Η οικονομική ύφεση δημιούργησε ένα εντελώς νέο επιχειρηματικό περιβάλλον, πρωτόγνωρο και για το λιανεμπόριο τροφίμων αλλά και για τους προμηθευτές. Οι επιχειρήσεις του κλάδου βρέθηκαν να ανταγωνίζονται έντονα για το συνεχώς μειούμενο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, λειτουργώντας στα όρια της κερδοφορίας και υιοθετώντας στρατηγικές προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις της εποχής. Όπως καταγράφεται και στα στοιχεία του Πανοράματος των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2013, το κύριο χαρακτηριστικό των εξελίξεων στον κλάδο το 2012 ήταν ο μειωμένος τζίρος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Πίνακας 1), ο κλάδος των τροφίμων παρουσίασε μείωση στον κύκλο εργασιών κατά 12,43%, ενώ τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων εμφάνισαν μείωση κατά 6,97%. Τα ποσοστά αυτά αντιστοιχούν, σύμφωνα με μελέτη του ΙΕΛΚΑ, σε περίπου 2,7 δισ. ευρώ. Η μέση κατά κεφαλήν καταναλωτική δαπάνη σε είδη παντοπωλείου (FMCG και νωπά τρόφιμα) εκτιμάται ότι έχει πέσει κάτω από τα 1.800 ευρώ ετησίως, σε επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, και δεδομένου ότι το δείγμα των 60 αλυσίδων της ετήσιας έκδοσης Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ εμφάνισε μείωση κύκλου εργασιών κατά μόλις 0,5%, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι αυτή η πτώση των πωλήσεων επηρέασε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τα μικρά καταστήματα τροφίμων, αυξάνοντας το μερίδιο των μεγαλύτερων και πιο οργανωμένων αλυσίδων, οι οποίες έχουν την δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της οικονομικής ύφεσης (σημειώνεται πως στο φετινό δείγμα δεν συμμετέχει η Μαρινόπουλος, λόγω μη δημοσίευσης ισολογισμού έως την ολοκλήρωση της επεξεργασίας της ύλης της έκδοσης).

Η γενική εικόνα των 60 αλυσίδων
Όλα τα παραπάνω απεικονίζονται και στην εικόνα των 60 αλυσίδων σούπερ μάρκετ μέσω των ισολογισμών τους, που αναλύονται στη φετινή έκδοση του Πανοράματος. Συνολικά οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 0,5%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 36,47 εκατ. ευρώ, φτάνοντας συνολικά στα 7,3 δισ. ευρώ. Είναι σαφές ότι η μείωση αυτή είναι αρκετά μικρότερη από την συνολική μείωση της αγοράς, αντικατοπτρίζοντας και την ανακατανομή των μεριδίων της προς όφελος των μεγαλύτερων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι 15 αλυσίδες σούπερ μάρκετ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις του δείγματος εμφάνισαν αύξηση στις πωλήσεις κατά 0,89%, ενώ οι υπόλοιπες 45 μικρότερες αλυσίδες εμφάνισαν μείωση κύκλου εργασιών κατά 11,31%.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η επίπτωση της οικονομικής ύφεσης στον κλάδο των τροφίμων σε αυτή τη φάση είναι προς την κατεύθυνση της αλλαγής προς μια πιο αποδοτική δομή της αγοράς, με έμφαση στις οικονομίες κλίμακας. Αυτό γίνεται εμφανές από την ανάλυση των ισολογισμών που ακολουθεί, όπου φαίνεται ότι το κανάλι των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ παραμένει στην ελληνική οικονομία ως η νησίδα με την καλύτερη διατήρηση θέσης, ειδικά ως προς τις πωλήσεις, την κερδοφορία και τη ρευστότητα.

