Κοντά στο 3,1% υπολογίζεται η συνολική πληθωριστική επιβάρυνση των τιμών στον κλάδο των σούπερ μάρκετ από το 2020 μέχρι σήμερα, ενόσω η τάση στις τιμολογήσεις των περισσοτέρων αγαθών παραμένει ανοδική. Τα επιτελεία των αλυσίδων φέρονται να κάνουν σχεδόν καθημερινά ασκήσεις τιμολόγησης…

Κοντά στο 3,1% υπολογίζεται η συνολική πληθωριστική επιβάρυνση των τιμών στoν κλάδο των σούπερ μάρκετ από το 2020 μέχρι σήμερα, ενόσω η τάση στις τιμολογήσεις των περισσοτέρων αγαθών παραμένει ανοδική. Οι ανατροπές διεθνώς στη σχέση προσφοράς / ζήτησης, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας, ώθησαν στην κατακόρυφη άνοδο του ενεργειακού κόστους, του κόστους των μεταφορών και των περισσοτέρων πρώτων υλών, βοηθούντων ασφαλώς των κερδοσκοπικών τάσεων παγκοσμίως.

Τα επιτελεία των αλυσίδων φέρονται να κάνουν σχεδόν καθημερινά ασκήσεις τιμολόγησης με ορίζοντα τους επόμενους μήνες, έχοντας λάβει το μήνυμα από τους προμηθευτές ότι το διάστημα που ακολουθεί, θα είναι θερμότερο όσων προηγήθηκαν. Πλέον είναι κοινός τόπος ότι οι τιμοκατάλογοι χονδρικής συνεχίζουν να αλλάζουν με συχνότητα προς τα πάνω, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις τιμές ραφιού, τον τζίρο και το εισόδημα των νοικοκυριών.
Η περυσινή χρονιά έκλεισε με τον εσωτερικό κλαδικό πληθωρισμό να διαμορφώνεται περί το 1,4%. Φέτος υπό συνθήκες διαταραχής της σχέσης προσφοράς / ζήτησης και τρελής ανόδου του κόστους των πρώτων υλών, των μεταφορικών και της ενέργειας ο κλαδικός πληθωρισμός ήδη σκαρφάλωσε στο 1,7% μόνο στο πρώτο εξάμηνο. Τους μήνες που ακολουθούν είναι κάτι περισσότερο από βέβαιο ότι ο τιμάριθμος όχι απλά θα αυξηθεί περαιτέρω, αλλά και ταχύτερα.

Όπως σχολιάζουν οι ειδήμονες, στην Ελλάδα οι πληθωριστικές πιέσεις εκδηλώνονται με σχετική καθυστέρηση, δεδομένου ότι ο σχετικός δείκτης τον Ιούλιο διαμορφώθηκε στο 1,4% σε ετήσια βάση, όταν στην Ευρωζώνη έκλεισε τον Αύγουστο στο 3%, σημειώνοντας υψηλό δεκαετίας, μετά το 2,2% του Ιουλίου και το στόχο για 2,7%, ο οποίος ξεπεράστηκε πλέον κατά πολύ, διαψεύδοντας τις προβλέψεις όλων. Με τον πληθωρισμό, μάλιστα, στη Γερμανία –τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης– να αναμένεται ότι θα προσεγγίσει το 5% τους επόμενους μήνες, μπορεί κανείς να υποψιαστεί τι μέλλει να ακολουθήσει στην ΕΕ, δεδομένου του φόβου που στοιχειώνει τους Γερμανούς για το φαινόμενο.

Βαθύ «κούρεμα» στις δαπάνες για ψώνια
Το τι ακριβώς θα συμβεί τους μήνες που ακολουθούν στην Ελλάδα ήδη φάνηκε από την πορεία του δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία, ο οποίος τον μήνα Ιούλιο εμφάνισε ετήσια αύξηση 13%.

Αν και εκ πρώτης μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η συνεχιζόμενη και διαρκώς εντεινόμενη αύξηση των τιμών θα ωθήσει ανοδικά τα έσοδα των σούπερ μάρκετ, μια δεύτερη σκέψη διαφοροποιεί κάπως τα πράγματα. Διότι η αύξηση του κόστους αγοράς των αγαθών καθημερινής ανάγκης θα προστεθεί τώρα στον ούτως ή άλλως επιβαρυμένο οικογενειακό προϋπολογισμό του «καυτού» από άποψη κόστους επικείμενου χειμώνα, καθότι:

Πρώτον, στα σχολικά είδη, που από τις αρχές του Σεπτεμβρίου έχουν υψηλότατη εμπορική κίνηση, καταγράφονται ανατιμήσεις, οι οποίες σε μέσο επίπεδο κυμαίνονται μεταξύ 5% και 10%, ενώ σε κάποια προϊόντα φθάνουν το 25% και σε πολλούς από τους κωδικούς χαμηλού κόστους (έως 1 ευρώ το τεμάχιο) εκτοξεύονται και στο 100%. Δεύτερον, στην αγορά ενέργειας-θέρμανσης τα τιμολόγια χαμηλής τάσης ήδη «καίνε» τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Τρίτον, στην αγορά καυσίμων οι τιμές αυξάνονται σταθερά ανά εβδομάδα παρά την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου από τον ΟΠΕΚ. Τέταρτον, οι αποδοχές μισθωτών και συνταξιούχων παραμένουν καθηλωμένες.

