Το ερώτημα είναι αν οι ανακατατάξεις, οι εξαγορές κι οι συγχωνεύσεις θα τονώσουν την οικονομία και την απασχόληση, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας, ή αν, διαμορφώνοντας ολιγοπωλικές συνθήκες, θα συνθλίψουν τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Το βέβαιο είναι ότι, δεδομένης της διακηρυγμένης πρόθεσης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για το μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, επελαύνοντα τα funds, ακολουθούν τις κατευθύνσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, που ευνοεί την πρόσβαση των μεγάλων επιχειρήσεων στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία ενίοτε εις βάρος των μικρότερων…

«Αυτή τη στιγμή στον κόσμο υπάρχει τεράστια ρευστότητα. Στον κλάδο των private equities υπάρχουν περίπου ένα τρισεκατομμύριο δολάρια αδιάθετα και περιμένουν να βρουν ένα σπίτι. Στην Ελλάδα παρά την πανδημία και το ρωσο-ουκρανικό πόλεμο το timing για εξαγορές είναι εξαιρετικό, γιατί ξεκίνησε από πολύ χαμηλά, μετά από μια δεκαετία ύφεσης, και η ανάπτυξη είναι πιο γρήγορη από ό,τι σε άλλες χώρες». Με αυτή την παραδοχή απάντησε στο ερώτημα «τι κάνει την Ελλάδα ελκυστική για επενδύσεις», ο κ. Νίκος Σταθόπουλος, επικεφαλής της BC Partners, ενός από τα μεγαλύτερα funds παγκοσμίως, που διαχειρίζεται πάνω από 35 δισ. ευρώ, με περίπου 4 δισ. ευρώ επενδύσεις σε ελληνικές επιχειρήσεις διαφορετικών κλάδων –από τις τηλεπικοινωνίες, την έρευνα και την τεχνολογία μέχρι προσφάτως τις λιανικές πωλήσεις.

Παρόμοιες απαντήσεις έδωσαν και άλλοι επιχειρηματίες, εκπρόσωποι ελληνικών και διεθνών επενδυτικών ομίλων, που συμμετείχαν στο 7ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. «Ανάμεσα στις ελληνικές μικρομεσαίες και οικογενειακές επιχειρήσεις είναι πολύ πιθανό να βρίσκεται η νέα Δέλτα ή η νέα Chipita, που θα προκύψει από συμπράξεις, μέσω επενδυτικών ομίλων», είπε χαρακτηριστικά ο πρώην τραπεζίτης κ. Απόστολος Ταμβακάκης, επικεφαλής της ΕΟS Capital Partners, που το τελευταίο διάστημα επιχειρεί ένα δυναμικό άνοιγμα και στον κλάδο των τροφίμων-ποτών, με την εξαγορά πακέτου μετοχών στην Eurocatering-Φρεσκούλης (σε συνεργασία με το fund Εlikonos), στην Ελληνική Χυμοί ΑΕΒΕ (μαζί με τον επιχειρηματία κ. Σπύρο Θεoδωρόπουλο), έχοντας ήδη συμμετοχή στη Μινέρβα (με την Decca Investments του ομίλου Δασκαλόπουλου) και στην εταιρεία κατεψυγμένων Agrifreda.

