Παρά τη θεαματική ανάπτυξη της αγοράς των γλυκαντικών ουσιών κατά την τελευταία δεκαετία, τα περιθώρια για την περαιτέρω επέκτασή της εκτιμάται ότι είναι μεγάλα. Ταυτόχρονα, όμως, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος σχετίζονται και με τις κατά καιρούς έρευνες που αμφισβητούν την ασφάλεια των συγκεκριμένων ουσιών, με αποτέλεσμα να συντηρείται ένα κλίμα καχυποψίας σχετικά με τις γλυκαντικές ουσίες.

Ο όρος γλυκαντικά χρησιμοποιείται για να περιγράψει οποιαδήποτε ουσία με γλυκιά γεύση πλην των σακχάρων. Η κοινοτική νομοθεσία που έχει ενσωματωθεί και στο ελληνικό δίκαιο -συγκεκριμένα, στον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών- διακρίνει τις γλυκαντικές ουσίες σε δύο υποομάδες: στα «ογκώδη» γλυκαντικά και στα «έντονα» γλυκαντικά. Τα πρώτα έχουν ίση ή μικρότερη θερμιδική αξία με τη ζάχαρη και χρησιμοποιούνται σε τρόφιμα κατάλληλα για διαβητικούς, ενώ τα δεύτερα έχουν πολύ μεγαλύτερη γλυκύτητα σε σχέση με τη ζάχαρη και για τον λόγο αυτό προστίθενται στα τρόφιμα σε πολύ μικρές ποσότητες, προσδίδοντάς τους γλυκιά γεύση, χωρίς όμως να αυξάνουν τη θερμιδική αξία τους. Λόγω αυτής της ιδιότητάς τους, η εν λόγω κατηγορία γλυκαντικών χρησιμοποιείται σε τρόφιμα χαμηλών ή μειωμένων θερμίδων και σε τρόφιμα κατάλληλα για διαβητικούς.

Η ελληνική αγορά γλυκαντικών

Σύμφωνα με την κυρία Σοφία Σπίθα, marketing manager της εταιρείας ΒΙΑΝ, που διανέμει στην ελληνική αγορά μερικά από τα πιο γνωστά προϊόντα υποκατάστατων ζάχαρης, την τελευταία δεκαετία η εγχώρια κατανάλωση υποκατάστατων ζάχαρης σχεδόν υπερδιπλασιάστηκε, ενώ, όσον αφορά στο προηγούμενο έτος, «η αγορά υπήρξε ανοδική τόσο σε αξία όσο και σε όγκο, δεδομένου ότι τα σχετικά ποσοστά αύξησης διαμορφώθηκαν στο 2% και 4,3% αντίστοιχα. Αυτή η ανοδική τάση συνεχίζεται και το πρώτο δίμηνο του 2008 και μάλιστα σε υψηλότερο ποσοστό, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία».

Αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα πάντα με την κυρία Σπίθα, για πολλά χρόνια η κατανάλωση γλυκαντικών ουσιών στη χώρα μας ήταν συνδεδεμένη με τη φρουκτόζη, η οποία είχε ανέκαθεν υψηλή ζήτηση σε σχέση με τα υπόλοιπα υποκατάστατα, σε αντίθεση με τα συμβαίνοντα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία που η εγχώρια κατανάλωση γλυκαντικών σχεδόν υπερδιπλασιάστηκε, η ζήτηση για φρουκτόζη άρχισε να φθίνει. «Σήμερα, τα σχετικά στοιχεία δείχνουν ότι η κατανάλωση φρουκτόζης σε όγκο καλύπτει το 40% της ζήτησης, ενώ το υπόλοιπο 60% το μοιράζονται οι υπόλοιπες γλυκαντικές ουσίες», επισημαίνει η συνομιλήτριά μας, προσθέτοντας ότι η ζήτηση των εν λόγω προϊόντων παρουσιάζει έντονη εποχικότητα. Ειδικότερα, κατά την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου και το τελευταίο δίμηνο του χρόνου καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά πωλήσεων.

