Τους τελευταίους μήνες πολύς λόγος γίνεται περί των περιθωρίων κέρδους των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, που σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων καθημερινής ανάγκης χαρακτηρίζονται υπερβολικά. «Συμφωνείτε με την άποψη αυτή, που εκφράζει το Υπουργείο Ανάπτυξης;», ρωτήσαμε τον κ. Γιάννη Αβδελά στην έναρξη της συζήτησής μας.

‘Οπως μας είπε, «τα περιθώρια κέρδους των σούπερ μάρκετ είναι σε γενικές γραμμές χαμηλά. Δεν πρόκειται για αυθαίρετη διαπίστωση, αλλά για συμπέρασμα στο οποίο εύκολα φτάνει κανείς, μελετώντας τους ισολογισμούς των εταιρειών του κλάδου. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι κάποιες κατηγορίες προϊόντων αποδίδουν υψηλότερα ποσοστά κέρδους έναντι άλλων, όμως υπάρχουν και προϊόντα που πωλούνται με περιθώρια κέρδους έως μηδενικά -αν όχι αρνητικά, κάτι που συνήθως αποσιωπάται. Αυτό που προέχει είναι το συνολικό κέρδος από την λειτουργία μιας επιχείρησης, το οποίο σίγουρα στον κλάδο των σούπερ μάρκετ είναι πολύ χαμηλό».

«σελφ σέρβις»: Ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο ανταγωνισμός στο λιανεμπόριο λειτουργεί περισσότερο από ό,τι στη βιομηχανία;

Γιάννης Αβδελάς: Η ελληνική βιομηχανία εισήλθε σε φάση συγκέντρωσης πριν από πολλά χρόνια με συνέπεια την ύπαρξη, σήμερα, σχετικά λίγων επιχειρήσεων, με υψηλά μερίδια αγοράς σε κάθε προϊοντική κατηγορία. Αντίθετα, το λιανεμπόριο τροφίμων δεν έχει ακόμη έναν αντίστοιχο βαθμό συγκέντρωσης, δεδομένου ότι υπάρχουν πολλοί «παίκτες» στην αγορά, όπως επίσης και μεγάλοι διεθνείς όμιλοι που μόλις τώρα ανακαλύπτουν την Ελλάδα. Συνεπεία αυτών μπορεί, ίσως, κάποιος να ισχυριστεί ότι ο ανταγωνισμός λειτουργεί καλύτερα στο λιανεμπόριο, αλλά μια τέτοια σκέψη είναι από απλουστευτική έως εσφαλμένη, γιατί ο ανταγωνισμός υφίσταται και είναι ισχυρός και στις δύο πλευρές.

Μύθος οι υψηλές εκπτώσεις

«σ.σ.»: Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έκρινε ότι η πολιτική χορήγησης υψηλών εκπτώσεων από τη βιομηχανία προς το λιανεμπόριο λειτουργεί ως μηχανισμός ανατροφοδότησης των ανατιμήσεων, με το λιανεμπόριο να απαιτεί υψηλά ποσοστά παροχών και τη βιομηχανία να τα χορηγεί, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις τιμές της, προκειμένου να καλύψει τις όποιες απώλειες κερδών. Σας βρίσκει σύμφωνο αυτή η θέση;

Γ.Α.: Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι δεν υπάρχουν υψηλές εκπτώσεις από τη βιομηχανία προς το λιανεμπόριο ή τουλάχιστον δεν είναι υψηλότερες από αυτές άλλων χωρών. Οι εκπτώσεις καλύπτουν μέρος του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων λιανικής, αφού σχεδόν όλοι πωλούν σε επίπεδα ίσα ή χαμηλότερα του τιμολογιακού κόστους. Το σύγχρονο λιανεμπόριο με τις κεντρικές αποθήκες και τις πολλές μονάδες σε ολόκληρη την χώρα, που εξυπηρετούνται κεντρικά, έχει υψηλότερο κόστος απ’ ό,τι στο παρελθόν σε ό,τι αφορά στη διανομή και τις επενδύσεις στη σωστή λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Συχνά παραβλέπεται το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα προϊόντα πωλούνται στις ίδιες τιμές τόσο στην Αθήνα όσο και στην Ορεστιάδα ή τη Ρόδο. Αυτό συμβαίνει, παρά το ότι το κόστος διανομής στη Ρόδο ή την Ορεστιάδα είναι δυσθεώρητα υψηλό, συγκρινόμενο με της Αθήνας. Είναι ξεκάθαρο ότι το κόστος λειτουργίας μίας σύγχρονης εταιρείας λιανικής είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι στο παρελθόν.