Αντίστοιχα ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, μετά το επικερδές deal πώλησης της Chipita Ιnternational στην Μondelez International με τίμημα μαμούθ 1,64 δισ. ευρώ, δηλώνει αποφασισμένος να χτίσει ένα νέο μεγάλο ελληνικό όμιλο τροφίμων, επιδιδόμενος σε μπαράζ εξαγορών και συμμετοχών σε ελληνικές επιχειρήσεις φέτος, ενώ έχει ανακοινώσει ως στόχο την είσοδο του ομίλου στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Μετά τη συμμετοχή στην Ελληνικοί Χυμοί ΑΕΒΕ της Λαμίας, την εξαγορά της βορειοελλαδίτικης αλλαντοβιομηχανίας «Έδεσμα» και της συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας συσκευασμένων τροφίμων «Αμβροσία», το τελευταίο απόκτημα του κ. Θεοδωρόπουλου είναι η ιστορική σοκολατοβιομηχανία ΙΟΝ, στην οποία εισήλθε αρχικά ως κάτοχος του 45% του μετοχικού της κεφαλαίου, με προοπτική να αποκτήσει το πλειοψηφικό πακέτο. Ήδη το 2021 είχε εισέλθει στη ΜΕΒΓΑΛ, επαναγοράζοντας μαζί με την οικογένεια Χατζάκου το πακέτο μετοχών της CVC Capital, ενώ στις αρχές του 2022 εξαγόρασε το μερίδιο της σαουδαραβικής οικογένειας Ολαγιάν στην Chipita Foods, που προέκυψε από τη διάσπαση του διεθνούς ομίλου, αποκτώντας τον αποκλειστικό έλεγχο των μετοχών της αλλαντοβιομηχανίας Νίκας ΑΕ. Παράλληλα, έχει επενδύσει και στην πρωτογενή παραγωγή, στα θερμοκήπια υδροπονικής τομάτας της Wonderplant στη Δράμα, σε συνεργασία με βορειοελλαδίτες επιχειρηματίες. Ο ίδιος ο κ. Θεοδωρόπουλος δεν παραλείπει να τονίζει τις διαφορές του από τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, που επενδύουν και αποεπενδύουν βάσει χρονοδιαγράμματος στρατηγικής εισόδου και εξόδου, έχοντας σκοπό τις υψηλές αποδόσεις ακόμα και με μεγάλο ρίσκο, δηλώνοντας ότι αυτός είναι πρωτίστως επιχειρηματίας, όχι απλώς μόνο επενδυτής, κι ότι «έχει έρθει για να μείνει» στον τομέα της ελληνικής αγροδιατροφικής παραγωγής.

Τα τρόφιμα-ποτά προσελκύουν επενδυτές
Παρά τις επί μέρους διαφορές μεταξύ των επενδυτικών ομίλων, με σαφή τη διάκριση των λεγόμενων «greek funds» και των διεθνών οίκων, η επέλαση των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων στο ελληνικό επιχειρηματικό τοπίο δεν παύει να γεννά αμφιλεγόμενες αντιδράσεις, σ’ ένα περιβάλλον εξαιρετικής αβεβαιότητας. Ειδικά ο χώρος της μεταποίησης τροφίμων-ποτών, όπως και των λιανεμπορικών αλυσίδων FMCG, θεωρείται ότι θα πρωταγωνιστήσει το προσεχές διάστημα στις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, μαζί με τις επιχειρήσεις τεχνολογίας-πληροφορικής, τον κλάδο των μεταφορών-logistics και του τουριστικού real estate.

Ειδικά ο κλάδος τροφίμων-ποτών, που αποτελεί και τον μεγαλύτερο εργοδότη της μεταποίησης, ελέγχοντας το 30% του τζίρου της και απασχολώντας το 36% του εργατικού δυναμικού της, χαρακτηρίζεται από έντονη πολυδιάσπαση, καθώς το 88% των 13.355 επιχειρήσεών του απασχολούν έως 9 εργαζόμενους και μόλις 61 επιχειρήσεις του απασχολούν άνω των 250. Παρά τους κινδύνους της ύφεσης, που προκύπτουν από την συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση, τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις, ακόμα και τις ελλείψεις πρώτων υλών, που γίνονται εντονότερες εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, ο κλάδος των τροφίμων-ποτών και της διάθεσης FMCG θεωρείται ότι διατηρεί τη δυναμική του, καθώς αλλάζουν οι συνήθειες του αγοραστικού κοινού και δημιουργούνται νέες τάσεις, ειδικά μετά την πανδημία, όπως η ραγδαία άνοδος των ηλεκτρονικών αγορών.

Με διακηρυγμένη την πρόθεση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για το μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, η επέλαση των funds είναι συμπλήρωμα των κατευθύνσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, που ευνοεί την πρόσβαση των μεγάλων επιχειρήσεων στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία ενίοτε εις βάρος των μικρότερων. Το ερώτημα που τίθεται, είναι αν οι ανακατατάξεις, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις θα τονώσουν την οικονομία και την απασχόληση, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας, ή αν, αντίθετα, δημιουργώντας συνθήκες ολιγοπωλίου και στρέβλωσης, θα συνθλίψουν τη λεγόμενη «ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας», δηλαδή τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Οι απαντήσεις συναρτώνται με το αν ωφελείται ή βλάπτεται αυτός που απαντά.