Τις επέβαλαν οι καταναλωτικές ανάγκες

Η ζήτηση των γλυκαντικών ουσιών δεν περιορίζεται στην απευθείας κατανάλωσή τους από τα νοικοκυριά. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών αξιοποιεί εδώ και πολλά χρόνια τα υποκατάστατα ζάχαρης, προκειμένου να παράγει προϊόντα, τα οποία έχουν μεν γλυκιά γεύση, πλην όμως είναι χαμηλής θερμιδικής αξίας. ‘Ετσι, όπως εκτιμάται, σήμερα πλέον κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά πάνω από 6.000 προϊόντα μεταξύ των οποίων αναψυκτικά, διάφορα σνακς, παγωτά, τσίκλες, ακόμα και φάρμακα, η σύνθεση των οποίων περιλαμβάνει διάφορα υποκατάστατα ζάχαρης.

«Η χρήση των γλυκαντικών ουσιών στη βιομηχανία τροφίμων είναι διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, η οποία ακολούθησε την αυξητική τάση της χρήσης των γλυκαντικών, που εκδηλώθηκε πριν από δέκα χρόνια στην παγκόσμια βιομηχανία τροφίμων. Πρακτικά, στη χρήση των γλυκαντικών ουσιών οδήγησε η σχετική επιθυμία των ίδιων των καταναλωτών, γεγονός που εξηγεί τελικά την ευρεία αποδοχή και κατανάλωση των προϊόντων που περιέχουν γλυκαντικές ουσίες», αναφέρει η κυρία ‘Αρτεμις Χατζηγεωργίου, διευθύντρια έρευνας και ανάπτυξης γαλακτοκομικών και ποτών της Vivartia. Εκπρόσωπος της Coca-Cola Τρία ‘Εψιλον μάς επισήμανε ότι οι γλυκαντικές ουσίες είναι διαδεδομένες στην παρασκευή προϊόντων, ακριβώς γιατί επιβαρύνουν θερμιδικά λιγότερο τους ανθρώπους που τα καταναλώνουν, προστατεύουν την στοματική υγιεινή τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων, κυρίως όταν περιέχονται σε καραμέλες, τσίχλες κλπ, και ταυτόχρονα προσφέρουν γλυκιά γεύση σε άτομα που λόγω διαφόρων παθήσεων περιορίζουν υποχρεωτικά την κατανάλωση ζάχαρης, όπως οι πάσχοντες από διαβήτη.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της ικανοποίησης μιας ευρύτατης ομάδας καταναλωτών που επιζητούν τη γλυκιά γεύση, η βιομηχανία τροφίμων αναζήτησε και συνεχίζει να αναζητά νέα προϊόντα χωρίς ζάχαρη. «Η βιομηχανική έρευνα κινήθηκε στην κατεύθυνση τόσο της μελέτης των ήδη υπαρχόντων ουσιών με γλυκαντικές ιδιότητες όσο και στην παρασκευή νέων, που έχουν το πλεονέκτημα να δίνουν γλυκύτητα πολλές φορές ανώτερη της κοινής ζάχαρης, στην προοπτική της κάλυψης των νέων καταναλωτικών αναγκών για προϊόντα με λιγότερες θερμίδες ή χωρίς καθόλου ζάχαρη. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι στο παρελθόν επικρατούσε η άποψη ότι τα προϊόντα με γλυκαντικές ουσίες, όπως άλλωστε και τα προϊόντα με χαμηλά λιπαρά, δεν είναι εύγευστα, η βιομηχανία τροφίμων προσπαθεί συνεχώς να βελτιστοποιεί τα γευστικά χαρακτηριστικά τέτοιων προϊόντων της, ικανοποιώντας σχετικά όλο και περισσότερο τους καταναλωτές», εξηγεί η κυρία Χατζηγεωργίου.

Κατά της παχυσαρκίας

Εξάλλου, η κλιμακούμενη ανάπτυξη του φαινομένου της παχυσαρκίας, όπως καταγράφεται τα τελευταία χρόνια σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, το οποίο σε κάποιες χώρες όπως η Ελλάδα, η Αγγλία και οι ΗΠΑ έχει πλέον ανησυχητικές διαστάσεις, οδηγεί αναπόφευκτα στην αύξηση της ζήτησης προϊόντων χαμηλής θερμιδικής αξίας, συνεπώς χωρίς ζάχαρη.

