Προσπαθήστε να φανταστείτε μια κοινωνία χωρίς κατανάλωση... Αδύνατον. Είναι εύκολο λοιπόν να αποδείξει κανείς πως πρόκειται για μια ακόμη (σκόπιμα) παρεξηγημένη λέξη. Συνήθως την συγχέουν με την υπερκατανάλωση, που αφορά όμως στην τεχνητά συνήθως δημιουργούμενη τάση προς κατανάλωση αγαθών, που ωφελεί κατά κύριο λόγο την αγορά και λιγότερο ή καθόλου τον καταναλωτή.

Διασαφηνίζοντας, λοιπόν, τη διαφορά μεταξύ κατανάλωσης και υπερκατανάλωσης, διαπιστώνουμε πως η δεύτερη είναι που ακόμη και σήμερα προβάλλεται με ευκολία ως ένας από τους βασικούς παράγοντες που οδήγησαν τη χώρα στην ανάγκη των ξένων, συνήθως χέρι-χέρι με «το υπερδιογκωμένο κράτος, τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, το DNA των Ελλήνων, το γονίδιο του ωχδερφισμού», και άλλα, αντίστοιχης επιστημονικής βάσης, αίτια!

Η πρόθεση «υπέρ» είναι αυτή που, σύμφωνα και με τους αρχαίους μας φιλοσόφους, καταργεί τον κανόνα ορθής διαβίωσης, η οποία εκφράζεται με την ύπαρξη μέτρου, σε κάθε περίσταση. Εδώ, όμως, το μέτρο προσαρμόζεται στο αντικείμενο της μέτρησης και το μέγεθος της… κακοήθειας του «υπέρ» διαμορφώνεται ως παράγοντας μιας πολύπλοκης συνάρτησης, με όρους που έχει θέσει το ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Για παράδειγμα, όταν αναφερόμαστε σε μια μέση οικογένεια (προ κρίσης, γιατί σήμερα είναι δυσεύρετη και κατ’ επέκταση δύσκολο να εξεταστεί), υπερκατανάλωση θεωρείται η αγορά προϊόντων που «αντικειμενικά» κρίνεται ότι δεν καλύπτουν κάποια βασική ανάγκη. Κι όμως, αυτή η ίδια μέση οικογένεια, εξακολουθεί να αποτελεί το κοινό-στόχο της μόδας και των προγραμμάτων προβολής προϊόντων και ευκαιριών αγοράς, ακόμη και στη δική μας χώρα.

Την ίδια στιγμή, όταν η υπερκατανάλωση θεωρείται ο δαίμων που δείχνει προκλητικά προς τον δρόμο του αέναου δανεισμού, οι πιο ένθερμοι θιασώτες της «λιτότητας», που μεταφράζεται επί της ουσίας στη βίαιη συρρίκνωση του εισοδήματος, άρα και του διαθέσιμου προς κατανάλωση μέρους του, υποστηρίζουν μέτρα όπως η κατάργηση κάθε περιορισμού στη λειτουργία των «ναών» της κατανάλωσης, η ενίσχυση της φωνής των «Σειρήνων» που καλούν στις «ευκαιρίες», η αξιοποίηση εορταστικών εκδηλώσεων με αφορμή, κατά προτίμηση, θρησκευτικής φόρτισης γεγονότα, και άλλα παρόμοια. Όλα αυτά, δηλαδή, που ενθαρρύνουν τη μεταφορά του εναπομείναντος εισοδήματος (μετά από φόρους και άλλες εισφορές αλληλεγγύης προς το πτωχευμένο κράτος, τους πολίτες και τους δανειστές του), στα ταμεία.

Φυσικά, δεν θεωρείται κακή η υπερκατανάλωση από τα υψηλά εισοδήματα. Η απόσταση που χωρίζει την τιμή απόκτησης ενός υλικού αγαθού από τους πλουσιότερους πρέπει να είναι προκλητικά μεγαλύτερη από τη μέση τιμή της αγοράς και η επίδειξη του πλούτου θα πρέπει απλώς να γίνεται σε ειδικές περιοχές, εντός ή εκτός της χώρας, ώστε να μην προκαλεί ανεπιθύμητες αντιδράσεις (ίσως μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Κανείς δεν κατηγόρησε ποτέ τα ανώτερα στρώματα (που σκεπάζουν ασφυκτικά τα μεσαία και κατώτερα), για υπερκατανάλωση, αφού αυτός άλλωστε είναι ο στόχος της συγκέντρωσης του πλούτου, πέραν της εξουσίας που προσφέρει.

Και από την πλευρά των επιχειρήσεων, ποιος μπορεί να διανοηθεί μια εταιρεία που θα έχει θέσει ως όραμα τη διασφάλιση της δυνατότητας σε όλους να καταναλώνουν, ανάλογα με την προσφορά τους, τα παραγόμενα αγαθά. Η διατήρηση μιας απόστασης από τη βάση μέχρι την διοίκηση και την ιδιοκτησία αντιμετωπίζεται σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο και κάθε άλλη προσέγγιση αφορίζεται. Τα «παιχνίδια της αγοράς» μπορούν λοιπόν να φορτίζουν θετικά ή αρνητικά τη λέξη «κατανάλωση», προσθέτοντας ή αφαιρώντας κατά βούληση την πρόθεση «υπέρ». Είναι ο ίδιος κανόνας που ισχύει άλλωστε και στα βασικά, το νερό, την ενέργεια, την τροφή, την εκπαίδευση, την υγεία και όλα τα άλλα αποτιμώμενα με σαφήνεια επίσης από εταιρείες, κρατικές ή ιδιωτικές, αγαθά. Και η ζωή, που λύνει κάποτε και με διάφορους τρόπους τις μεγάλες αντιθέσεις, δημιουργώντας βέβαια νέες, συνεχίζεται…