Οι επαναλαμβανόμενες έρευνες του ΙΕΛΚΑ, αναφορικά με το ύψος των τιμών στην Ελλάδα συγκριτικά με επίπεδό τους σε άλλες χώρες της Ευρώπης, έδωσαν και συνεχίζουν να δίνουν πολύτιμα συμπεράσματα. Σύμφωνα με αυτές, η διαχρονική σύγκριση των τιμών δείχνει ότι τα τελευταία δέκα χρόνια η Ελλάδα έχει μόνιμα φθηνότερο καλάθι από τις συγκρινόμενες χώρες, με διακυμάνσεις οι οποίες δεν αλλάζουν το γενικό συμπέρασμα της ανάλυσης.

Η επιτυχία αυτή πιστώνεται στην οργανωμένη προσπάθεια των προμηθευτών και των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ για τη συγκράτηση των τιμών και στα κυβερνητικά μέτρα κατά της ακρίβειας. Βέβαια, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, όταν συγκρίνονται οι τιμές του σούπερ μάρκετ μεταξύ διαφορετικών χωρών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως το επίπεδο του ΦΠΑ, οι φυσικές καταστροφές εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, η απόσταση της χώρας από τα παραγωγικά κέντρα της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης και τα σχετικά κόστη, το ύψος της φορολογίας σε κάθε χώρα, το κόστος της ενέργειας και των μεταφορικών, οι δυσκολίες του γεωφυσικού ανάγλυφου κάθε χώρας, το ισοζύγιο εξαγωγών-εισαγωγών στα τρόφιμα και τις πρώτες ύλες παρασκευής τους, η παραγωγικότητα της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου κάθε χώρας, αλλά και οι καταναλωτικές συνήθειες, το μέγεθος της αγοράς και οι σχετικές οικονομίες κλίμακας στις προμήθειες των προϊόντων. Όμως, η παράμετρος που συνδέει το επίπεδο ακρίβειας με την εμπράγματη αποτύπωσή του είναι η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων των νοικοκυριών, δηλαδή κατά βάση των μισθών. Αυτό θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε, βάσει των στοιχείων της Eurostat και του ΕΦΚΑ.

Φθίνουσα αγοραστική δύναμη
Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, τον Δεκέμβριο του 2023 το μέσο καλάθι αγορών από το σούπερ μάρκετ στην Γαλλία ήταν κατά 17% ακριβότερο από το αντίστοιχο ελληνικό (κατά 26% εφόσον συνυπολογιστεί ο ΦΠΑ), του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν ακριβότερο κατά 21% (31% με ΦΠΑ), της Ιταλίας κατά 7% (15% με ΦΠΑ), της Ισπανίας ήταν στο ίδιο επίπεδο με της Ελλάδας (ακριβότερο κατά 8% με ΦΠΑ), ενώ της Πορτογαλίας ήταν φθηνότερο κατά 3% από της Ελλάδας (φθηνότερο κατά 5% και με ΦΠΑ). Ωστόσο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2023, εκφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης από την Eurostat, υπολογίστηκε μόλις στις 67 μονάδες στην Ελλάδα, όταν στην Ρουμανία ήταν 78, στην Πορτογαλία 83, στην Ισπανία 89, στην Ιταλία 97, στο Ηνωμένο Βασίλειο 99, στην Γαλλία 101 και στην Γερμανία 115 μονάδες. Με άλλα λόγια, οι Ρουμάνοι συγκριτικά με τους Έλληνες έχουν 16,41% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη, οι Πορτογάλοι αντίστοιχα 23,88%, οι Ισπανοί 32,83%, οι Ιταλοί 44,78%, οι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου 47,7Σ6%, οι Γάλλοι 50,75% ενώ οι Γερμανοί 71,65%! Άρα το ελληνικό καλάθι αγορών είναι μακράν το ακριβότερο!

Επειδή, όμως, τα δεδομένα σχετικά με την αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών πρέπει να προέρχονται από πολλές πηγές, για λόγους αξιοπιστίας, έχει ιδιαίτερη αξία η παρακολούθηση του ετήσιου μέσου μισθού στην Ελλάδα την τελευταία δεκαπενταετία. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της Eurostat και την ανάλυση έγκριτων Ελλήνων οικονομολόγων, ο μέσος μισθός της εργασίας πλήρους απασχόλησης στη χώρα μας από τα 1.542,5 ευρώ το 2009 έπεσε το 2023 στα 1.251 ευρώ. Δηλαδή συγκριτικά με το 2009 ο μέσος μισθός του 2023 υπολείπεται κατά 19%, ενόσω την ίδια περίοδο ο πληθωρισμός αυξήθηκε σωρευτικά κατά 21%. Συνεπώς οι μισθοί στην Ελλάδα, προκειμένου να φτάσουν στο επίπεδο που βρίσκονταν από άποψη αγοραστικής δύναμης πριν την οικονομική κρίση, πρέπει να αυξηθούν κατά 40%! Ακόμα και συγκριτικά με το 2019 ο μέσος μισθός, όταν ήταν 1.130,6 ευρώ, μπορεί να αυξήθηκε ως το 2023 κατά 10,6%, αλλά αυτό συνέβη ενόσω ο πληθωρισμός στην πενταετία ανήλθε κατά 13,7%. Έτσι η μεν αύξηση του μέσου μισθού απαξιώθηκε η δε αγοραστική του δύναμη μειώθηκε περαιτέρω.