‘Οπως μας επισήμανε σχετικά ο εκπρόσωπος της Coca-Cola Τρία ‘Εψιλον, «η γενικότερη τάση για τη βελτίωση των διατροφικών μας συνηθειών και της ζωής μας γενικότερα, σε συνδυασμό με την συνειδητοποίηση ότι η παχυσαρκία αποτελεί, ίσως, το σοβαρότερο και πιο διαδεδομένο πρόβλημα υγείας στον σύγχρονο κόσμο, αύξησε το ενδιαφέρον για γευστικά μεν προϊόντα αυξημένης γλυκύτητας, αλλά μικρότερης θερμιδικής επιβάρυνσης. Το γεγονός αυτό οδηγεί τη βιομηχανία τροφίμων-ποτών στην παραγωγή και προσφορά ολοένα και περισσότερων προϊόντων με γλυκαντικές ουσίες, ώστε να ενισχύεται διαρκώς η πρόσβαση των καταναλωτών σε πολλαπλές και εναλλακτικές επιλογές, στοιχείο καίριας σημασίας στην αναζήτηση από τον καθέναν μας λύσεων ισορροπημένης διατροφής». Ωστόσο, όπως εξηγεί η κυρία Χατζηγεωργίου, «τρέφομαι πιο υγιεινά δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην την κατανάλωση τροφίμων μόνο με γλυκαντικές ουσίες. Σημαίνει μια ισορροπημένη διατροφή, όπου η ζάχαρη έχει παρουσία, ασφαλώς με μέτρο, στο καθημερινό διαιτολόγιο. Στην προσπάθεια ακριβώς για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας τα προϊόντα με γλυκαντικές ουσίες εντάσσονται υποστηρικτικά στο διαιτολόγιό μας, αφού και τη θερμιδική αξία της καθημερινής μας διατροφής μετριάζουν και κυρίως αποτρέπουν την εμφάνιση συνδρόμου στέρησης για συγκεκριμένα τρόφιμα».

Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση της ζήτησης προϊόντων με υποκατάστατα ζάχαρης, η ελληνική αγορά εμφανίζει ακόμα σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. «Η ζήτηση των υποκαταστάτων ζάχαρης θα εξακολουθήσει να έχει ανοδική πορεία πολύ περισσότερο στη χώρα μας, όπου η κατά κεφαλήν κατανάλωσή τους είναι πολύ χαμηλότερη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Αγγλία, οι Κάτω Χώρες ή η Κύπρος», αναφέρει χαρακτηριστικά η κυρία Σπίθα. Κατά την εκτίμηση του εκπροσώπου της Coca-Cola Τρία ‘Εψιλον, η αύξηση της χρήσης γλυκαντικών ουσιών συναρτάται και με την πρόοδο στον τομέα της χημείας και της τεχνολογίας τροφίμων και της συνακόλουθης δυνατότητας προσφοράς γλυκαντικών ουσιών με διαφορετικές ιδιότητες από αυτές της κρυσταλλικής ζάχαρης. «Η πρόοδος αυτή καθιστά δυνατή την χρήση νέων γλυκαντικών ουσιών, λιγότερο ευαίσθητων στις θερμικές επεξεργασίες, με διαφορετικό ρυθμό μεταβολισμού από τον οργανισμό και πολύ πιο κοντά στην γλυκαντική ικανότητα της ζάχαρης», μας είπε σχετικά.

Η ασφάλεια των γλυκαντικών ουσιών

Γεγονός είναι ότι το μεγάλο πλεονέκτημα των γλυκαντικών ουσιών -η μειωμένη θερμιδική επιβάρυνση- κατά καιρούς βάλλεται από διάφορες επιστημονικές έρευνες που ενοχοποιούν κάποιες γλυκαντικές ουσίες, όπως την ασπαρτάμη και τη ζαχαρίνη, για πρόκληση διαφόρων παθήσεων, κυρίως καρκινογόνων. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται σύγχυση μεταξύ των καταναλωτών για το αν τελικά είναι ασφαλής ή όχι η κατανάλωση υποκατάστατων ζάχαρης.

Σύμφωνα με τον κ. Ευάγγελο Λάζο, πρόεδρο του ΕΦΕΤ, «γενικά τα πρόσθετα, σε επίπεδο ΕΕ, αξιολογούνται για την ασφάλειά τους, πριν από την έγκρισή τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) με βάση κατάλληλες δοκιμές και εγκρίνονται, όταν αποδειχθεί η τεχνολογική ανάγκη για την χρήση τους και όταν δεν δημιουργούν κανέναν κίνδυνο για την υγεία». Επομένως, «τα επιτρεπόμενα γλυκαντικά που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα θεωρούνται ασφαλή, με βάση τις αξιολογήσεις ασφαλείας της EFSA».

