Σε περίοδο χαμηλής κερδοφορίας έχουν εισέλθει ήδη από το 2022 οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Οι μάνατζερ αναμένουν τις πρώτες ανακοινώσεις ισολογισμών, από τις οποίες θα φανεί καθαρά ότι τα κέρδη των εταιρειών του κλάδου είναι εμφανώς μειωμένα σε σύγκριση με εκείνα 2021. Πρόκειται προφανώς για αρνητική εξέλιξη. Σημασία έχει να αξιολογηθούν οι λόγοι που την προκαλούν και οι συνέπειές της για τις επιχειρήσεις του κλάδου.

Στο μεταξύ, η αγορά του κλάδου είναι αντιμέτωπη με τη μειωμένη ζήτηση εξαιτίας της γενικευμένης ακρίβειας και, ταυτόχρονα, με το αυξημένο μισθολογικό κόστος και το κόστος ενέργειας, το οποίο, αν και την περίοδο αυτή κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλό επίπεδο, εκτιμάται ότι τους θερινούς μήνες –οπότε η Ευρώπη θα «φουλάρει» τις αποθήκες των ενεργειακών της αποθεμάτων– θα τραβήξει πάλι την ανιούσα. Οι εν λόγω προκλήσεις θεωρείται βέβαιο ότι θα επιδράσουν και φέτος αρνητικά στην κερδοφορία του κλάδου, όχι πάντως στο βαθμό που επέδρασσαν πέρυσι. Ανώτατα στελέχη του κλάδου προβλέπουν ότι τα συνολικά κέρδη που θα ανακοινώσει η αγορά για τη χρήση του 2022 θα είναι μειωμένα έως και 200 εκατ. ευρώ συγκριτικά με τα αποτελέσματα του 2021. Μια απώλεια αυτού του μεγέθους δεν μπορεί παρά να επηρεάσει τις αποφάσεις των διοικήσεων των αλυσίδων, οι οποίες έχουν μπροστά τους τουλάχιστον ακόμη ένα έτος χαμηλής κερδοφορίας, το φετινό.

Συντελεστές πτώσης της κερδοφορίας
Υπάρχουν, όμως, πρόσθετοι λόγοι που πιέζουν την κερδοφορία των σούπερ μάρκετ. Ένας εξ αυτών είναι ότι το μείγμα των διατιθέμενων προϊόντων, όπως το διαμορφώνει η ζήτηση, παραμένει και φέτος σχετικά φειδωλής απόδοσης, δεδομένου ότι η συμμετοχή των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας εξακολουθεί να αυξάνεται. Από αυτή την άποψη καθίσταται ξεκάθαρο ότι όσο αυξάνονται οι πωλήσεις των private label προϊόντων, τόσο τα επίπεδα κερδοφορίας θα καθηλώνονται. Ένας πρόσθετος λόγος, που συναρτάται ασφαλώς με την τάση ανόδου των ιδιωτικής ετικέτας προϊόντων και τη μείωση της κερδοφορίας των σούπερ μάρκετ, είναι η εφαρμογή του «Καλαθιού του Νοικοκυριού», στα προϊόντα του οποίου έχει στραφεί μεγάλη μερίδα του κοινού.

Στη χαμηλή κερδοφορία των επιχειρήσεων του κλάδου πέρυσι και φέτος συνηγορεί και η διάταξη του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, με την οποία «πάγωσαν» τα περιθώρια κέρδους της λιανικής στα επίπεδα των αρχών του φθινοπώρου του 2021. Η εφαρμογή της διάταξης δεν επέτρεψε την απορρόφηση εκ μέρους των επιχειρήσεων του ιδιαιτέρως αυξημένου λειτουργικού τους κόστους. Όπως εξηγούν στελέχη του κλάδου, μπορεί η αγορά να κερδίζει εδώ και μεγάλο διάστημα σημαντικό τζίρο από τις ανατιμήσεις, αλλά η υπεραπόδοση στα έσοδα δεν αποτυπώθηκε στο bottom line των ισολογισμών τους το 2022, ενώ κάτι ανάλογο είναι μοιραίο να ισχύσει και στους ισολογισμούς για την τρέχουσα χρονιά.

Στα προαναφερόμενα πρέπει να προστεθεί ότι αγορά του κλάδου βγήκε από μια ιδιαιτέρως θετική γι’ αυτήν περίοδο, αυτή της πανδημίας, οπότε, στο πλαίσιο της μονοπώλησης της εμπορικής κίνησης εξαιτίας των περιορισμών λειτουργίας του υπόλοιπου εμπορίου για την ανάσχεση της νόσου, πέτυχε πέραν της υψηλής ανάπτυξης του τζίρου και σημαντική κερδοφορία, με το επίπεδο της οποίας συγκρίνονται οι τωρινές επιδόσεις του.

Την κερδοφορία του κλάδου επιβαρύνει, επίσης, η λειτουργία των ηλεκτρονικών καταστημάτων, των οποίων οι πωλήσεις ενισχύθηκαν μεν θεαματικά την περίοδο της πανδημίας, αλλά οι σχετικές επενδύσεις των αλυσίδων σε προσωπικό και νέες υποδομές πλέον δεν αποδίδουν όσο εκείνη την περίοδο. Υπολογίζεται ότι η αγορά του κλάδου, προκειμένου να υποστηρίξει τα e-shops, δημιούργησε περί τις 7.600 νέες θέσεις εργασίας. Πρόκειται για εργαζόμενους που παραμένουν στο δυναμικό του κλάδου πλην, όμως, οι ηλεκτρονικές πωλήσεις απώλεσαν τη δυναμική που εμφάνισαν την περίοδο της κρίσης στη δημόσια υγεία.