Οι ανερχόμενοι από μικρομεσαίοι σε μεγαλομεσαίοι
Οι αλλαγές στην σύνθεση της αγοράς των τελευταίων ετών (έξοδος Ατλάντικ, Aldi, εξαγορά Dia, προβλήματα της Αρβανιτίδης, Αλιμέντα Top, Εύβοια Προμηθευτική, Παύλου κλπ), άνοιξαν τον χώρο σε αρκετές επιχειρήσεις ώστε να ανέλθουν στην κατάταξη των αλυσίδων με βάση της πωλήσεις και τον αριθμό καταστημάτων. Υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων που παρουσίασαν εντυπωσιακή άνοδο στις πωλήσεις τους βελτιώνοντας τη θέση τους στη γενική κατάταξη.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Market In, ο Συνεταιρισμός ΙΝ.ΚΑ., η Χαλκιαδάκης, η Bazaar, η ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός και η Προμηθευτική Τροφίμων, που φέτος βρίσκονται στις θέσεις από 8 έως 13 στην κατάταξη των επιχειρήσεων, όλες κερδοφόρες και όλες με αύξηση πωλήσεων μεγαλύτερη από 2,25%, ανεβάζοντας τον συνολικό κύκλο εργασιών τους κατά 6,05% από 707,87 εκατ. ευρώ σε 750,71 εκατ. ευρώ και το μερίδιο τους στο σύνολο των επιχειρήσεων από 9,65% σε 10,29%. Αναμένεται με ενδιαφέρον η εξέλιξη αυτών των επιχειρήσεων στο μέλλον, καθώς το 2012 είναι η δεύτερη συνεχόμενη χρόνια που παρατηρείται μία τέτοια τάση.

Κέρδη για τους μεγάλους του κλάδου
Όπως προαναφέρθηκε, η αγορά των αλυσίδων σούπερ μάρκετ εμφανίζει συγκράτηση. Πρωταγωνιστής σε αυτή την συγκράτηση της αγοράς είναι για τρίτη συνεχόμενη χρονιά η Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος, η επιχείρηση με τα μεγαλύτερα κέρδη στον κλάδο. Τα κέρδη της για το 2012 ανήλθαν σε 44,26 εκατ. ευρώ αυξημένα κατά 7,90% σε σχέση με το 2011 και κύκλο εργασιών πάνω από 1,6 δισ. ευρώ (2,74% καθαρή κερδοφορία). Μία ακόμα πολύ θετική χρονιά ήταν το 2012 και για τη Μασούτης, η οποία με νέα άνοδο των πωλήσεων κατά 4,64% (την μεγαλύτερη στον κλάδο) καταλαμβάνει το 2012 την τρίτη θέση, με κύκλο εργασιών 734,35 εκατ. ευρώ και 15,39 εκατ. ευρώ κέρδη. Ιδιαίτερα θετική ήταν η κερδοφορία και για τη Μετρό, με 19,25 εκατ. ευρώ (2,75% καθαρή κερδοφορία), τη Σκλαβενίτης με 14,55 εκατ. ευρώ (1,18% καθαρή κερδοφορία), και τη Πέντε με 9,61 εκατ. ευρώ (2,09% καθαρή κερδοφορία).

Παρά, βέβαια, τα θετικά αποτελέσματα αυτών των αλυσίδων σε αξία, τα ποσοστά κερδοφορίας παραμένουν αμετάβλητα, με πτωτική τάση. Χαρακτηριστικό είναι ότι επτά από τις οχτώ μεγαλύτερες επιχειρήσεις μείωσαν τον δείκτη καθαρής κερδοφορίας τους. Συνολικά, οι 60 επιχειρήσεις το 2012 εμφάνισαν καθαρά κέρδη αξίας 105,69 εκατ. ευρώ μειωμένα κατά -5,87% σε σχέση με το 2011. Ο δείκτης καθαρής κερδοφορίας διαμορφώθηκε στο 1,45%, μειωμένος κατά 0,08% σε σχέση με το 2011, ενώ το λειτουργικό περιθώριο κέρδους επίσης έμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 2,14% και ο δείκτης EBITDA στο αρκετά ελπιδοφόρο 4,17%. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων κινήθηκε πτωτικά και διαμορφώθηκε το 2012 στο 9,62%, μειωμένη κατά -2,98% σε σχέση με το 2011, κάτι που ήταν αποτέλεσμα τόσο της μείωσης των κερδών των επιχειρήσεων, όσο και της αύξησης που παρουσίασαν τα ίδια κεφάλαια (χάρις κυρίως στην εισροή κεφαλαίων στην Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, συνολικά ο κλάδος αντιμετωπίζει σαφείς δυσκολίες. Μόλις 28 επιχειρήσεις κατάφεραν μέσα στη δύσκολη αυτή συγκυρία να αυξήσουν τα καθαρά τους κέρδη, ενώ 30 ήταν οι επιχειρήσεις που κατάφεραν να αυξήσουν τις πωλήσεις τους. Ένας σημαντικός αριθμός εταιρειών, κυρίως από τις μικρότερες αλυσίδες, παρουσίασε ζημιές. Χαρακτηριστικά, από τις 60 επιχειρήσεις του δείγματος οι 13 εμφάνισαν ζημιές στα καθαρά αποτελέσματά τους προ φόρων, ενώ 13 ήταν και οι επιχειρήσεις που εμφάνισαν ζημιές στα λειτουργικά τους κέρδη (θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν πρωτογενές έλλειμμα).