Ειδικά δε για την ασπαρτάμη, με αφορμή τα αποτελέσματα έρευνας που την συσχέτιζαν με πιθανό καρκινογόνο δράση (δημοσιεύτηκαν τον Ιούλιο του 2005), η αρμόδια επιτροπή της EFSA οδηγήθηκε σε επαναξιολόγηση της ασφάλειας της ασπαρτάμης με βάση τα νέα δεδομένα. Τον Μάιο του 2006, μετά την επαναξιολόγηση, η EFSA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν τίθεται θέμα ασφάλειας όσον αφορά στην πρόληψη ποσοτήτων ασπαρτάμης κοντά στην Αποδεκτή Ημερήσια Πρόσληψη, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί το 2002 (40mg/kg βάρους σώματος/ημέρα), ενώ, σχετικά με τη σακχαρίνη, επιδημιολογικές μελέτες που ελήφθησαν υπόψη δεν έδειξαν συσχετισμό μεταξύ πρόσληψης σακχαρίνης και καρκίνου.

Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι, όπως επισημαίνει ο κ. Λάζος, «παρόλο ότι η ασφάλεια των γλυκαντικών που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα θεωρείται δεδομένη με βάση διάφορες μελέτες, η Επιτροπή, στο πλαίσιο της πρότασης κανονισμού για τα πρόσθετα, προτείνει την καλύτερη ενημέρωση του καταναλωτή για τα γλυκαντικά που χρησιμοποιούνται στα γλυκίσματα, ώστε ο καταναλωτής να πληροφορείται σχετικά με την ασφαλή χρήση τους, και να αποφεύγεται η ενδεχόμενη υπέρμετρη κατανάλωσή τους, κυρίως από ειδικές ομάδες του πληθυσμού, όπως οι διαβητικοί. Για μια ενιαία προσέγγιση, όσον αφορά στην εφαρμογή αυτής της απαίτησης, παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο να εκδοθούν και κατευθυντήριες οδηγίες σε κοινοτικό επίπεδο».

Υπό αναθεώρηση η ευρωπαϊκή νομοθεσία

Η κοινοτική νομοθεσία που διέπει τη χρήση των γλυκαντικών στα τρόφιμα περιέχεται κυρίως στην Οδηγία 94/35ΕΚ (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της), η οποία αναφέρεται στα γλυκαντικά που προορίζονται για χρήση στα τρόφιμα, προκειμένου να τους προσδώσουν γλυκιά γεύση (το σχετικό παράρτημα περιλαμβάνει τις γλυκαντικές ουσίες και τις ανώτατες επιτρεπτές δόσεις τους, όπως και τα τρόφιμα στα οποία μπορούν να προστεθούν), και η Οδηγία 95/31ΕΚ, η οποία θεσπίζει τα ειδικά κριτήρια καθαρότητας για τις γλυκαντικές ύλες που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα (τροποποιημένη και διορθωμένη βάσει της Οδηγίας 2006/128).

Ωστόσο, όπως μας είπε ο κ. Ευάγγελος Λάζος, πρόεδρος του ΕΦΕΤ, η κοινοτική νομοθεσία για τα πρόσθετα βρίσκεται υπό αναθεώρηση. Η νέα πρόταση κανονισμού θα καταργήσει τις υφιστάμενες σχετικές οδηγίες, ανάμεσα στις οποίες και την Οδηγία-πλαίσιο 89/107/ΕΚ σχετικά με το γενικό καθεστώς έγκρισης των προσθέτων, όσο και τις προαναφερόμενες ειδικές οδηγίες για τα γλυκαντικά. Στο πλαίσιο αυτό, θα επανεξεταστούν όλες οι υφιστάμενες εγκρίσεις, βάσει των σχετικών προϋποθέσεων (ασφάλεια για το προτεινόμενο επίπεδο χρήσης, τεχνολογική ανάγκη και ενδεχόμενη παραπλάνηση του καταναλωτή), ενώ όλες οι εγκρίσεις σχετικά με τη χρήση των προσθέτων θα βασίζονται σε αξιολογήσεις Ασφάλειας της EFSA, η οποία προβλέπεται να προβεί και σε επαναξιολόγηση των πρόσθετων σε τρόφιμα και ποτά (και των γλυκαντικών) που έχουν εγκριθεί ήδη στην κοινοτική αγορά.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 373 του περιοδικού «σελφ σέρβις» (εκδόσεις Comcenter).