Στα προαναφερόμενα πρέπει να προστεθεί το βάρος των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών (φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας), όπως και οι δόσεις των δανείων και των ρυθμισμένων χρεών, αλλά και ο βραχνάς των μη εξυπηρετούμενων χρεών.
Καθώς το μέσο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα είναι ισχνό, επειδή το πορτοφόλι του καταναλωτή πρέπει να φέρει βόλτα όλες τις ανατιμήσεις, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι επίκειται βαθύ «κούρεμα» των μηνιαίων δαπανών για το σούπερ μάρκετ.

Ισχυρές επιδράσεις στον ανταγωνισμό
Αυτό ασφαλώς το γνωρίζουν τα στελέχη του κλάδου, που καλούνται να ζυγίσουν όλα τα δεδομένα, προσαρμόζοντας ανάλογα την τιμολογιακή πολιτική των εταιρειών τους. Παράγοντες της αγοράς δηλώνουν, πάντως, ότι οι αλυσίδες –άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο– είτε απορροφούν μέρος των αυξήσεων που προβλέπονται στους τιμοκαταλόγους χονδρικής είτε καθυστερούν να μετακυλήσουν τις αυξήσεις τιμών στα ράφια, ενώ δεν διστάζουν να στοκάρουν προϊόντα, τα οποία προμηθεύονται σε μεγαλύτερες ποσότητες πριν ανατιμηθούν.

Όμως, για τις αλυσίδες η απορρόφηση μέρους των ανατιμήσεων δεν αποτελεί καθόλου εύκολη υπόθεση, διότι τα δικά τους κόστη (πρώτες ύλες για τα PL, μεταφορές, ενέργεια κ.ά.) δέχονται εδώ και μήνες ανελέητη επίθεση, η οποία μέλλει να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση.
Το πώς θα λυθεί η εξίσωση για τη διαμόρφωση των τιμών λιανικής τους προσεχείς μήνες, δεν έχει ασφαλώς τον ίδιο βαθμό δυσκολίας για όλες τις αλυσίδες. Σε σαφώς πλεονεκτικότερη θέση βρίσκονται όσες εμφανίζουν φέτος τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς θα μπορέσουν (τιμολογιακά) να κινηθούν πιο επιθετικά έναντι των ανταγωνιστών τους, ώστε να κερδίσουν τζίρο και μερίδια αγοράς, που θα κάνουν δύσκολη τη ζωή των υπολοίπων. Οι πληθωριστικές πιέσεις προφανώς θα λειτουργήσουν καθοριστικά στην εξέλιξη του τζίρου κάθε αλυσίδας. Οι επιδράσεις θα είναι διαφορετικές, ενώ θα αλλάξουν και τη βάση εκκίνησης για το 2022.

Ποια θα είναι η διάρκεια του κύκλου των ανατιμητικών τάσεων;
Ενδιαφέρον έχουν οι εκτιμήσεις για τη διάρκεια του κύκλου των ανατιμητικών τάσεων, όπως και για την ένταση των αυξήσεων στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών. Τόσο στην Ελλάδα όσο και την Ευρώπη οι οικονομικοί αναλυτές, οι τραπεζίτες και οι επιχειρηματίες εμφανίζονται διχασμένοι. Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο παροδικό και ότι μόλις ομαλοποιηθεί η σχέση προσφοράς/ζήτησης, οι τιμές θα ακολουθήσουν καθοδική πορεία εξομάλυνσης. Εκτιμούν μάλιστα ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα επανέλθει στο 2% τον Ιανουάριο, με καθοδική τάση καθ’ όλη τη διάρκεια του 2022, ώστε ο σχετικός δείκτης θα υποχωρεί εντέλει στο 1% περί τα τέλη του έτους. Οι παράγοντες που προκαλούν σήμερα τις πληθωριστικές πιέσεις, λένε, είναι προσωρινοί, εξηγώντας ότι η σταδιακά πλήρης επαναλειτουργία των οικονομιών μετά τη άρση των περιοριστικών μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας, όπως και η αποκατάσταση των δυσλειτουργιών στην παγκόσμια αλυσίδα τροφοδοσίας, θα μετριάσουν την άνοδο των τιμών.

Οι απαισιόδοξοι θεωρούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα αργήσουν να καταλαγιάσουν. Η επιχειρηματολογία τους εστιάζεται ειδικότερα στο γεγονός ότι τον Αύγουστο στην Ευρώπη αυξήθηκε και ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο πληθωρισμός που εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές των ειδών διατροφής και καυσίμων. Πρόκειται για εξέλιξη, λένε, που θέτει υπό αμφισβήτηση τον προσωρινό χαρακτήρα του πληθωρισμού.

Η αβεβαιότητα, λοιπόν, που υπάρχει για τη διάρκεια της ανόδου του τιμαρίθμου προβληματίζει ακόμη περισσότερο τα στελέχη των αλυσίδων, καθότι στερούνται της δυνατότητας εφαρμογής ενός σταθερού σχεδιασμού, που θα αφορά την τιμολογιακή πολιτική τους. Η κυβέρνηση από την πλευρά της εξετάζει μια δέσμη παρεμβάσεων, ώστε να προλάβει ένα γενικευμένο κύμα ακρίβειας. Κατά τις παραμονές έκδοσης του παρόντος τεύχους σχετικές ανακοινώσεις επρόκειτο να κάνει από τη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της ομιλίας του στην 85η ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός, ενώ ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, κ. Άδωνις Γεωργιάδης, προεξοφλώντας το φούσκωμα του ανατιμητικού κύματος, κάλεσε τους καταναλωτές να κάνουν χρήση της ειδικής εφαρμογής «e-katanalotis», που έχει δημιουργήσει το υπουργείο, ώστε να συγκρίνουν τις τιμές των προϊόντων-ειδών σούπερ μάρκετ πριν βγουν για τα ψώνια τους…