«σ.σ.»: Επομένως, η βιομηχανία με τις υψηλές παροχές της στην ουσία «χρηματοδοτεί» την ανάπτυξη των δικτύων λιανικής, ώστε να διακινεί τα προϊόντα της μέσω τρίτων;

Γ.Α.: Δεν θα συμφωνήσω με την τοποθέτησή σας.

«σ.σ.»: Μα κάτι τέτοιο δεν υπονοείτε;

Γ.Α.: Η διαφορά μεταξύ αυτού που εννοήσατε εσείς και όσων εξήγησα προηγουμένως είναι μεν μικρή, αλλά ουσιαστική. Το λιανεμπόριο χρειάζεται τις εκπτώσεις για την ανάπτυξη ή και την επιβίωσή του. Εξάλλου, ας μη μας διαφεύγει ότι τα περιθώρια κέρδους του δεν είναι υψηλά, οπότε πώς είναι δυνατόν να χαρακτηρίζουμε τις εκπτώσεις «υπερβολικές»; Επιπρόσθετα, ούτε ότι η βιομηχανία χορηγεί εύκολα υψηλότερες παροχές ούτε η εμπειρία μου δείχνει ότι τα ποσοστά των παροχών μεταβάλλονται αξιοσημείωτα από χρόνο σε χρόνο.

Μέσο μικτό κέρδος κάτω του 25%

«σ.σ.»: Να συμφωνήσω, εφόσον συζητούμε περί καθαρών κερδών. Αλλά ισχύει το ίδιο και όσον αφορά στα μικτά κέρδη;

Γ.Α.: Το μικτό κέρδος προκύπτει από το άθροισμα των εκπτώσεων σε κάθε κατηγορία προϊόντος, και το μέσο μικτό κέρδος διαμορφώνεται για τις περισσότερες αλυσίδες σε επίπεδα χαμηλότερα του 25%. Μόνο τις κλοπές και τις φθορές προϊόντων να υπολογίσει κανείς, το ποσοστό αυτό μειώνεται ακόμη περισσότερο. Θα έλεγα, τελικά, ότι είναι λάθος να βγάζει κανείς συμπεράσματα μόνο από κατηγορίες προϊόντων που αποφέρουν υψηλά κέρδη στις αλυσίδες. Υπάρχει ένα σύνολο κατηγοριών προϊόντων, όπου τα ποσοστά είναι εντελώς διαφορετικά -θα τα ονόμαζα «λογικά».

«‘Ηδη βιώνουμε κρίση στην κατανάλωση»

«σ.σ.»: Με όλα όσα συμβαίνουν την περίοδο αυτή στις διεθνείς αγορές, αλλά και στην Ελλάδα, φοβάστε το ενδεχόμενο να ξεσπάσει κρίση στην κατανάλωση;

Γ.Α.: Νομίζω ότι ήδη βιώνουμε κρίση στην κατανάλωση, αφού είναι βέβαιο ότι τα σημερινά επίπεδα αμοιβών -και ειδικότερα της «γενιάς των 700 ευρώ»- δεν επιτρέπουν υψηλή κατανάλωση. Ο σημαντικός δανεισμός των ελληνικών νοικοκυριών και η πιστωτική κρίση, σε συνδυασμό με την αύξηση των επιτοκίων, δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας σε πολλά νοικοκυριά. Από την άλλη μεριά, μια πληθώρα νέων σχετικά αναγκών, όπως η κινητή τηλεφωνία που απορροφά σημαντικά ποσά από τον οικογενειακό προϋπολογισμό ή οι αλλαγές στον τρόπο ζωής και στο μοντέλο της ελληνικής οικογένειας, αυξάνουν σημαντικά την κατανάλωση εκτός σπιτιού, επηρεάζοντας ακόμη περισσότερο την κατανάλωση μέσω των παραδοσιακών καναλιών διανομής.

«Το λιανεμπόριο έχει δαιμονοποιηθεί»

«σ.σ.»: Τα τελευταία χρόνια το λιανεμπόριο γίνεται επανειλημμένως στόχος των ελεγκτικών αρχών. Θεωρείτε ότι δικαίως ο κλάδος βάλλεται με πρόστιμα; Διότι, όπως υποστηρίζει το Υπουργείο Ανάπτυξης, ο καταναλωτής, όπως και η πολιτεία, δεν είναι υποχρεωμένοι να επιδεικνύουν ανοχή έναντι όσων διακινούν στην αγορά ακατάλληλα-μη ασφαλή τρόφιμα.

