Με μέσο ρυθμό αύξησης του κύκλου εργασιών των ελληνικών επιχειρήσεων κατά 3,5% το 2008, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη της Hellastat, είναι δύσκολο να πούμε ότι η οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης «πέρασαν» στα αποτελέσματα της περασμένης χρονιάς. Τη στιγμή, μάλιστα, που οι ελληνικές επιχειρήσεις μετα-ολυμπιακά κρατήθηκαν στο 2,5%-3%, ενώ την προηγούμενη διετία αναπτύχθηκαν με μέσο ρυθμό 7%-8%, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης κατά 5% την τελευταία εξαετία μόνο χαμηλός δεν είναι. Αρνητικό στοιχείο, ωστόσο, για το 42% των επιχειρήσεων του δείγματος της Hellastat είναι η κάμψη των εσόδων τους, η οποία αποτελεί τη χειρότερη σχετική επίδοσή τους την τελευταία τετραετία.

Τη στιγμή, μάλιστα, που οι ελληνικές επιχειρήσεις μετα-ολυμπιακά κρατήθηκαν στο 2,5%-3%, ενώ την προηγούμενη διετία αναπτύχθηκαν με μέσο ρυθμό 7%-8%, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης κατά 5% την τελευταία εξαετία μόνο χαμηλός δεν είναι. Αρνητικό στοιχείο, ωστόσο, για το 42% των επιχειρήσεων του δείγματος της Hellastat είναι η κάμψη των εσόδων τους, η οποία αποτελεί τη χειρότερη σχετική επίδοσή τους την τελευταία τετραετία.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη της Hellastat, αν και η υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης έναντι της περασμένης χρονιάς αφορά στην πλειονότητα των επιχειρήσεων, εντούτοις η ψαλίδα της ανάπτυξης μεταξύ μικρών και μεγάλων διευρύνεται. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις με έσοδα α) άνω των 50 εκατ. ευρώ αναπτύχθηκαν κατά μέσο όρο με 6,8% το 2008 (10,2% το 2007), β) από 3 εκατ. ευρώ μέχρι 50 εκατ. ευρώ με 5,9% (11,9% το 2007), γ) από 1 εκατ. ευρώ μέχρι 3 εκατ. ευρώ με 3% (8,5% το 2007), ενώ δ) οι μικρότερες, με έσοδα μέχρι ευρώ 1 εκατ. ευρώ παραμένουν στάσιμες (+0,2%), έναντι αύξησης κατά 3,8% το 2007. Διαπιστώνεται συνεπώς, ότι η διαχρονική υστέρηση των ρυθμών ανάπτυξης των μικρών επιχειρήσεων έναντι των μεγαλύτερων, όχι μόνο διατηρείται, αλλά και αυξάνει, καθώς οι απώλειές τους είναι σαφώς εντονότερες.

Χαρακτηριστικό είναι ότι και στον μέσο ρυθμό ετήσιας μεταβολής (2008-2003) των πωλήσεων υπάρχει μικρή αλλά σαφής υπεροχή των μεγαλύτερων επιχειρήσεων (6,5%) έναντι των μικρότερων (4,9%).

Η πορεία των αποτελεσμάτων

Τα λειτουργικά κέρδη των επιχειρήσεων εμφάνισαν μικρή μέση μείωση κατά -0,4% το 2008, έναντι σημαντικής αύξησης περίπου κατά 12% την προηγούμενη χρονιά και κατά 9,6% το 2006. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφάνισαν εντονότερη του μέσου όρου κάμψη, της τάξης του -3,6%, λόγω των μειωμένων κερδών στις μεγάλες βιομηχανίες μετάλλων, στον κλάδο εκδόσεων-εκτυπώσεων, στις μεταφορές και στα ξενοδοχεία και εστιατόρια. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφάνισαν μέση υποχώρηση των λειτουργικών κερδών κατά -4,7%, σταθερότητα δείχνουν οι επιχειρήσεις με έσοδα 1-3 εκατ. ευρώ, ενώ ικανοποιητική αύξηση κατά 3,1% παρουσιάζουν μόνο οι επιχειρήσεις με έσοδα 3-50 εκατ. ευρώ. Το μέσο περιθώριο λειτουργικού κέρδους υποχώρησε κατά 50 μονάδες βάσης, στο 9,34%, έναντι 9,86% το 2007.

