Οι διαπιστώσεις αυτές προέκυψαν από την επίσκεψή μας, κατόπιν πρόσκλησης του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, στις εκθεσιακές εγκαταστάσεις του Ντίσελντορφ, όπου μεταξύ 28ης Σεπτεμβρίου και 1ης Οκτωβρίου διοργανώθηκαν οι εκθέσεις InterCool, InterMopro, InterMeat και Hogatec, με κυρίαρχο θέμα τα τρόφιμα, το catering και τις υπηρεσίες-προϊόντα της τουριστικής βιομηχανίας.

Η Ελλάδα έλαμψε δια της απουσίας της. Για την ακρίβεια, η παρουσία της ήταν η εξής μία: του δικτύου Cheesenet, που, με τη χρηματοδότηση κοινοτικών και εθνικών πόρων, καθώς και τυροκομικών επιχειρήσεων, προωθεί διεθνώς τα ελληνικά τυροκομικά προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης και κυρίως τη φέτα (πρόκειται για διεπαγγελματική οργάνωση με την μορφή αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα).

Οι ελληνικές βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων-ποτών «σνομπάρισαν» την έκθεση. Μάλιστα, πληροφορηθήκαμε ότι κάποιες από αυτές ακύρωσαν την τελευταία στιγμή τη συμμετοχή τους στην έκθεση, με αποτέλεσμα να τορπιλιστεί η ελληνική συμμετοχή, την οποία είχε οργανώσει ο ΟΠΕ. Ακόμη και το περίπτερο του δικτύου Cheesenet περιορίστηκε σε μία γωνία των εκθεσιακών εγκαταστάσεων, τη στιγμή που, εάν είχε υλοποιηθεί η μεγάλη και οργανωμένη ελληνική συμμετοχή, ήταν προσυμφωνημένος ο κατάλληλος χώρος σε κεντρικότατο σημείο της έκθεσης…

Ωστόσο, κι αν ακόμη επρόκειτο να «χωνέψουμε» ως έναν βαθμό την απουσία των ελληνικών βιομηχανιών (ενδεχομένως να έχουν άλλες προτεραιότητες στο εξαγωγικό τους μάρκετινγκ…), το εξοργιστικό ήταν η εκμετάλλευση ακόμη και της καταγωγής ορισμένων προϊόντων της χώρας μας από τους Τούρκους, Γερμανούς, Ισπανούς και Ιταλούς ανταγωνιστές μας! Ο υπογράφων συνέλεξε μία σειρά από έντυπα διαφόρων ξένων βιομηχανιών τροφίμων οι οποίες, προσπαθώντας να προωθήσουν τα προϊόντα τους, δεν διστάζουν να αναφέρονται σε «ελληνικά τυριά», «ελιές Καλαμών», ακόμη σε «κατεψυγμένο γύρο με τη γεύση που προτιμούν οι ‘Ελληνες!!!».
Η ανυπαρξία της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων, με τα αντίστοιχα γνήσια και ποιοτικότερα είδη, δίνει το απαραίτητο έδαφος στους ξένους «σφετεριστές» να αποσπάσουν μερίδια αγοράς στις μεγαλύτερες αγορές της Ευρώπης.

Ελληνικές συνταγές στα ξένα χέρια

Στο πλαίσιο αυτό, ενδεικτικά είναι τα κάτωθι παραδείγματα, που δίνουν μια ιδέα της προσπάθειας των ανταγωνιστών μας να αξιοποιήσουν ό,τι θετικό έχει να επιδείξει -αλλά, φευ, δεν επιδεικνύει- η ελληνική διατροφή.

