Η διατροφική αξία του γάλακτος αποτελεί το πιο ισχυρό κίνητρο κατανάλωσης γάλακτος στην Ελλάδα, σε ποσοστό 58%, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας της Longlust. Ακολουθεί η γεύση, με 49%. Αν το αντιπαραβάλλουμε με το αντικίνητρο της γεύσης που ήταν στο 27% για όσους δεν πίνουν γάλα, αντιλαμβανόμαστε ότι ο παράγοντας γεύση προσδίδει τη σταθερή συμπεριφορά στην κατανάλωση του προϊόντος: Αν σου αρέσει η γεύση του γάλακτος, το πίνεις. Αν δεν σου αρέσει, είναι δύσκολο να το αγοράσεις.

Συχνοί καταναλωτές το 77%
Σύμφωνα, πάντως, με τα στοιχεία της έρευνας, το 56% του συνολικού δείγματος καταναλώνει γάλα καθημερινά στο νοικοκυριό του. Αν προσθέσουμε και το 21% που δηλώνει ότι καταναλώνει γάλα από τρεις έως πέντε φορές την εβδομάδα, έχουμε ένα πολύ σημαντικό ποσοστό ύψους 77%, που καταναλώνει αρκετά συχνά γάλα μέσα στο χρονικό ορίζοντα της μίας εβδομάδας, μεταξύ καταναλωτών που έχουν προηγουμένως δηλώσει ότι πίνουν γάλα.

Το 46% των ερωτηθέντων απάντησε ότι πίνει γάλα επειδή είναι υγιεινό, το 41% επειδή το έχει συνηθίσει από παιδί και ισάξιο ποσοστό (41%) επειδή είναι δροσερό. Επισημαίνεται ότι στις ηλικίες έως 29 ετών, η αντίληψη του γάλακτος ως υγιεινού προϊόντος είναι αρκετά χαμηλότερη (34%), ενώ το ποσοστό της συνήθειας από την κατανάλωση γάλακτος ως παιδί πολύ υψηλότερο (57%). Οι συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις αναδεικνύουν το ρόλο του γάλακτος στη διατροφική διαπαιδαγώγηση, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν πόσο έχει θολώσει μέσα στο χρόνο το μήνυμα υγείας που εκπέμπει ως προϊόν. «Όντως η νέα γενιά φαίνεται να μην έχει μεγαλώσει με το “διατροφικό θησαυρό” του γάλακτος, όπως οι δικές μας», προσέθεσε ο ιδρυτής και Managing Director της Longlust, Βαγγέλης Σκούρας.

Αναμενόμενα, εκείνοι που πίνουν γάλα καθημερινά έλκονται ακόμα περισσότερο από τη διατροφική αξία και τη γεύση του, σε ποσοστά 65% και 55% αντίστοιχα. Ξεχωρίζει το 49% αναγνώρισης της διατροφικής αξίας του γάλακτος σε όσους το καταναλώνουν λιγότερο από τρεις φορές την εβδομάδα: Αναγνωρίζουν διατροφικά πλεονεκτήματα, αλλά τελικά δεν αυξάνουν την κατανάλωση για τον εαυτό τους.

Η διατροφική αξία του γάλακτος διατηρεί την κατανάλωση
Σε σχέση με την τελευταία υπόθεση, η Longlust αναζήτησε τυχόν διαφοροποιήσεις όγκου κατανάλωσης γάλακτος μέσα στο προηγούμενο δωδεκάμηνο. Το 65% του κοινού απάντησε ότι καταναλώνει το ίδιο γάλα σε σχέση με ένα χρόνο πριν, το 17% είπε ότι πίνει περισσότερο και το 18% ότι πίνει λιγότερο γάλα. Η πλέον αξιοσημείωτη αύξηση κατανάλωσης προκύπτει στις ηλικίες μεταξύ 30 και 39 ετών (25%) και η αντίστοιχη μείωση στους κάτω των 29 ετών (26%), οι οποίοι μάλλον συνειδητοποιούν ότι το έπιναν περισσότερο από παιδική συνήθεια και όχι για ουσιαστικούς λόγους. Οι άνω των 60 ετών δήλωσαν κατά 82% σταθεροί ως προς τη συνολική ποσότητα κατανάλωσης.

Για τις οικογένειες με παιδιά, φαίνεται πως η διατροφή των παιδιών είναι μακράν η σημαντικότερη αιτία που οδηγεί στην αγορά γάλακτος (76%). Σημαντικός λόγος αύξησης της κατανάλωσης γάλακτος είναι κατά 36% η αύξηση της κατανάλωσης δημητριακών, άρα και λοιπών συνοδευτικών που ενθαρρύνουν τη δημιουργία γεύματος με επίκεντρο το γάλα. Ένα ακόμη 36% δηλώνει ότι η αύξηση όγκου κατανάλωσης γάλακτος συνέβη λόγω αλλαγής στη διατροφή του εν γένει («το αύξησα για δικούς μου διατροφικούς λόγους»), ενώ 32% δηλώνει ότι καταναλώνει περισσότερο γάλα επειδή τρώει πλέον πιο συχνά πρωινό.

Το κίνητρο για τους άνω των 60 ετών
Για το υπόλοιπο κοινό, η αύξηση φέρεται να οφείλεται λοιπόν σε διατροφικούς λόγους, ιδίως στις ηλικίες άνω των 60 ετών (67%). Ο κ. Σκούρας αποδίδει το σύνολο των συγκεκριμένων απαντήσεων στην ουσιαστική έκφραση της ανάγκης που νιώθουν οι άνθρωποι να λαμβάνουν τις θρεπτικές αξίες του γάλακτος. Στο παραπάνω ποσοστό, θα μπορούσε να προστεθεί το 17% των ερωτηθέντων, οι οποίοι απαντούν ότι νιώθουν ότι το έχουν πιο πολύ ανάγκη. Οι μέχρι 39 ετών έχουν σαν κύρια αιτία αύξησης ότι τρώνε πιο συχνά πρωινό, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης κατανάλωσης δημητριακών.

«Το κοινό των άνω 60 ετών, που όλο και θα μεγαλώνει δημογραφικά στην ελληνική αγορά, βλέπει σημαντικό κίνητρο στο να αυξήσει την κατανάλωση γάλακτος», επισήμανε επιπλέον ο κ. Σκούρας.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter