"Την τελευταία δεκαετία χοντρικά το μερίδιο των σούπερ μάρκετ έχει μέση ανάπτυξη περίπου 0,5% τον χρόνο επί του συνόλου της διανομής των αλκοολούχων. Δεν μιλούμε για δραματικές αλλαγές και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα συμβεί κάτι διαφορετικό τα επόμενα χρόνια", τονίζει μεταξύ άλλων ο κ. Γιάννης Τσώνης, γενικός διευθυντής πωλήσεων της Pernod Ricard Hellas (ΕΠΟΜ ΑΕΒΕ), σε συνέντευξή του στο περιοδικό "σελφ σέρβις" (βλέπε ολόκληρη τη συνέντευξη, στο υπό έκδοση 361τεύχος του περιοδικού).

Απαντώντας σε ερώτηση, σχετικά με το αν έχουν αυξηθεί οι ρυθμοί μετατόπισης της ζήτησης των αλκοολούχων από τη νυχτερινή αγορά στα σούπερ μάρκετ τα τελευταία χρόνια, ο κ. Τσώνης είπε: “Η σταδιακή μετατόπιση της κατανάλωσης από τη σερβιριζόμενη στη μη σερβιριζόμενη αγορά δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Η σχετική τάση υπάρχει από παλιά, ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει ενταθεί. Το βέβαιο είναι ότι σχετίζεται με τις γενικότερες αλλαγές στον τρόπο ζωής των Ελλήνων και με τον μετριασμό των δυνατοτήτων τους για διασκέδαση εκτός σπιτιού. Ίσως, η μεγαλύτερη παραμονή τους στο σπίτι βρίσκεται πίσω από την τάση ανάπτυξης του μεριδίου των σούπερ μάρκετ, αλλά και πάλι το μερίδιό τους στα αλκοολούχα δεν είναι έντονα ανοδικό τα τελευταία χρόνια. Φαίνεται, πάντως, ότι η ενίσχυση των αγορών από το σούπερ μάρκετ σχετίζεται και με τις γενικότερες στρατηγικές προώθησης των πωλήσεων εκ μέρους των ίδιων των εταιρειών του οργανωμένου λιανεμπορίου”.

Σχολιάζοντας ερώτηση σχετικά με το “ποιος είναι ο μέσος όρος του ρυθμού ανάπτυξης του μεριδίου διανομής των σούπερ μάρκετ στα αλκοολούχα ποτά τα τελευταία χρόνια;”, ο κ. Τσώνης τόνισε ότι “είναι, ίσως, παρακινδυνευμένο να αναφερόμαστε σε γενικούς μέσους όρους τη στιγμή που οι διαφορές από ποτό σε ποτό, από μάρκα σε μάρκα ή ακόμα κι από κωδικό σε κωδικό της ίδιας μάρκας μπορεί να είναι τεράστιες”. Όπως εξήγησε, “επί παραδείγματι, ενώ το 90% της διανομής στο καραφάκι του ούζου Μίνι ανήκει στο χονδρεμπόριο, το μέγεθος 0,7 lt του ίδιου προϊόντος κατά το 80% διανέμεται από τα σούπερ μάρκετ. Εν πάση περιπτώσει, με βάση τη γενικότερη εμπειρία μου στον κλάδο, θα σας έλεγα ότι την τελευταία δεκαετία σε χοντρικά το μερίδιο των σούπερ μάρκετ έχει μέση ανάπτυξη περίπου 0,5% τον χρόνο επί του συνόλου της διανομής των αλκοολούχων. Άρα, δεν μιλάμε για δραματικές αλλαγές και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα συμβεί κάτι διαφορετικό τα επόμενα χρόνια”.

Κλοπές; Ας το φροντίσουν…

Στη διαπίστωση ότι τελευταία ο κόσμος των λιανεμπόρων θέτει όλο και εντονότερα το ζήτημα της διασφάλισης του ραφιού των αλκοολούχων ποτών έναντι των κλοπών, ζητώντας την έμπρακτη υποστήριξη των προμηθευτών του στην αντικλεπτική προστασία των προϊόντων τους, ο κ. Τσώνης σχολίασε: “Εξ όσων γνωρίζω και από την πολυεθνική δραστηριότητα της εταιρείας μας δεν έχουμε αντιμετωπίσει πουθενά μέχρι σήμερα τέτοιου είδους προβλήματα ή απαιτήσεις. Πάντως, θεωρώ ότι η αντικλεπτική προστασία των χώρων πωλήσεων δεν μπορεί παρά να αφορά αποκλειστικά στις εσωτερικές διαδικασίες και μέριμνες του λιανεμπορίου.

Αγορά image driven

“Τι σκέψεις σας δημιουργεί η παρουσία της ιδιωτικής ετικέτας στο ράφι των αλκοολούχων, όπως εξάλλου κι εκείνων των επωνυμιών ουίσκι, που εισάγουν για λογαριασμό τους κάποιοι μεγάλοι λιανέμποροι;”, ήταν η τελευταία ερώτηση. Σύμφωνα, λοιπόν, με το σχόλιό του, “στα αλκοολούχα ποτά δεν τίθεται ζήτημα ιδιωτικής ετικέτας εκτός, ίσως, από την περίπτωση του ούζου, με την παραγωγή του οποίου -επειδή είναι ελληνικό προϊόν- ασχολούνται και μικροί παραγωγοί. Όσον αφορά ειδικά στο ουίσκι που εισάγουν κάποιες μεγάλες αλυσίδες, το μερίδιό του στο σύνολο της κατανάλωσης είναι αμελητέο. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε μια αγορά, που η ζήτηση του ουίσκι -μία από τις μεγαλύτερες, αναλογικά με τον πληθυσμό της χώρας- είναι κατά 90% επώνυμη. Είμαστε, βλέπετε, μια αγορά image driven. Επομένως, δεν μας απασχολεί το θέμα”.