Ποιος ωφελείται από την επέλαση των funds
Ποιοι παράγοντες προσελκύουν το ενδιαφέρον των funds στις ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις; «Η πρώτη αιτία είναι ότι υπάρχει πολύ χρήμα στον κόσμο, μεγάλη ρευστότητα που οι διαχειριστές των ιδιωτικών κεφαλαίων θέλουν να την επενδύσουν». Αυτή ήταν η πρώτη απάντηση που έδωσε στο ερώτημα του «σελφ σέρβις» ο κ. Κώστας Μαχαίρας, πρώην πρόεδρος του IΕΛΚΑ και προσφάτως συνιδρυτής της εταιρείας Sunterra Oικολογικά Θερμοκήπια, μαζί με άλλα τρία πρώην στελέχη του ομίλου ΑΒ Βασιλόπουλος. Η δεύτερη αιτία, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι «η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει μπει δυναμικά στο χάρτη των επενδύσεων, γιατί τα οικονομικά της αποτελέσματα είναι πολύ καλά σε σύγκριση με άλλων χωρών». Η τρίτη αιτία είναι ότι «έχει πλέον καταλάβει ο κόσμος, ειδικά στην Ευρώπη, ότι η ανάπτυξη δεν έρχεται μόνο από την παγκοσμιοποίηση, αλλά και την «τοπικοποίηση» των επενδύσεων. Οι χώρες της ΕΕ έχουν συνειδητοποιήσει ότι χρειάζονται μεγαλύτερη διατροφική και παραγωγική αυτάρκεια. Γι’ αυτό προωθούν τις επενδύσεις σε γηγενείς εταιρείες, ώστε να έχουν αυτοτέλεια. Το ίδιο βλέπουν με τη σειρά τους τα funds και επενδύουν στις μεσαίες αναπτυσσόμενες εταιρείες».

Πέρα από τις επενδυτικές ευκαιρίες τροχοπέδη παραμένουν, σύμφωνα με τον κ. Μαχαίρα, οι νομοθετικές και φοροτεχνικές αγκυλώσεις, που εξακολουθούν να βάζουν φραγμούς στην ωρίμανση των επενδύσεων, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή διατάξεων του Αναπτυξιακού Νόμου. Όπως τονίζει, οι κυοφορούμενες αλλαγές λαμβάνουν υπόψιν το ενδιαφέρον των διεθνών εταιρειών να αποκτούν περαιτέρω τοπική τεχνογνωσία σε ό,τι αφορά τις δραστηριότητες των ελληνικών επιχειρήσεων που εξαγοράζουν, χωρίς απαραίτητα αυτό να προϋποθέτει διοικητική αυτονομία στην Ελλάδα. Αντίθετα θα επικρατήσει το μοντέλο της διοίκησης δι’ αντιπροσώπων, με τοπικούς διαχειριστές-μάνατζερ και υπευθύνους πωλήσεων, που θα λογοδοτούν στην κεντρική διοίκηση στο εξωτερικό, μέσω dot line reporting. Παράλληλα, όπως υποστηρίζει, θα δούμε ξένες εταιρείες να επενδύουν σε ειδικές κατηγορίες προϊόντων με εξαγωγικό χαρακτήρα, προκειμένου να ενδυναμώσουν τη θέση τους στο εξωτερικό.

Οι επιπτώσεις της κρίσης δημιουργούν ευκαιρίες
Όπως ομολογούν αναλυτές της αγοράς, η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, η επιδείνωση των επιχειρηματικών προσδοκιών και κυρίως το ξέφρενο ράλι του πληθωρισμού, που ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα και ρίχνει στα τάρταρα την καταναλωτική εμπιστοσύνη, προκαλεί ταραχή τόσο τις ελληνικές λιανεμπορικές αλυσίδες όσο και στις προμηθευτικές επιχειρήσεις, που παρά την αύξηση των τιμών βλέπουν τον τζίρο να υποχωρεί οριακά και τις πωλήσεις σε όγκο να μειώνονται. Η δυσοίωνη πρόβλεψη για «τέλεια καταιγίδα» στην ελληνική οικονομία, που διατύπωσε πρόσφατα ο Mr Jumbo Aπόστολος Βακάκης, δεν φαίνεται, πάντως, να πτοεί τα funds. Αντιθέτως, η μεγέθυνση των επιπτώσεων της κρίσης, κυρίως όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, δημιουργεί νέες ευκαιρίες, καθώς οι επιχειρήσεις «τείνουν ευήκοον ους στους επενδυτές, αφού έχουν μεγαλύτερη ανάγκη χρηματοδότησης». Αυτό δήλωσε στο «σελφ σέρβις», θέλοντας να διατηρήσει την ανωνυμία του, ο εκπρόσωπος ενός από τα μεγαλύτερα επενδυτικά ταμεία που δρα στην Ελλάδα, έχοντας συγκεντρώσει κεφάλαια άνω των 140 εκατ. ευρώ, το οποίο έχει στα σκαριά νέες εξαγορές στον κλάδο των τροφίμων. Οι αναπτυξιακές δυνατότητες των επιχειρήσεων του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα, με αύξηση των εξαγωγών τους το τελευταίο έτος, τις καθιστούν ελκυστικές σε επενδυτικά σχήματα, που διαβλέπουν ευκαιρίες «σε λογική consolidation», μας εξηγεί, παραπέμποντας σε πρακτικές ενοποίησης, μέσω συγκεντρώσεων.

Οι υπέρμαχοι της εισόδου των funds δεν θεωρούν απαραίτητα παράγοντα κινδύνου τους διαδοχικούς κύκλους επένδυσης και αποεπένδυσης. Η πρακτική των επενδυτικών κεφαλαίων να εξαγοράζουν πακέτα μετοχών, με σκοπό να αποχωρήσουν σε 3-4 χρόνια, μεταπωλώντας σε πολλαπλάσια αξία το μερίδιό τους, αφήνει παρακαταθήκη, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, την εξυγίανση και αναδιάρθρωση των εταιρειών, όπως και την αύξηση του κύκλου εργασιών. Όσο για τους κινδύνους από την κυριαρχία των υπερ-ομίλων σε συγκεκριμένους κλάδους, που θα δημιουργήσουν συνθήκες οριζόντιας συγκέντρωσης, ως αντεπιχείρημα προβάλλεται ότι «η συγκέντρωση λειτουργεί υπέρ του καταναλωτή, αφού έτσι υπάρχει πιο έντονος ανταγωνισμός». Σε αυτή την κούρσα της οικονομικής γιγάντωσης ως στρατηγική επιβίωσης των μικρών επιχειρήσεων προτείνεται η επί μέρους διαφοροποίησή τους, μέσω της παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών (service oriented), στο πλαίσιο μιας premium προσέγγισης, για τη μερίδα του αγοραστικού κοινού που είναι αποφασισμένη να πληρώνει επιπλέον για έξτρα παροχές ή ποιότητα προϊόντων.

Η περίπτωση της CVC Capital Partners
Στα μεγάλα deals που σφράγισαν τις εξελίξεις του 2021, ήταν η εξαγορά της Vivartia από το fund CVC, που ξεπέρασε σε αξία τα 630 εκατ. ευρώ. Ακολούθησε η εξαγορά από τη CVC του πλειοψηφικού ποσοστού της γαλακτοβιομηχανίας Δωδώνη (το οποίο προηγουμένως κατείχε το ρωσικών συμφερόντων fund Lime Capital Partners) και η συναλλαγή μεταβίβασης των μεριδίων των εταιρειών Ελληνική Ζύμη και Άλεσις στην εταιρεία Μπάρμπα Στάθης. Φέτος η Επιτροπή Ανταγωνισμού ενέκρινε την εξαγορά της Δανιήλ Γκατένιο ΑΕ από τη Δέλτα, θυγατρική της Vivartia, αξιολογώντας ότι η εν λόγω συγκέντρωση δεν αποκτά σημαντική οριζόντια διάσταση στον ευρύτερο κλάδο των γαλακτοκομικών. Η Επιτροπή έκρινε ότι «οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις είτε δεν δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά είτε, αν και υπάρχει οριζόντια επικάλυψη (μαλακά τυριά, ημίσκληρα τυριά στην λιανική κλπ.), τα συνδυαστικά τους μερίδια στις σχετικές αγορές υπολείπονται των προβλεπόμενων ορίων». Ωστόσο κρίθηκε ότι δημιουργείται κάθετη συγκέντρωση, αφού η Γκατένιο εισάγει πρώτες ύλες (συμπυκνωμένο γάλα, κρέμα γάλακτος), οι οποίες χρησιμοποιούνται στην παρασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων, που παράγει η Δέλτα.