Συστηματική απαξίωση της εργασίας
Αξιοποιώντας τα στοιχεία της Eurostat, οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν πως η αγοραστική δύναμη του μέσου ακαθάριστου μισθού για απασχόληση πλήρους ωραρίου υπέστη την περίοδο των δύο πρώτων μνημονίων (2009-2014) μείωση 23,8% (σε τιμές 2023), την περίοδο του τρίτου μνημονίου (2015-2018) μια περαιτέρω μείωση 5,3% και την περίοδο 2020-2023, εκτός μνημονίων πλέον, ακόμα μια εκ νέου μείωση 4,1%. Στα δεκαπέντε χρόνια απαξίωσης της εργασίας στη χώρα μας μόνο το 2015 και το 2021 αυξήθηκε η αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, η περίπτωση της Ελλάδας είναι μοναδικά ιδιαίτερη, καθώς είναι η μόνη από τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου που εξακολουθεί να απαξιώνει την εργασία τόσο πολύ, δηλώνοντας εντέλει την παρακμή του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.

Προς επίρρωση αυτών, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΕΦΚΑ (Αύγουστος 2023), ο μέσος μεικτός μισθός στην Ελλάδα το 2023 ήταν μειωμένος κατά 14,1% συγκριτικά με το 2009 και κατά 14,8% συγκριτικά με το 2011 που μετρήθηκε ο μεγαλύτερος μέσος μισθός της δεκαπενταετίας (1.308,52 ευρώ). Φυσικά το ποσοστό μεγαλώνει εφόσον συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός, όπως στην προαναφερθείσα ανάλυση. Εκτός αυτού, όμως, θα πρέπει να αξιολογηθεί η δραματική αλλαγή τα τελευταία χρόνια της σχέσης μεταξύ πλήρους και μερικής απασχόλησης υπέρ της δεύτερης. Ειδικότερα, τον Αύγουστο πέρυσι η μερική απασχόληση αφορούσε 642.103 ασφαλισμένους, ενώ η πλήρης 2.104.086. Αντίστοιχα τον Αύγουστο του 2011 οι ασφαλισμένοι μερικής απασχόλησης ήταν 269.797 και οι ασφαλισμένοι πλήρους 1.295.983. Τον Αύγουστο πέρυσι, λοιπόν, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν 1.296,34 ευρώ και της μερικής απασχόλησης 514,87 ευρώ, ενώ το 2011 ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν 1.446,44 ευρώ και της μερικής 659,72 ευρώ. Αυτό σημαίνει πως μεταξύ 2011 και 2023 η μείωση του μέσου μισθού πλήρους απασχόλησης ανήλθε στο 10,5% και της μερικής στο 22%!

Για τον πλουραλισμό των πηγών, σύμφωνα με ετήσια έρευνα του ΟΟΣΑ, το ελληνικό κράτος επιβάλλει στο εισόδημα όλων των νοικοκυριών τις υψηλότερες κρατήσεις από τις περισσότερες χώρες του κόσμου και από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ «τιμωρεί» φορολογικά ιδιαίτερα τις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος με παιδιά! Το κερασάκι στην τούρτα το βάζουν οι Financial Times, που σε πρόσφατο δημοσίευμά τους αναφέρουν πως η ελληνική οικονομία είναι η φτωχότερη της ΕΕ και περίπου 19% μικρότερη από όσο ήταν το 2007, δηλαδή προ δεκαέξι ετών, στη διάρκεια των οποίων η οικονομία της ΕΕ μεγάλωσε κατά 17%!

Μισθολογικές απώλειες και εταιρικά κέρδη
Όλα τα προηγηθέντα αφορούν στους μισθούς. Από την άλλη πλευρά, όπως επισημαίνεται σε έκθεση του Ινστιτούτου της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, τα εταιρικά κέρδη στη χώρα μας αυξήθηκαν κατά 5,9%, με τον τρίτο ταχύτερο ρυθμό στην ΕΕ-27, σύμφωνα με την ετήσια βάση μακροοικονομικών δεδομένων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σημειωτέον ότι το 2022 οι Έλληνες έχασαν περισσότερο του 9,2% της πραγματικής αξίας του μέσου μισθού τους εξαιτίας του καλπάζοντος πληθωρισμού. Την ίδια χρονιά τα κέρδη των ελληνικών επιχειρήσεων, βάσει του νόμου των συγκοινωνούντων δοχείων, αυξήθηκαν σχεδόν κατά 7%. Ήταν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ.

Εκ κατακλείδι, αν συνυπολογίσουμε και άλλες παραμέτρους που οριοθετούν τη σχέση σύγκρισης των ελληνικών μισθών με τους ευρωπαϊκούς, όπως το κόστος της στέγασης και της ενέργειας, τότε τα πράγματα αποδεικνύονται ακόμη χειρότερα για τους μισθωτούς της χώρας μας. Ίσως θα ήταν «υστερόβουλα χρήσιμο» οι μάνατζερ του κλάδου, που γνωρίζουν καλά τις ανάγκες των πελατών τους, να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση, προκειμένου να επαναφέρει τις ελεύθερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, έτσι ώστε να αυξηθούν οι μισθοί των περισσότερων, ζωντανεύοντας την αγορά. Αλλιώς σε λίγο καιρό οι εταιρείες τους μάλλον θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν τις στρατηγικές και τα πλάνα τους –ασφαλώς προς τα κάτω…