Γ.Α.: Συμφωνώ ότι οι ποινές σε αυτούς που διακινούν ακατάλληλα-μη ασφαλή τρόφιμα πρέπει να είναι αυστηρές. Αν το λιανεμπόριο ήταν στο στόχαστρο των ελεγκτικών μηχανισμών γι’ αυτόν τον λόγο, κανείς δεν θα είχε αντίρρηση. ‘Ομως, διαπιστώνω ότι το λιανεμπόριο έχει δαιμονοποιηθεί, θεωρείται η αιτία κάθε κακού στην χώρα. Θεωρείται υπεύθυνο για τις υψηλές τιμές, παρόλο που οι αυξήσεις στον κλάδο είναι πάντα αποτέλεσμα των ανατιμήσεων που αποφασίζουν οι προμηθευτές του.

Επίσης, διώκεται με πρόστιμα, που επιβάλλονται ως αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός απηρχαιωμένου θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, που οδηγεί στην πραγματικότητα τα σούπερ μάρκετ να λειτουργούν ημιπαράνομα. Το λιανεμπόριο τροφίμων, και ειδικότερα οι μεγάλες εταιρείες με σημαντικό αριθμό καταστημάτων, θεωρούνται ούτε λίγο ούτε πολύ κλέφτες και τιμωρούνται με επαχθή πρόστιμα της τάξης των 30.000 ευρώ, τα οποία πέφτουν «βροχή»…

«σ.σ.»: Δεν είναι λογικό σε ένα διευρυμένο δίκτυο να διαπιστώνονται συχνά παρατυπίες;

Γ.Α.: Θα διατύπωνα κάπως διαφορετικά την ερώτησή σας: Είναι δυνατό να αποφεύγονται τα ανθρώπινα λάθη σε κλάδους εντάσεως εργασίας; Είναι δυνατό να μην γίνονται λάθη με τις τιμές από το ράφι στο ταμείο, όταν καθημερινά τιμολογούνται χιλιάδες προϊόντα;

Το λιανεμπόριο τροφίμων πρόσφερε και συνεχίζει να προσφέρει πολλά στην εθνική μας οικονομία, μέσω σημαντικών επενδύσεων, αλλά και των πολλών θέσεων εργασίας που δημιουργεί. Θα έπρεπε η πολιτεία να βλέπει με εντελώς διαφορετικό «μάτι» τις ανάγκες του, ελέγχοντας βέβαια πάντα και τιμωρώντας όσους εσκεμμένα βλάπτουν τον καταναλωτή.

Γραφειοκρατία και διαφθορά

«σ.σ.»: Πώς αισθάνεται ένα στέλεχος του λιανεμπορίου, όταν βλέπει την εταιρεία του να ακροβατεί επιχειρηματικά, εφαρμόζοντας ένα πολύπλοκο, χαοτικό, απόλυτα γραφειοκρατικό, κάποιες φορές άδικο και παράλογο θεσμικό πλαίσιο -πολύ περισσότερο δε όταν καλείται να ξεπεράσει τα όποια προβλήματα δια του «γρηγορόσημου»;

Γ.Α.: Νομίζω ότι αυτό που λέγεται σαν αστεϊσμός από πολλούς, ότι «αν γνώριζαν οι μεγάλες πολυεθνικές τι θα συναντούσαν στην Ελλάδα, δεν θα ερχόντουσαν», έχει σημαντική δόση αλήθειας. Η ελληνική γραφειοκρατία είναι υπαρκτό πρόβλημα, όπως και η διαφθορά ενός σημαντικού αριθμού εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. Η πολιτεία πρέπει επιτέλους να κάνει κάτι προς την κατεύθυνση της απλοποίησης του θεσμικού πλαισίου, πράγμα που εξ ορισμού θα οδηγήσει στην εξάλειψη των φαινόμενων διαφθοράς.

Το 80% του τζίρου στους πέντε πρώτους

«σ.σ.»: Τι σκέπτεστε για την αυριανή εικόνα του λιανεμπορίου; Πόσες αλυσίδες από αυτές που βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα του κλάδου θα παραμείνουν «ζωντανές»;

Γ.Α.: Η συγκέντρωση στο λιανεμπόριο τροφίμων θα ενταθεί. ‘Ηδη, η διαφορά μεταξύ των εταιρειών της πρώτης οκτάδας και των υπολοίπων είναι τεράστια. Με την είσοδο της Aldi στην αγορά θα υπάρξει, λογικά, ακόμη μεγαλύτερη πίεση στον ανταγωνισμό. Ο σκληρός ανταγωνισμός, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του franchise από πολλούς πλέον «παίκτες» της αγοράς και τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν από την πιστωτική κρίση, θα επιταχύνουν τη συγκέντρωση του κλάδου σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πέντε μεγαλύτερες επιχειρήσεις θα ελέγχουν, ίσως, άνω του 80% των οργανωμένων πωλήσεων.