Τα επενδυτικά deals της Vivartia στον κλάδο των τροφίμων-ποτών είναι μόνο μία απ’ τις πολυσχιδείς δραστηριότητες του διεθνούς fund στην Ελλάδα, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την πρόσφατη απόκτηση της Εθνικής Ασφαλιστικής και το Hellenic HealthCare Group, το μεγαλύτερο ελληνικό ιατρικό όμιλο υπηρεσιών ιδιωτικής υγείας (Μητέρα, Υγεία, Ιασώ, Μετροπόλιταν General). Μάλιστα, η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής από το CVC αναμένεται να απασχολήσει και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ανταγωνισμού, στο πλαίσιο ελέγχου για τυχόν οριζόντια συγκέντρωση συνδεδεμένων αγορών (ιδιωτικής ασφάλισης και υπηρεσιών υγείας) κατόπιν ενστάσεων ελληνικών εταιρειών ότι έτσι δημιουργούνται στρεβλώσεις στην αγορά. Πάντως, στον κλάδο των τροφίμων-ποτών η CVC φαίνεται αποφασισμένη να παίξει ακόμα πιο σημαντικό ρόλο, με νέες επενδύσεις την επόμενη τετραετία, σύμφωνα με τις δηλώσεις του επικεφαλής του fund, κ. Άλεξ Φωτακίδη.

Τα deals του 2022
Το πρώτο τετράμηνο του 2022 εκτός από το «κλείδωμα» νέων επιχειρηματικών συμφωνιών στον κλάδο των τροφίμων-ποτών, το έδαφος για τις οποίες στρώθηκε κυρίως πέρυσι, ανακοινώθηκαν αλλαγές και στην οργανωμένη λιανική. Βασικότερη όλων είναι η σύμπραξη της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Μασούτης με τον συνεταιρισμό ΣΥΝΚΑ Χανίων, που δημιούργησε ένα εταιρικό σχήμα με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 1,1δισ. ευρώ, με περισσότερα από 400 καταστήματα και 9.000 εργαζόμενους, το οποίο φιλοδοξεί να γίνει η τέταρτη μεγαλύτερη αλυσίδα πανελλαδικά. Παράλληλα, εξελίσσεται η εκ νέου η απόβαση της γαλλικής αλυσίδας Carrefour, μια πενταετία μετά τη χρεοκοπία της Carrefour-Mαρινόπουλος, αρχικά με το άνοιγμα convenient stores στο Ηράκλειο Κρήτης, μέσω της Retail & More του ομίλου Νικόλαου Θ. Βαρδινογιάννη. Φθίνουσα πορεία έχει αντιθέτως το εγχείρημα της ρωσικής εκπτωτικής Μere, με κλείσιμο καταστημάτων. Παράλληλα, εντείνονται οι φήμες περί εισόδου αμερικανικού fund στην αγορά, με ενδιαφέρον για ελληνική αλυσίδα σούπερ μάρκετ…

Εκτός από τις συμφωνίες των ελληνικών funds, όπως η ΕΟS Capital και τα επενδυτικά σχήματα του κ. Θεοδωρόπουλου, έντονη κινητικότητα διαπιστώθηκε και από ξένους ομίλους, όπως η ισπανική Grupo Profand, που εξαγόρασε το 60% των Ιχθυοτροφείων Κεφαλονιάς, διατηρώντας το option να προχωρήσει σε πλήρη εξαγορά των μετοχών στο μέλλον. Στις ανακατατάξεις του 2022 περιλαμβάνεται η συμφωνία εξυγίανσης της ιστορικής ελληνικής οινοποιίας Μαλαματίνα, η οποία τον Μάρτιο πέρασε και τυπικά πλέον στα χέρια του ομίλου Μantis, και η πρόσφατη εξαγορά της Αγνό από τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία του ομίλου Σαράντη σε πλειστηριασμό αντί 7,3 εκατ. ευρώ.