Η εικόνα γίνεται λίγο καλύτερη όταν εξετάζουμε τον δείκτη EBITDA (σχήμα 2), ο οποίος παραμένει θετικός για 53 επιχειρήσεις του κλάδου και αρνητικός για μόλις 7. Αυτός ο δείκτης δείχνει πιο ξεκάθαρα την «πρωτογενή» κατάσταση του οργανισμού (πλεόνασμα-έλλειμα), καθώς ακυρώνει την επίδραση της διαχείρισης παγίων, της υπεραξίας και τις ιδιομορφίες του δανεισμού κάθε επιχείρησης. Έτσι, και το 2012 ο δείκτης EBITDA δείχνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων του κλάδου εξακολουθεί να έχει θετικές προοπτικές για το μέλλον και να λειτουργεί πλεονασματικά. Αυτό φαίνεται και στη διαχείριση της ρευστότητας από τον κλάδο.

Νέα δεδομένα για τη ρευστότητα
Ο κλάδος έχει να αντιμετωπίσει την τελευταία τριετία τη μείωση της ρευστότητας στην ελληνική αγορά και οικονομία. Οι ελληνικές τράπεζες είναι δεδομένο ότι το 2012 μείωσαν σημαντικά τη χρηματοδότηση της αγοράς, λόγω της καθυστερημένης ανακεφαλαιοποίησής τους, οδηγώντας τις επιχειρήσεις σε αντίστοιχες ενέργειες. Σημειώνεται ότι και το 2013 δεν φαίνεται να έχει αλλάξει σημαντικά η κατάσταση στον συγκεκριμένο τομέα, ενώ είναι πλέον ξεκάθαρο ότι οι τράπεζες θα είναι ιδιαίτερα φειδωλές και επιλεκτικές στις επιχειρήσεις που θα στηρίξουν.

Ο κλάδος, προκειμένου να ανταποκριθεί σε αυτό το πιεστικό περιβάλλον, προέβη αρχικά σε μεταφορά υποχρεώσεων προς το μέλλον, γι’ αυτό και το 2011 παρατηρήθηκε μείωση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων των επιχειρήσεων και αύξηση των μακροχρόνιων. Αυτή η μεταφορά υποχρεώσεων στο μέλλον έδωσε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις του κλάδου να κερδίσουν αρκετό πολύτιμο χρόνο, προκειμένου να απορροφηθούν οι συνέπειες της οικονομικής ύφεσης. Το 2012 υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για το επόμενο βήμα εξυγίανσης της χρηματοοικονομικής διαχείρισης των επιχειρήσεων, το οποίο ουσιαστικά είναι η αύξηση των δεικτών ρευστότητας μέσω της μείωσης των υποχρεώσεων. Το σύνολο των υποχρεώσεων των 60 αλυσίδων μειώθηκε κατά 93,94 εκατ. ευρώ, ποσοστιαία μείωση 3,17%. Σε αυτό το κομμάτι ρόλο έπαιξε και η μείωση των πωλήσεων η οποία συνείσφερε στη μείωση των υποχρεώσεων προς τους προμηθευτές κατά 2,25% και οδήγησε σε μείωση στις ημέρες πληρωμών από 114,63 ημέρες σε 113,18.