Την τελευταία 6ετία καταγράφεται αρνητική τάση στο ισοζύγιο λειτουργικά κερδοφόρων-ζημιογόνων επιχειρήσεων, καθώς από 80% το 2003 υποχώρησε σταδιακά στο 75% το 2008. Σε επίπεδο καθαρών προ φόρων κερδών διαπιστώνεται σημαντική υποχώρηση, άνω του -10%, ενώ στις πολύ μικρές και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις κυμαίνεται στο -15% κατά μέσο όρο. Ως συνέπεια της πορείας των κερδών, το καθαρό περιθώριο μειώθηκε αισθητά, στο 2,2%, έναντι 3,1% το 2007 και 2,9% το 2006. Η μεγαλύτερη μέση υποχώρηση καταγράφηκε στους κλάδους ξενοδοχεία-εστιατόρια (-26%), εμπόριο οχημάτων (-25%), κλωστοϋφαντουργία-ένδυση (-24%), μη μεταλλικά ορυκτά (-23%) και εκδόσεις-εκτυπώσεις (-17%). Οι μόνοι κλάδοι με θετική μεταβολή των καθαρών κερδών ήταν αυτοί των υπηρεσιών υγείας (+1,3%) και ενέργειας (2,7%). Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, ότι το καθαρό περιθώριο κέρδους υποχώρησε σε όλους τους βασικούς κλάδους της οικονομίας, με μόνη εξαίρεση τον κλάδο της πληροφορικής, στο 5,9%, έναντι 5,5% το 2007.

Σε αντιστοιχία με τα λειτουργικά κέρδη, το ποσοστό των κερδοφόρων επιχειρήσεων μειώθηκε την τελευταία 6ετία, από 68,5% το 2003 σε 64,5% το 2008. Η σημαντική υποχώρηση του καθαρού περιθωρίου, αλλά και η βελτίωση του δείκτη ξένων προς ίδια κεφάλαια, έπληξε την αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων, χάνοντας 2 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2007, στο 3,9%. Οι περισσότερο δανεισμένες μεγαλύτερες επιχειρήσεις σε γενικές γραμμές επιτυγχάνουν σαφέστατα υψηλότερες του μέσου αποδόσεις επί των ιδίων κεφαλαίων, αν και σημαντικά μειωμένες, στο 10,6% (από 17,6%). Υψηλή αποδοτικότητα καταγράφηκε στους κλάδους υπηρεσιών υγείας (22,7%) και πληροφορικής (14%), λόγω υψηλής κερδοφορίας, και του χονδρικού εμπορίου (10,2%), λόγω υψηλού δανεισμού.

Σχετική σταθερότητα σε ρευστότητα-κεφάλαια κίνησης

Θετικό στοιχείο για τις επιχειρήσεις ήταν η έλλειψη διακυμάνσεων στον λειτουργικό τους κύκλο, καθώς απαιτήσεις, αποθέματα και προμηθευτές ανακυκλώθηκαν με τους ίδιους ρυθμούς κατά την τελευταία 4ετία. Ειδικότερα, το μέσο διάστημα είσπραξης των απαιτήσεων εκτιμάται στις 134 ημέρες, τα αποθέματα ανακυκλώθηκαν κάθε 69 ημέρες, ενώ οι προμηθευτές εξοφλούνταν στις 153 ημέρες. Κατά συνέπεια, ο εμπορικός κύκλος διαμορφώθηκε στις 50 ημέρες (49 το 2007), ακολουθώντας μια ήπια τάση επέκτασης την τελευταία 6ετία (33 ημέρες το 2003). Σταθερότητα παρατηρείται και στις ομάδες επιχειρήσεων βάσει μεγέθους, με τις μεγάλες να εισπράττουν ταχύτερα, έναντι του μέσου όρου, κατά 1 μήνα, αλλά και να εξοφλούν στις 109 ημέρες (153 στο σύνολο των επιχειρήσεων).

Σημαντικές ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης εμφάνισαν οι κλάδοι της κλωστοϋφαντουργίας-ένδυσης (181 ημέρες: +20 από το 2007), των χημικών πλαστικών (128 ημέρες), της βιομηχανίας μετάλλων (109 ημέρες) και του χονδρικού εμπορίου (81 ημέρες), λόγω της βραδύτερης του μέσου είσπραξης των απαιτήσεων, αλλά και των μεγαλύτερων αποθεμάτων που τηρούν. Αντίθετα, οι κλάδοι των υπηρεσιών (ξενοδοχεία-εστιατόρια, ψυχαγωγία, ενέργεια, υγεία, ταχυδρομεία και τηλεπικοινωνίες) απολαμβάνουν πλεόνασμα, καθώς εισπράττουν ταχύτερα έναντι των πληρωμών τους και δεν δεσμεύουν κεφάλαια σε αποθέματα.