Με ενδιαφέρον αναμένονται τα επόμενα βήματα του επενδυτικού ταμείου SMERC Fund, με δηλωμένη την πρόθεση του εκτελεστικού διευθυντή του, κ. Νίκου Καραμούζη, να προχωρήσει σε στοχευμένες εξαγορές μικρών και μεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων εξαγωγικού προσανατολισμού. Σύμφωνα με πληροφορίες, το επόμενο deal της SMERC αφορά ελληνική εταιρεία ρυζιού-οσπρίων, που θα ενισχύσει το χαρτοφυλάκιό της στην αγροδιατροφή, μετά την απόκτηση της μεγάλης φρουτοπαραγωγικής εταιρείας Κrop της Άρτας. Νέες συνέργειες ή αυτόνομες κινήσεις στο χώρο των τροφίμων εξετάζει και το Diorama Investment του ομίλου Δασκαλόπουλου, με όχημα τη Μινέρβα Ελαιουργική, ενώ συνεχίζεται απρόσκοπτα η επέλαση της Switz Group. Η εταιρεία του Ινδού δισεκατομμυριούχου Taizoon Khorakiwal, που δραστηριοποιείται ήδη στον κλάδο των αρτοσκευασμάτων-ζαχαροπλαστικής (Olympic Foods, CSM Hellas Bakery Solution, Κρητών Άρτος, «Κουλουράδες» κ.ά.), βρίσκεται κοντά και σε νέες εξαγορές στον κλάδο των τροφίμων.

Πιο επιθετικές κινήσεις το δεύτερο εξάμηνο του έτους
Το κατά πόσο οι υφεσιακές πιέσεις θα φρενάρουν τις εξαγορές από ξένα και εγχώρια funds, είναι μια υπόθεση που θα δείξει. «Υπάρχουν κλάδοι που θα πληγούν και κλάδοι που θα ωφεληθούν. Όλα σχετίζονται με την ελαστικότητα της ζήτησης», είπε πρόσφατα ο κ. Απόστολος Ταμβακάκης, επικεφαλής της EOS Capital Partners, προβλέποντας ότι «ειδικά τα τρόφιμα θα υποφέρουν όχι μόνο φέτος, αλλά και το 2023». Ωστόσο ακόμα και σε αυτό τον κλάδο «η κρίση γεννά ευκαιρίες», καθώς υπάρχουν κατηγορίες προϊόντων που εξελίσσονται με διψήφια ποσοστά ανάπτυξης, όπως οι συσκευασμένες σαλάτες και τα plant based τρόφιμα. Το σίγουρο είναι ότι η τράπουλα θα ανακατευθεί εκ νέου το δεύτερο εξάμηνο του 2022, οπότε οι κινήσεις των διεθνών και των εγχώριων funds αναμένονται πιο επιθετικές, υποβοηθούμενες από την ένταση της κρίσης και την ανάγκη των επιχειρήσεων για ρευστότητα, ώστε να στηριχθεί η βιωσιμότητά τους.

Για τους πιο ψύχραιμους αναλυτές δεν υπάρχει μονολεκτική απάντηση στο αν η κρίση θα λειτουργήσει ανασταλτικά ή, αντίθετα, θα επιταχύνει τη είσοδο των επενδυτικών funds στις ελληνικές επιχειρήσεις. «Αν θέλω να διεισδύσω στην αγορά και ο συμπαίκτης μου μού προσφέρει αυτή την ευκαιρία, δεν θα με σταματήσει η κρίση. Κάθε επενδυτική κίνηση κρίνεται ξεχωριστά», ήταν η χαρακτηριστική ατάκα ενός στελέχους της αγοράς. Όσο για το στερεότυπο του στυγνού επενδυτή-τυχοδιώκτη που, ακολουθώντας τις πρακτικές των distress funds. έρχεται ν’ αγοράσει φθηνά και να πουλήσει ακριβά, εκμεταλλευόμενος τις ανάγκες των επιχειρήσεων για ρευστότητα μετά από μια πολυετή κρίση, οι Έλληνες εκπρόσωποι των επενδυτικών κεφαλαίων προσπαθούν να το διασκεδάσουν. Οι λέξεις-κλειδιά που χρησιμοποιούν οι επενδυτές νέου τύπου είναι «ενσυναίσθηση», «ανθρώπινος παράγοντας» και «κοινωνικό αποτύπωμα», υποστηρίζοντας ότι οι επενδύσεις στις ελληνικές επιχειρήσεις είναι «απόφαση ζωής κι όχι ευκαιριακές κινήσεις». Το αν αυτό είναι το νέο ανθρώπινο πρόσωπο των funds κι όχι ακόμα ένα επιχειρηματικό προσωπείο, θα φανεί ασφαλώς εκ του αποτελέσματος…