μιας χώρας και στοιχηματίζουν σε αυτό, διαψεύδουν τη συγκεκριμένη λογική. Και δείχνουν ξεκάθαρα πόσο έχει αλλοιωθεί στο πέρασμα του χρόνου η μάχη για την επικράτηση του ισχυρού.

Οι άνθρωποι, όπως όλα τα κοινωνικά ζώα, προσπαθούν σε κάθε περίπτωση να αποδείξουν πως είναι οι ικανότεροι να ηγηθούν της αγέλης, και να αποτελέσουν μια καλή επιλογή για την αναπαραγωγή του είδους. Αυτό δεν μεταφράζεται απαραίτητα, στην περίπτωση των ανθρώπινων κοινωνιών, σε οικονομική υπεροχή. Αρκεί η αδιαμφισβήτητη υπεροχή στη λήψη αποφάσεων.

Ο ανελέητος ανταγωνισμός και η ανάλγητη άσκηση της εξουσίας είναι μέρος αυτού του παιχνιδιού. Και σε μικρότερη κλίμακα, η αγωνία της επιβεβαίωσης της υπεροχής, όπως εμφανίζεται ξεκάθαρα σε σχέσεις εργοδοτών-εργαζομένων, Ελλήνων και μεταναστών (στις απόψεις για την αποβολή κάθε ξένου στοιχείου που θεωρείται κατώτερου κοινωνικού επιπέδου και εύκολος στόχος), πολιτών-κράτους, ελληνικού κράτους-ΔΝΤ, Ευρωπαϊκής Ένωσης-ΗΠΑ, εταιρειών συμβούλων που «βαθμολογούν χώρες»-κυβερνήσεων των χωρών, κοκ.

Ας σκεφτούμε λίγο τους ανθρώπους που το σύνολο της ανθρωπότητας θαυμάζει. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν άνθρωποι που δημιούργησαν αντικείμενα, ιδέες, στιγμές της ιστορίας, χωρίς αυτή τους η δημιουργικότητα να είχε ως πρωταρχικό στόχο τον πλουτισμό. Έστω κι αν αργότερα μια μικρή για παράδειγμα, επιχείρηση, που στήθηκε πάνω σε μια πρωτότυπη ιδέα, έφτασε να έχει μια αξία που αποτιμάται σε εκατομμύρια ευρώ ή δολάρια, στην αρχή υπήρχε η ανάγκη για δημιουργία.

Το αποτέλεσμα είναι που δίνει στον δημιουργό την ικανοποίηση πως είναι ξεχωριστός και πως μπορεί να διεκδικήσει μια ξεχωριστή θέση στο δέντρο της εξέλιξης και της αναπαραγωγής του είδους. Η διαστρέβλωση αυτής της αρχικής ιδέας, η πολυπλοκότητα των κοινωνικών δεσμών και η καταπίεση βασικών ενστίκτων οδηγεί σε μια άκρως καταπιεστική κοινωνική δομή, όπου τα καλύτερα στοιχεία των ανθρώπων θάβονται κάτω από χιλιάδες λέξεις που μιλούν για χρέη, ποσοστά, δεσμεύσεις και αδιέξοδα.

Η ελπίδα για τον καθένα κρύβεται στη βαθύτερη πίστη πως μπορεί να επιβιώσει -ή τουλάχιστον να κάνει τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια- ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, αποδεικνύοντας πως είναι μοναδικός, με ξεχωριστές ικανότητες, που θα βρουν τον τρόπο να εκφραστούν. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τη διατήρηση της ελπίδας. Και χωρίς αυτή, θα υπερισχύσει το αδιέξοδο, ο θυμός, η απελπισμένη σύγκρουση και η οπισθοδρόμηση.