Η βιομηχανία Matiss, τουρκικών συμφερόντων με εργοστάσιο στη Γερμανία, διαθέτει σειρά προϊόντων delicatessen, τα οποία, όπως αναγράφει στο διαφημιστικό έντυπό της, «περιέχουν ελληνικό τυρί» και κάποια άλλα «ελληνικές πιπεριές». Η ολλανδική βιομηχανία τροφίμων King Cuisine παρουσιάζει τα προϊόντα της με ελιές, αναφέροντας πως διαθέτει και ελιές Καλαμών. Η γερμανική επιχείρηση παραγωγής κατεψυγμένων τροφίμων Iceline διαθέτει στη γκάμα της γύρο, στη συσκευασία του οποίου το σύμβολο του αρχαιοελληνικού κίονα δηλώνει φωναχτά ότι «πρόκειται για το προϊόν που τρώνε οι ‘Ελληνες!». Η επίσης γερμανική βιομηχανία έτοιμου φαγητού Giacobbe παράγει βιολογικό μουσακά, στον οποίο μάλιστα δίνει τον τίτλο “Griechische Art” (Ελληνική τέχνη)!…

Σε αυτή την «καταιγίδα» προϊόντων ελληνικής ταυτότητας, που παράγονται και πωλούνται όμως από τους ανταγωνιστές μας, η απάντηση της χώρας μας είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος. Φυσικά, ούτε έχει κατοχυρώσει την αποκλειστική χρήση σε ευρωπαϊκό επίπεδο της τοπικής ελιάς, του γύρου ή του μουσακά, οπότε ο καθένας μπορεί, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένα, να ισχυρίζεται πως κατέχει την ελληνική συνταγή στα προϊόντα αυτά…

Χάσαμε τη φέτα… στοπ

Τι συμβαίνει με τη φέτα, με την οποία πρόσφατα η Ελλάδα κατάφερε να κυριαρχήσει πανευρωπαϊκά ως αποκλειστικός χρήστης της ονομασίας του προϊόντος; Πόσο αξιοποιεί η εγχώρια τυροκομία το πλεονέκτημα της μοναδικότητάς της; Τι κάνει η πολιτεία για να στηρίξει τις προσπάθειες διεθνούς προβολής και προώθησής της;

Θα απαντήσουμε -εν μέρει- με την παράθεση ενός αποκαλυπτικού περιστατικού που μας γνωστοποίησε ο κ. Παντελής Ραπανάκης, πρόεδρος του Cheesenet και ιδιοκτήτης του ομίλου εταιρειών Ελληνική Πρωτεΐνη ΑΕ.

Ο κ. Ραπανάκης συναντήθηκε πρόσφατα με τον υπεύθυνο για τα τυροκομικά προϊόντα της μεγαλύτερης λιανεμπορικής αλυσίδας της Ολλανδίας, της Albert-Heim. Του εξέθεσε, λοιπόν, τα παράπονά του για την τακτική της ολλανδικής αλυσίδας να διατηρεί ράφι τυροκομικών προϊόντων υπό τον γενικό τίτλο «φέτα», όπου συλλήβδην τοποθετεί διάφορα λευκά τυριά, τα οποία παρατύπως πωλούνται ως φέτα. Ο Ολλανδός υπεύθυνος, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του θέματος, κάλεσε τον κ. Ραπανάκη να διαγράψει από μία λίστα με τα τυριά του συγκεκριμένου ραφιού όσα δεν ήταν ελληνική φέτα, πράγμα που ο συνομιλητής μας έπραξε. Το αποτέλεσμα ήταν να απομείνει στη λίστα μόλις ένα προϊόν, η φέτα Δωδώνη. Τότε ο Ολλανδός εξήγησε το αυτονόητο. ‘Οτι δηλαδή με ένα μόνο προϊόν δεν μπορεί να υπάρξει ολόκληρο ράφι με την επωνυμία «φέτα», οπότε η φέτα Δωδώνη πρέπει να τοποθετηθεί στο ράφι με τα εκατοντάδες τυριά από όλο τον κόσμο…

Δίδαγμα: Δεν αρκεί η μοναδικότητα της ελληνικής φέτας. Χωρίς πληθωρική παρουσία των προϊόντων της ελληνικής τυροκομίας στα ράφια των διεθνών λιανεμπορικών αλυσίδων, η φέτα είναι καταδικασμένη να είναι «ένα ακόμη λευκό τυρί delicatessen», το οποίο οι ‘Ελληνες ονομάζουν με αυτή την επωνυμία, και όλοι οι άλλοι κάπως αλλιώς, αλλά επί της (εμπορικής) ουσίας οι διαφορές είναι αμελητέες -όση δηλαδή η συμμετοχή της φέτας στο ευρωπαϊκό ράφι.