Αυτή η μείωση των υποχρεώσεων οδήγησε σε σημαντική αύξηση των δεικτών ρευστότητας των επιχειρήσεων. Η γενική ρευστότητα αυξήθηκε από 65,38% σε 68,96% και η άμεση ρευστότητα αυξήθηκε από 32,29% σε 34,81%. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αυξήσεις αυτές είναι αποτέλεσμα και της αύξησης των διαθεσίμων των επιχειρήσεων κατά 15,31%, από 266,23 εκατ. ευρώ σε 306,99 εκατ. ευρώ. Όσον αφορά στους λογαριασμούς του ενεργητικού, τα αποθέματα, παρά την μείωση των πωλήσεων, παρουσίασαν ελάχιστη αύξηση, της τάξεως του 0,87%. Έτσι η κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων, ύστερα από μία σημαντική περίοδο αύξησης, το 2012 παρουσίασε μείωση 7,74 σε 7,59.

Επενδύσεις 153 εκατ. ευρώ το 2012
Σε 153 εκατ. ευρώ ανήλθαν οι επενδύσεις των 60 αλυσίδων σούπερ μάρκετ το 2012. Το ποσό αυτό, που αναλογεί σε ποσοστό 2,10% του κύκλου εργασιών, είναι ιδιαίτερα υψηλό. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι επενδύσεις υπερβαίνουν τα καθαρά κέρδη (106 εκατ. ευρώ). Υπάρχουν δύο διαστάσεις στις επενδύσεις. Η διάσταση «νέα καταστήματα – ανάπτυξη δικτύου» και η διάσταση «θετική επίδραση της κρίσης.» Οι επενδύσεις των επιχειρήσεων ναι μεν αφορούν για άλλη μια χρονιά κυρίως στοιχεία του πάγιου ενεργητικού και συγκεκριμένα ανάπτυξη δικτύου, αλλά όχι στον βαθμό που αυτό είχε παρατηρηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Χαρακτηριστικά, μέσα στο 2012, οι 10 μεγαλύτερες αλυσίδες εγκαινίασαν ή εξαγόρασαν πάνω από 35 νέα σημεία πώλησης, όταν συνολικά οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ το 2012 ενσωμάτωσαν στο δίκτυο τους μόλις 10 καταστήματα.

Παράλληλα όμως, δεδομένης της οικονομικής ύφεσης, και δεδομένου ότι οι τράπεζες έχουν μειώσει δραματικά τη χρηματοδότηση της αγοράς, δεν είναι τυχαίο πως πολλές επιχειρήσεις στοχεύουν πλέον στη μείωση των λειτουργικών τους εξόδων και στην αύξηση της παραγωγικότητας. Προκειμένου να είναι πιο παραγωγικές και αποδοτικές, επενδύουν σε συστήματα, τεχνογνωσία και υποδομές. Ολοκληρώνοντας, η συνολική εικόνα του κλάδου αποκαλύπτει μία συντηρητική-επιφυλακτική περίοδο για το λιανεμπόριο τροφίμων, στην οποία φαίνεται να βγαίνουν κερδισμένες οι επιχειρήσεις που είχαν επενδύσει στο παρελθόν σε πιο οργανωμένα δίκτυα.

Ο κλάδος είναι δεδομένο ότι έχει επηρεαστεί αρνητικά από την οικονομική ύφεση, αλλά συνεχίζει να δείχνει αντοχές και υπάρχουν σαφείς ενδείξεις από την οικονομική διαχείριση των αλυσίδων ότι ο κλάδος κινείται συνολικά προς λειτουργία με μεγαλύτερη αποδοτικότητα και παραγωγικότητα. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα αποτελέσματα του 2013, καθώς με τις ήδη πραγματοποιημένες εξαγορές-επενδύσεις, αναμένονται νέες αλλαγές στη σύνθεση του κλάδου.