Οι συμβάσεις που δεχόμαστε να καθορίζουν τη συμπεριφορά μας σε πολλούς διαφορετικούς τομείς της ζωής μας διαμορφώθηκαν παράλληλα με την εξέλιξη αυτού που καλούμε πολιτισμένη κοινωνία και κανονίζουν τη λειτουργία της βάσει ορισμένων κυρίαρχων κανόνων.

Η ύπαρξη αυτών των συμβάσεων προβάλλεται ως απάντηση στην αναζήτηση μιας μέσης λύσης σε κάθε πρόβλημα, ώστε από τη μία πλευρά να εξοικονομείται χρόνος και από την άλλη να αποτρέπονται οι δύσκολα διαχειρίσιμες εκπλήξεις. Δεν πρέπει όμως να αγνοούμε το πολύ σημαντικό γεγονός ότι οι κοινωνικές συμβάσεις λειτουργούν καταπιεστικά στις παρορμητικές μας αποφάσεις και σε κινήσεις που έχουν τη ρίζα τους στην ίδια την ανθρώπινη φύση, με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα.

Μία από τις πιο γνωστές μας κοινωνικές συμβάσεις είναι η διαχείριση της αλήθειας. Η απόλυτη αλήθεια, τουλάχιστον έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας, δεν επιτρέπεται να εκστομίζεται παρά μόνο σε ελάχιστες, καλά επιλεγμένες και ελεγχόμενες περιπτώσεις. Στις υπόλοιπες, θεωρείται απαραίτητο όχι μόνο να περνά από μια πολύ συνειδητή διαδικασία λογοκρισίας, αλλά ακόμη και να αποκρύπτεται, όταν ο καθένας από εμάς που φέρει τον τίτλο του ενήλικα (ξέρουμε πως τα παιδιά έχουν άλλους κανόνες) κρίνει πως η εκφορά της θα λειτουργούσε εναντίον του.

Ο χώρος του λιανεμπορίου γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη σύμβαση. Οι περίοδοι των διαπραγματεύσεων είναι μια καλή άσκηση για όσους θέλουν να διαπιστώσουν πόσο καλά εφαρμόζουν τους κανόνες διαχείρισης της ειλικρίνειας για να μεγιστοποιήσουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Το πρόβλημα όμως είναι πως, λειτουργώντας με αυτή τη λογική, καθένας από τους συναλλασσόμενους προσπαθεί να χρησιμοποιήσει επιστημονικά δεδομένα, τα οποία πιστοποιούν τη διαπραγματευτική δύναμη του άλλου, αλλά και την ικανότητά του να αποκωδικοποιεί τις φράσεις, την κίνηση, την έκφραση των άλλων.

Η έκκληση για συζήτηση «με ανοιχτά χαρτιά» είναι κενή περιεχομένου, γιατί πολύ δύσκολα κάποιος, εκτός κι αν έχει απόλυτη υπεροχή, δεν πρόκειται να θέσει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης τις βαθύτερες σκέψεις και απόψεις του για τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφαλιζόταν το κοινό όφελος. Μάλιστα, όταν η μία από τις δύο πλευρές έχει τη βεβαιότητα πως είναι ο ανίσχυρος κρίκος στην αλυσίδα της αγοράς, πιέζεται ανάμεσα στην παρόρμηση να αποτινάξει τον ζυγό της κοινωνικής σύμβασης της αυτολογοκρισίας και του ενστίκτου της επιβίωσης.

Σήμερα, που πολλοί μύθοι καταρρίπτονται και οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πως μπορούν να δεχθούν τη διαφορετική άποψη, ίσως είναι καιρός να αλλάξει νοοτροπία και όποιος εξακολουθεί να υπερτιμά το παιχνίδι εξουσίας εις βάρος της πραγματικής αξίας ορισμένων επιλογών. Παρόλο που φαίνεται πως σε αυτή τη χώρα η αναθεώρηση απόψεων, που είχαν για δεκαετίες πλασαριστεί ως η επιτομή της ωριμότητας και της σύνεσης, έχει ξεκινήσει, είναι ελπιδοφόρο και μόνο το γεγονός πως μπορούμε επιτέλους να αλλάξουμε σε πολλά σημεία νοοτροπία, χωρίς να υπάρχει άμεσο αποτέλεσμα ή ιδιοτελές συμφέρον. Αυτή η αναζήτηση μιας άλλης κοινωνικής συμπεριφοράς δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο κανένα κομμάτι της κοινωνικής και οικονομικής μας ζωής.