«σ.σ.»: Σε άλλες επιμέρους αγορές η κυριαρχία των πολυεθνικών σχημάτων είναι έως και καθολική. Θα συμβεί το ίδιο και στον κλάδο των σούπερ μάρκετ, όπου ήδη τα ξένα σχήματα ελέγχουν υψηλά μερίδια;

Γ.Α.: Νομίζω ότι οι Καρφούρ Μαρινόπουλος, Dia, Lidl και A-B ελέγχουν περισσότερο από το 60% του τζίρου των οκτώ μεγαλύτερων εταιρειών του κλάδου. Η άποψή μου είναι ότι στο κοντινό μέλλον, με την προσθήκη της Aldi, το ποσοστό αυτό θα ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο.

«Το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό»

«σ.σ.»: Πώς σχολιάζετε την άποψη ότι τα σούπερ μάρκετ προσφέρουν μεν χιλιάδες θέσεις εργασίας, όμως την ίδια στιγμή οδηγούν σε οικονομικό αδιέξοδο χιλιάδες επιχειρήσεις του λιανεμπορίου;

Γ.Α.: Ο ανταγωνισμός και τα οφέλη που προσφέρει στον καταναλωτή εξασφαλίζονται από την ανάπτυξη μεγαλύτερων σχημάτων, τα οποία μοιραία οδηγούν στην παρακμή μικρότερες επιχειρήσεις. Αυτό συμβαίνει σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας, στον τουρισμό, στο λιανεμπόριο ηλεκτρικών συσκευών, ρούχων ή καλλυντικών. Εύλογα συμβαίνει και στο λιανεμπόριο τροφίμων. Αυτό σημαίνει αγορά, καπιταλισμός. Είναι κανόνας «το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό».

«σ.σ.»: Πρόσφατα αποχωρήσατε από τη Dia Hellas. Ποιες αναμνήσεις κρατάτε ως σημαντικές και ευχάριστες και ποιες θα θέλατε να ξεχάσετε το ταχύτερο;

Γ.Α.: Η εμπειρία του να ξεκινήσεις μία εταιρεία από το μηδέν και να την φθάσεις στα 400 καταστήματα, με 3.000 εργαζόμενους και τζίρο 400 εκατ. ευρώ, καθιερώνοντας ένα νέο concept καταστήματος και εκπαιδεύοντας τους καταναλωτές σε κατηγορίες αγαθών, όπως τα προϊόντα ιδιωτικού σήματος, είναι μοναδική. Η προσπάθεια να κάνουμε το όνομα της εταιρείας επώνυμο brand, που το αναγνωρίζουν και το εμπιστεύονται οι καταναλωτές, ήταν επίσης μία ανεπανάληπτη εμπειρία. Θα έλεγα ότι από αυτά τα 14 χρόνια έχω πολύ ευχάριστες αναμνήσεις, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Η μόνη μου ευχή είναι στα επόμενα χρόνια οι απαιτούμενες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των καταστημάτων λιανικής να γίνουν με βήματα ταχύτερα σε σχέση με όσα βιώσαμε μέχρι σήμερα και που τόσο μας ταλαιπώρησαν.

Τι θέλω να ξεχάσω

«σ.σ.»: Ωστόσο, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να ξεχάσετε;

Γ.Α.: Ναι, τις συνεχείς υποσχέσεις από την πολιτεία για θεσμικές αλλαγές, υποσχέσεις που άκουγα επί 14 χρόνια και που δεν είδα να υλοποιούνται, όπως και τις τραγελαφικές καταστάσεις που έζησα συνεργαζόμενος με τις περισσότερες δημόσιες αρχές. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τα στικεράκια τιμών εν έτει 2008 για την πάταξη της ακρίβειας, την Υγειονομική Διάταξη του 1983, με την οποία αδειοδοτούνται μέχρι σήμερα τα καταστήματα, ή τα όσα διαδραματίσθηκαν ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού σε βάρος του λιανεμπορίου;

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 377 του περιοδικού “σελφ σέρβις” (εκδόσεις Comcenter).