Απλώς, λόγω της κρίσης η κατανάλωση των private label προϊόντων αυξάνεται σταδιακά, προσθέτει ο κ. Μπάλτας. Σπεύδει, ωστόσο, να διευκρινίσει ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην οικονομία δεν «εξαναγκάζουν» τον καταναλωτή να στραφεί προς τα ιδιωτικά σήματα. «Πρόκειται για συνειδητή επιλογή του καταναλωτή, και -υπό αυτή την έννοια- δεν τίθεται ζήτημα απαξίωσης των private label κωδικών. Για παράδειγμα, στην Αγγλία, πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση, το 40% της κατανάλωσης αντιστοιχούσε σε προϊόντα που έφεραν σήματα των σούπερ μάρκετ. Το στοιχείο αυτό καθιστά ξεκάθαρο ότι οι αντίξοες οικονομικές συγκυρίες ίσως ενισχύουν μια τάση, αλλά σίγουρα δεν τη διαμορφώνουν».

Σε σχέση με την εγχώρια αγορά, ο κ. Μπάλτας υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τα όσα δηλώνουν εκπρόσωποι των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, το 2000 το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας κατείχε περίπου το 1,5% των ετήσιων πωλήσεων του κλάδου της οργανωμένης λιανικής, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό φαίνεται ότι κινείται σε επίπεδα υψηλότερα του 12%.

Τόσο οι πρόσφατες όσο και οι παλαιότερες έρευνες δείχνουν ότι τα private label προϊόντα ενισχύονται διεθνώς, υπογραμμίζει ο κ. Μπάλτας. Η συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων δεν καθιερώθηκε σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, αλλά σταδιακά και «κτίζοντας» τα μερίδιά της βάσει των συστηματικών κινήσεων των λιανεμπορικών αλυσίδων. Οι τελευταίες, μάλιστα, άρχισαν πλέον να διευρύνουν το concept των ιδιωτικών σημάτων, δημιουργώντας υποκατηγορίες προϊόντων με βάση και πάλι την τιμή. «Στην έξοδο της οικονομίας από την κρίση πιθανότατα τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας να χάσουν ένα μέρος της δυναμικής που οδηγεί σήμερα στην ταχύτατη ανάπτυξη των μεριδίων τους, όμως σε κάθε περίπτωση ως κατηγορία θα έχουν βγει κερδισμένα», εκτιμά ο συνομιλητής μας.

Η άμυνα των επωνύμων

Βέβαια, ο κ. Μπάλτας δεν παραλείπει να διευκρινίσει ότι καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις θα διαδραματίσουν και οι προμηθευτές των επώνυμων προϊόντων. «Αν εκλογικεύσουν τις τιμές τους, αν δώσουν πιο προσιτά προϊόντα στον καταναλωτή, θα συγκρατήσουν τα μερίδιά τους», αναφέρει σχετικά και προσθέτει ότι «όσο υπάρχουν περιθώρια για καλύτερο value, τα επώνυμα προϊόντα θα εξακολουθήσουν να διατηρούν τη δυναμική τους στα ράφια της λιανικής». Κατά τον κ. Μπάλτα, από τα ιδιωτικά σήματα πλέον ελκυστικά στον καταναλωτή είναι αυτά που διαφοροποιούνται περισσότερο από τον ανταγωνισμό, όπως και όσα δεν ενσωματώνουν υψηλή τεχνολογία.

Ο παράγων «τιμή»

«Σε περιόδους κρίσης», τονίζει, «οι αγορές των καταναλωτών γίνονται περισσότερο προγραμματισμένες και λιγότερο παρορμητικές, ενώ πολλές αναβάλλονται, ενδεχομένως επ’ αόριστον». Κατά τον κ. Μπάλτα, ο παράγοντας «τιμή» του προϊόντος παραμένει μέσα στις δύο-τρεις πρώτες θέσεις των κριτηρίων, βάσει των οποίων ο καταναλωτής επιλέγει προϊόντα. Από αυτή την άποψη, όπως επισημαίνει, «το κόστος συνεχίζει να μην είναι ο κύριος παράγοντας, ενισχύεται όμως σημαντικά σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν».

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “σελφ σέρβις” (Νο 382, Μάρτιος 2009), των εκδόσεών μας.