“Οι εταιρείες 3PL λειτουργούν σε μια αγορά διαρκώς αυξανόμενου ανταγωνισμού, τόσο σε επίπεδο τιμολόγησης όσο και ποιότητας υπηρεσιών, όπου καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχή λειτουργία αποτελεί η ικανότητα προσφοράς εξειδικευμένων υπηρεσιών προσαρμοσμένων στις ανάγκες κάθε πελάτη. Η διείσδυση του τομέα των 3PL στην Ελλάδα -αν και έχει ενισχυθεί σημαντικά- εξακολουθεί να διαμορφώνεται σε σαφώς μικρότερα επίπεδα συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς μόλις το 10% των ελληνικών επιχειρήσεων είναι πελάτες του κλάδου (ποσοστό που διαμορφώνεται σε 50%-70% στην ΕΕ).

Στον τομέα των επενδύσεων, οι εταιρείες της αγοράς τα τελευταία χρόνια έχουν διαθέσει σημαντικά κονδύλια τόσο για την επέκταση και δημιουργία νέων αποθηκευτικών χώρων όσο και για την υιοθέτηση και εφαρμογή νέων τεχνολογικών εργαλείων, όπως συστήματα ευφυών μεταφορών, ρομποτικά συστήματα αποθήκης κά.

Η ζήτηση για αποθηκευτικούς χώρους κυμαίνεται σε ικανοποιητικά επίπεδα, με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον να εκδηλώνεται για περιοχές που βρίσκονται πλησίον των κεντρικών οδικών αξόνων (Αττική Οδός και Εθνική Οδός). Οι εταιρείες ενδιαφέρονται για αναπτύξεις ακινήτων στο Θριάσιο Πεδίο (αν και τα διαθέσιμα οικόπεδα είναι λίγα), τα Οινόφυτα, τα Σπάτα, ενώ στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης προτιμώνται η Σίνδος και το Καλοχώρι. Ωστόσο, η προσφορά κατάλληλων χώρων διαμορφώνεται σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα έναντι της ζήτησης, ενώ τα περισσότερα ακίνητα που διατίθενται για εκμετάλλευση είναι κατά κανόνα παλαιά και χαμηλών ποιοτικών προδιαγραφών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον έντονο κατακερματισμό αρκετών εκτάσεων, διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, τα οποία ωστόσο θεωρούνται πλέον σταθερά. Πάντως, οι αποδόσεις των βιομηχανικών ακινήτων παραμένουν υψηλότερες συγκριτικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες ακινήτων, κυμαινόμενες περίπου στο 7,5%-8,5%”.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έρευνα στα προβλήματα του κλάδου. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζονται προβλήματα, όπως η απαγόρευση χρήσης ιδιόκτητου στόλου οχημάτων, που οδηγεί σε εξάρτηση από το κλειστό επάγγελμα του μεταφορέα, η έλλειψη ενός ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου λειτουργίας, η ύπαρξη πολυάριθμων μικρών επιχειρήσεων που δεν υπόκεινται σε ουσιαστικούς ελέγχους ορθής λειτουργίας, η απουσία χωροταξικού σχεδιασμού, αλλά και οι ισχύοντες όροι δόμησης. Σε αυτά προστίθενται έκτακτες καταστάσεις, οι οποίες επιφέρουν πολλαπλάσια προβλήματα στη θέση της χώρας στον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη, όπως οι απεργίες στα μεγάλα λιμάνια της χώρας και οι κατά καιρούς κινητοποιήσεις των μεταφορέων.

Προοπτικές

Σύμφωνα με τη μελέτη της Hellastat, η ανάπτυξη των μεταφορικών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των Εμπορευματικών Κέντρων, της ολοκλήρωσης των οδικών δικτύων και της αναβάθμισης των σιδηροδρόμων, λιμένων και αερολιμένων που θα αναπτύξουν ουσιαστικά τις δυνατότητες συνδυασμένων μεταφορών, η χρήση του εργαλείου των ΣΔΙΤ και η περαιτέρω διείσδυση της τεχνολογίας, θα οπλίσουν τη χώρα μας ώστε να εδραιώσει ηγετικό ρόλο στο μεταφορικό έργο της Νοτιανατολικής Ευρώπης.

Χρηματοοικονομική ανάλυση του κλάδου

Στη μελέτη της Hellastat αναλύονται οι οικονομικές καταστάσεις 370 επιχειρήσεων. Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης συνοψίζονται στα εξής: Ο κύκλος εργασιών του δείγματος το 2008 αυξήθηκε κατά περίπου 13%, σε 1,64 δισ. ευρώ. Τα 2/3 των επιχειρήσεων βελτίωσαν τις πωλήσεις τους 2007, ενώ η μέση μεταβολή 08/07 διαμορφώθηκε σε 7,1%. Ωστόσο, παρά τη σταθερότητα του μικτού περιθωρίου στο 20%, τα λειτουργικά αποτελέσματα υποχώρησαν κατά 5,6% σε 108,13 εκατ. ευρώ, λόγω της σημαντικής ανόδου των εξόδων διάθεσης. Επιπλέον, τα ΚΠΦ  του κλάδου υποδιπλασιάστηκαν σε 29,49 εκατ. ευρώ, με την αντίστοιχη μέση μεταβολή να σχηματίζεται σε -1,5%. Η υποχώρηση της λειτουργικής και προ φόρων κερδοφορίας συνοδεύτηκε από κάμψη των περιθωρίων ΚΠΤΦΑ και ΚΠΦ σε 5,8% και 1,7% αντίστοιχα. Η κεφαλαιακή μόχλευση το 2008 βελτιώθηκε σε 1,9 προς 1, από 2,6 προς 1 το 2007, λόγω της συγκρατημένης ανόδου των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων. Η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων υποχώρησε περαιτέρω για δεύτερη διαδοχική χρονιά σε 7%, με τις αιτίες της κάμψης να εντοπίζονται στη βελτίωση της κεφαλαιακής μόχλευσης και στην υποχώρηση των περιθωρίων κερδοφορίας.