Χωρίς πυξίδα οι προσπάθειες της πολιτείας

‘Οσο για τη στήριξη της πολιτείας, υποτίθεται πως το 2008 έχει κηρυχθεί ως «έτος φέτας» και βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική καμπάνια υπό την αιγίδα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Παραμένει, ωστόσο, ακατανόητο το γιατί αυτή η καμπάνια περιλαμβάνει πολλές προωθητικές ενέργειες και εντός Ελλάδος και δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στο εξωτερικό…! Πράγματι, με τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν κατανάλωση φέτας παγκοσμίως, είναι περιττή η περαιτέρω διαφήμιση του προϊόντος στην εγχώρια αγορά. Από τους 90.000 τόνους φέτας, που παράγει ετησίως η ελληνική τυροκομία, οι 25-30.000 τόνοι εξάγονται, αλλά ούτε κατά διάνοια επαρκούν για την κάλυψη της ζήτησης, την οποία φρόντισαν να αναπτύξουν οι… σφετεριστές του ονόματος «φέτα».

Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 150.000 τόνους φέτας, οι οποίοι θα μπορούσαν να απορροφηθούν σε όλο τον κόσμο, με την προϋπόθεση ότι θα ήταν διαθέσιμο το ελληνικό προϊόν, και θα υλοποιούνταν οργανωμένες στρατηγικές μάρκετινγκ και διαφήμισής του.

‘Ετσι, το παραγωγικό και το έλλειμμα μάρκετινγκ της χώρας μας καλύπτεται από άλλους, με αμφιβόλου ποιότητας αλλοδαπά λευκά τυριά που, χωρίς να είναι φέτα, αποσπούν τα δυνητικά μερίδια αγοράς του εθνικού μας τυριού. Αν, δε, επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες περί αποχώρησης της ΦΑΓΕ από την παραγωγή φέτας, το κενό στις εξαγωγές του προϊόντος θα διευρυνθεί.

Για την ενίσχυση της παραγωγής φέτας απαιτείται να ληφθούν άμεσα πρωτοβουλίες με στόχο την αύξηση της παραγωγής πρώτης ύλης, στην οποία δραστηριοποιούνται περίπου 120.000 κτηνοτρόφοι αιγοπροβάτων. Εκτός αυτού, επείγει η κατανόηση των αναγκών των ξένων φίλων -ή δυνάμει φίλων- του προϊόντος. Είναι ενδεικτικό ότι οι ελληνικές βιομηχανίες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της γερμανικής αγοράς για την τυποποίηση της φέτας σε συσκευασίες των 100 γραμμαρίων. Τι να κάνουμε; Δεν αποθηκεύουν όλοι οι Ευρωπαίοι στο ψυγείο τους μεγάλες ποσότητες φέτας, όπως το συνηθίζουν οι ‘Ελληνες, απλώς και μόνον γιατί δεν τρώνε τόση φέτα όση εμείς. Περίεργο είναι;

Συγκρίσεις και θλιβερές διαπιστώσεις

Το εκθεσιακό κέντρο του Ντίσελντορφ είναι πραγματικό κόσμημα, με αποτέλεσμα οι μοιραίες συγκρίσεις προς τις αντίστοιχες ελληνικές εγκαταστάσεις να καταλήγουν σε θλιβερές διαπιστώσεις. Το τρένο πηγαίνει τον επισκέπτη μέσα στην έκθεση, τα πάρκινγκ είναι πολλά, άνετα και εντός των εγκαταστάσεων, το κέντρο τύπου διαθέτει ως και εστιατόριο, κυρίως όμως, από τη στιγμή που φτάνεις στην πόλη-διοργανώτρια της έκθεσης μέχρι τη στιγμή που αποχωρείς, αντιλαμβάνεσαι πως κάποιο μεγάλο γεγονός βρίσκεται σε εξέλιξη.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 377 του περιοδικού «σελφ σέρβις» (εκδόσεις Comcenter).