Ενίσχυση ιδίων κεφαλαίων και βραχυπρόθεσμου δανεισμού

Θετική εξέλιξη για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, εκτιμάται στη μελέτη της Hellastat, είναι η μικρή υποχώρηση του δείκτη ξένων προς ίδια κεφάλαια, στο 1,17 προς 1 από 1,27 προς 1 το 2007. Αντίστοιχα, τα συνολικά ξένα κεφάλαια υποχώρησαν στο 57% του ενεργητικού, έναντι 59,5% το 2007. Ωστόσο, ο δείκτης των βραχυπρόθεσμων τραπεζικών δανείων προς τις πωλήσεις ενισχύθηκε κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, στο 25% το 2008, από 24% το 2007.

Αρνητικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι αυξήθηκε το ποσοστό των επιχειρήσεων, τα δάνεια των οποίων υπερβαίνουν το 50% των ετήσιων εσόδων τους: στο 25,7% το 2008, έναντι 24,2% το 2007. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που εμφανίζει στον ισολογισμό του βραχυπρόθεσμο δανεισμό υποχώρησε ελαφρώς στο 42,6% το 2008, έναντι 43,1% το 2007.

Η κάμψη των λειτουργικών κερδών και η εντεινόμενη χρήση βραχυπρόθεσμου δανεισμού οδήγησαν σε σοβαρή υποβάθμιση της ικανότητας κάλυψης των τόκων, από 3,8 φορές το 2007, σε 3,1 φορές το 2008. Μεγαλύτερη επιβάρυνση με βραχυπρόθεσμο δανεισμό εμφανίζουν οι μικρές επιχειρήσεις (37% των εσόδων τους), ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζουν δάνεια στο 11,4% των εσόδων τους, κατά μέσο όρο.

Υψηλό τραπεζικό δανεισμό εμφανίζουν, επίσης, οι κλάδοι της ακίνητης περιουσίας, κλωστοϋφαντουργίας-ένδυσης, χημικών-πλαστικών, ψυχαγωγίας, ξενοδοχείων-εστιατορίων. Αντίθετα, οι μεταφορές, ταχυδρομεία-τηλεπικοινωνίες και υπηρεσίες υγείας εμφανίζουν τους χαμηλότερους δείκτες δανεισμού.

Το οικονομικό περιβάλλον φέτος

Μπορεί τα θεμελιώδη μεγέθη των ελληνικών επιχειρήσεων να σταθεροποιούνται την τελευταία 3ετία, ενώ στα αποτελέσματα του 2008 να μη γίνονται ορατές οι συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ωστόσο, όπως εκτιμάται στη μελέτη της Hellastat, οι παράγοντες που συνθέτουν ένα έντονα αρνητικό περιβάλλον για τις ελληνικές επιχειρήσεις κατά την τρέχουσα χρήση είναι:

  • Η μείωση του ΑΕΠ κατά 0,8% το β’ τρίμηνο του 2009, έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2008.
  • Η μείωση των επενδύσεων κατά 16,5%, της κατανάλωσης κατά 0,9% και των εξαγωγών κατά 10,9% το ίδιο διάστημα.
  • Η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 9,2% τον Ιούλιο.
  • Η περαιτέρω μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας το πρώτο 5μηνο του 2009 κατά 15,8 σε αριθμό αδειών και κατά 26% σε επιφάνεια και όγκο.
  • Οι μειωμένες κατά 9,6% αφίξεις τουριστών το α’ 5μηνο του 2009.
  • Η έντονη αύξηση σε όγκο και αξία των ακάλυπτων επιταγών και των απλήρωτων συναλλαγματικών.
  • Η επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά (6,6% τον Ιούλιο, από 8,8% τον Μάιο και 15,9% τον Δεκέμβριο του 2008).
  • Η άνοδος του ποσοστού ανεργίας.
  • Η ραγδαία επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης.
  • Η νέα υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας.