Μπορεί οι μετρήσεις της ΕΣΥΕ να εμφάνισαν πέρυσι τον πληθωρισμό λίγο υψηλότερα του 3%, ωστόσο η πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται στα ράφια των σούπερ μάρκετ και αντανακλάται στις τσέπες των καταναλωτών, είναι εντελώς διαφορετική. Επί ενός συνόλου ανατιμήσεων σε 314 αγαθά -επώνυμα προϊόντα και PL που αντιστοιχούν σε χιλιάδες κωδικούς διαφορετικών συσκευασιών- περίπου κατά τα 3/4 των περιπτώσεων οι ανατιμήσεις υπερέβησαν το 3%.

Έρευνα του “σελφ σέρβις” για τις ανατιμήσεις που έκαναν πέρυσι στα προϊόντα τους οι βιομηχανίες τροφίμων και αγαθών ευρείας κατανάλωσης, κατέδειξε ότι η συνολική επιβάρυνση του πληθωρισμού ήταν κατά πολύ υψηλότερη από τη στατιστική απεικόνιση της ΕΣΥΕ και τα όσα ανακοίνωσε το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών για τον τιμάριθμο του 2006.

Ειδικότερα, στην αγορά καταγράφηκαν συνολικά πέρυσι αυξήσεις στις τιμές τουλάχιστον 314 αγαθών που πωλούνται από τα δίκτυα της οργανωμένης λιανικής και που αντιστοιχούν σε χιλιάδες κωδικούς διαφορετικών συσκευασιών. Εξ αυτών, οι 250 αφορούσαν σε ανατιμήσεις σε επώνυμα αγαθά και οι υπόλοιπες 64 ανατιμήσεις σε αγαθά ιδιωτικής ετικέτας. Οι αυξήσεις στο σύνολό τους κυμάνθηκαν (σε ποσοστιαία βάση) μεταξύ του 0,1% και του 13,30% (στο ελαιόλαδο η ανατιμήσεις έφθασαν το 18,70% λόγω των αυξήσεων στις τιμές παραγωγού). Κι αν κάποιος σκεφθεί ότι το προαναφερόμενο ποσοστό αφορά σε μεμονωμένη περίπτωση προμηθευτή, ενδεχομένως να έχει δίκιο.

Ωστόσο, όπως διαπιστώσαμε, στις 197 από τις 250 “επώνυμες ανατιμήσεις” τα ποσοστά αύξησης των τιμών ξεπέρασαν το 3%, επιβαρύνοντας αρκετά ή πολύ τον πληθωρισμό (πλήρη τον πίνακα των 197 “επώνυμων ανατιμήσεων” παρουσιάζει ο ενημερωτικός δικτυακός τόπος της Comcenter, www.greekretail.gr). Πολύ δε περισσότερο, όταν για περισσότερες από 60 περιπτώσεις προϊόντων οι αυξήσεις υπερέβησαν και το 5%, φθάνοντας ορισμένες φορές το 10% ή και το 12% (βλέπε τον σχετικό πίνακα που επισυνάπτεται στο κείμενο).

Άνω του 3% και στα PL

Ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία που προκύπτουν μετά την κατηγοριοποίηση των ανατιμήσεων σε τρόφιμα και μη τρόφιμα, δεδομένου ότι τα τρόφιμα συγκεντρώνουν τις περισσότερες σε αριθμό αυξήσεις τιμών. Ειδικότερα, από το σύνολο των 196 επώνυμων ανατιμήσεων με ποσοστά άνω του 3%, που καταγράφηκαν πέρυσι στα ράφια της οργανωμένης λιανικής, οι 158 αφορούσαν σε τρόφιμα και οι υπόλοιπες 38 σε μη τρόφιμα. Από το ανατιμητικό κλίμα δεν ξέφυγαν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Το “σελφ σέρβις” συγκέντρωσε τουλάχιστον 64 περιπτώσεις αυξήσεων που αντιστοιχούν σε εκατοντάδες κωδικούς αγαθών ευρείας κατανάλωσης. Αξίζει να τονιστεί ότι, όπως και στα επώνυμα έτσι και στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, στην πλειονότητά τους οι ανατιμήσεις ξεπέρασαν το 3%. Από τα σχετικά στοιχεία προκύπτει ειδικότερα ότι από τις 64 κατηγορίες προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας οι 46 παρουσίασαν ανατίμηση άνω του 3%, και εξ αυτών οι 18 άνω του 5%, σε ποσοστά που κυμάνθηκαν μέχρι και 14,94%!

Σημειώνεται ότι, σε αντίθεση με τα επώνυμα αγαθά, σε ό,τι αφορά στα ιδιωτικά σήματα, το “σεφλ σέρβις” δεν δημοσιεύει αναλυτικά τους προμηθευτές, τα προϊόντα και τα ποσοστά ανατιμήσεων, προκειμένου να διατηρήσει την ανωνυμία των πηγών του, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που υπαγορεύει η δημοσιογραφική δεοντολογία.

Προεκλογικές μέριμνες…

Η φετινή χρονιά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των επικείμενων εκλογών, εν όψει των οποίων θεωρείται δεδομένο ότι η κυβέρνηση θα επιδιώξει με κάθε τρόπο την εξασφάλιση ομαλού κλίματος στην αγορά, άρα και τις λιγότερες δυνατές ανατιμήσεις. Το Υπουργείο Ανάπτυξης έχει ήδη ανακοινώσει ότι επετεύχθη ο “πρώτος στόχος” του, δηλαδή η συγκράτηση των ανατιμήσεων στα όρια του πληθωρισμού. Κατά το υπουργείο, ο περιορισμός των ανατιμήσεων κατέστη δυνατός με “συντονισμένες αντιπληθωριστικές παρεμβάσεις” και τη συμβολή της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Σε ό,τι αφορά, πάντως, την αποτύπωση των ανατιμητικών τάσεων βάσει πραγματικών δεδομένων, με εξαίρεση το πρώτο διάστημα μετά τις εκλογές του Μαρτίου 2004, ο υφυπουργός Ανάπτυξης, κ. Γιάννης Παπαθανασίου, έχει επιμείνει στην πολιτική τής μη δημοσιοποίησης επίσημων και πολύ περισσότερο αναλυτικών στοιχείων (δηλαδή, στοιχείων που αφορούν στην εξέλιξη των τιμών, όπως αυτή προκύπτει από τη γνωστοποίηση στη διεύθυνση Τιμών Βιομηχανικών Προϊόντων του υπουργείου των αναπροσαρμογών τους σύμφωνα με τις αποφάσεις των βιομηχανιών).