Το θέμα έχει απασχολήσει το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Σύμφωνα με νομολογία του (υπόθεση Pronuptia), ο δότης μπορεί να κοινοποιεί ενδεικτικές τιμές στους λήπτες, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται μεταξύ δότη και ληπτών, ή μεταξύ των ίδιων των ληπτών, πρακτική εναρμονισμένης εφαρμογής αυτών των τιμών. Τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να ελέγχουν κατά περίπτωση, εάν υπάρχει ή όχι εναρμονισμένη πρακτική.

Στα δίκτυα franchising, όπου ο δότης συνήθως παρέχει συμβουλές επιχειρηματικής και οικονομικής φύσης στους λήπτες, είναι πιθανό να καταλήξει να επιβάλει έμμεσα τις τιμές στα μέλη του δικτύου του. Γι’ αυτό πρέπει να είναι προσεκτικός τόσο στη διατύπωση του σχετικού άρθρου της σύμβασης franchising όσο και στην επιχειρηματική πολιτική του στο δίκτυο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κοινοτική (άρθρο 81 παρ. 1 Συνθ. ΕΟΚ) και η Ελληνική Νομοθεσία περί ανταγωνισμού (άρθρο 1 παρ. 1α Ν. 703/77) θεωρούν τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής ως έναν από τους σοβαρότερους περιορισμούς του ελεύθερου ανταγωνισμού, με άμεσο αποτέλεσμα την άρση του ευεργετήματος του Κανονισμού 2790/1999, όπως επίσης και την ακυρότητα του συγκεκριμένου παράνομου όρου, αλλά και της σύμβασης (άρθρο 4α Κανονισμού 2790/1999, παρ. 46 Κατευθυντήριων).

Περί εναρμονισμένων πρακτικών των ληπτών

Η άσκηση από τους λήπτες εναρμονισμένων πρακτικών σχετικά με τις τιμές πώλησης των προϊόντων ή υπηρεσιών, που αποτελούν αντικείμενο του franchise, απαγορευόταν απολύτως από τον προηγούμενο κανονισμό (άρθρο 8δ), και εξακολουθεί να απαγορεύεται και από τον ισχύοντα Κανονισμό (άρθρο 4α, Κατευθυντήριες παρ. 47). Συνεπώς, ο δότης πρέπει αφενός να την απαγορεύει ρητά στο σχετικό άρθρο της σύμβασης, αφετέρου να ελέγχει διαρκώς τους λήπτες ως προς το θέμα αυτό. ‘Ασκηση τέτοιας εναρμονισμένης πρακτικής από τους λήπτες ενός δικτύου μπορεί να υπάρξει, όταν, πχ, έχουν καταλήξει σε συμφωνία μεταξύ τους (γραπτή ή προφορική) στην πώληση των προϊόντων τους σε συγκεκριμένες τιμές ή όταν κάποιοι από αυτούς ασκούν πιέσεις στους υπόλοιπους για να συμμορφωθούν στις συνιστώμενες τιμές του δότη.

Περιορισμός ιδιαίτερης σοβαρότητας

Ο κανονισμός 2790/1999 περιέχει έναν κατάλογο περιορισμών ιδιαίτερης σοβαρότητας (αυστηροί αντι-ανταγωνιστικοί κάθετοι περιορισμοί), που συνεπάγονται αποκλεισμό όλης της κάθετης συμφωνίας, άρα και της σύμβασης franchise, από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.
Ο πρώτος στη σειρά του καταλόγου των περιορισμών ιδιαίτερης σοβαρότητας είναι «ο περιορισμός της δυνατότητας του αγοραστή να καθορίζει τις τιμές πώλησης, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα του προμηθευτή να επιβάλλει μέγιστη τιμή πώλησης ή να συνιστά τιμή πώλησης, υπό τον όρο ότι αυτές δεν ισοδυναμούν με πάγια ή ελάχιστη τιμή πώλησης, συνεπεία πιέσεων οποιουδήποτε μέρους στη σύμβαση ή κινήτρων που προσφέρονται από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος» (άρθρο 4 στοιχείο α του Κανονισμού).

Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού διαπιστώνουμε ότι δίνεται ρητά η δυνατότητα στον προμηθευτή-δότη να επιβάλει μέγιστη τιμή πώλησης των συμβατικών αγαθών ή υπηρεσιών στον αγοραστή-λήπτη, υπό την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση ότι αυτή δεν ισοδυναμεί με πάγια ή ελάχιστη τιμή πώλησης.

Ο ιδιαίτερης, λοιπόν, σοβαρότητας παραπάνω περιορισμός του Κανονισμού 2790/1999 αφορά στον καθορισμό των τιμών μεταπώλησης, δηλαδή στις συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές, που έχουν ως άμεσο ή έμμεσο αντικείμενό τους τον καθορισμό παγίου ή ελαχίστου επιπέδου τιμής μεταπώλησης ή παγίου ή ελαχίστου επιπέδου τιμής, το οποίο ο αγοραστής-λήπτης οφείλει να τηρεί. Σε περίπτωση συμβατικών διατάξεων ή εναρμονισμένων πρακτικών, με τις οποίες καθορίζεται απευθείας η τιμή μεταπώλησης, ο περιορισμός είναι εμφανής. Ωστόσο, ο καθορισμός των τιμών μεταπώλησης μπορεί ακόμη να επιτευχθεί με έμμεσο τρόπο. Εμμέσως, πχ, με:

  • συμφωνία για τον καθορισμό του περιθωρίου κέρδους του διανομέα-λήπτη,
  • τον καθορισμό του ανώτατου επιπέδου έκπτωσης που ο διανομέας-λήπτης μπορεί να χορηγήσει από ένα καθορισμένο επίπεδο τιμών, 
  • την εξάρτηση της χορήγησης έκπτωσης ή της επιστροφής των δαπανών προώθησης, από τον προμηθευτή-δότη, από την τήρηση συγκεκριμένου επιπέδου τιμών από τον αγοραστή-λήπτη, 
  • τη σύνδεση της καθορισμένης τιμής μεταπώλησης με τις τιμές μεταπώλησης των ανταγωνιστών, 
  • απειλές, εκφοβισμούς, προειδοποιήσεις, επιβολή κυρώσεων, καθυστέρηση ή αναβολή παραδόσεως εμπορευμάτων και καταγγελία σύμβασης σε συνάρτηση με την τήρηση συγκεκριμένου επιπέδου τιμών.

‘Αμεσος και έμμεσος καθορισμός τιμών

Οι άμεσοι ή έμμεσοι τρόποι για την επίτευξη του καθορισμού τιμών μπορεί να γίνουν πιο αποτελεσματικοί, όταν συνδυάζονται με τη λήψη μέτρων για τον εντοπισμό διανομέων-ληπτών που εφαρμόζουν μειωμένες τιμές, όπως πχ η εφαρμογή συστήματος παρακολούθησης τιμών (η μηχανογράφηση μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο μέτρο) ή η επιβολή της υποχρέωσης στους διανομείς-λήπτες να καταγγέλλουν άλλα μέλη του δικτύου franchise, τα οποία παρεκκλίνουν από το καθορισμένο επίπεδο τιμών. Επίσης, ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός των τιμών μπορεί να επιτυγχάνεται περισσότερο αποτελεσματικά, όταν συνδυάζεται με μέτρα που μπορεί να αποθαρρύνουν τον αγοραστή-λήπτη από το να προβεί σε μείωση των τιμών μεταπώλησης, όπως πχ στην περίπτωση που ο προμηθευτής-δότης αναγράφει τη συνιστώμενη τιμή μεταπώλησης πάνω στο προϊόν ή υποχρεώνει τον αγοραστή-λήπτη να εφαρμόσει ευνοϊκή ρήτρα για τους τακτικούς πελάτες.

Με τους ίδιους έμμεσους τρόπους και εφαρμόζοντας τα ίδια «συνοδευτικά» μέτρα, οι ανώτατες ή συνιστώμενες τιμές μπορεί να αποτελέσουν οδηγό για τον καθορισμό τιμών μεταπώλησης. ‘Ομως, ο εφοδιασμός του αγοραστή-λήπτη από τον προμηθευτή-δότη με κατάλογο συνιστώμενων ή ανώτατων τιμών δεν θεωρείται, από μόνος του, ότι οδηγεί σε καθορισμό των τιμών μεταπώλησης. Οι περιορισμοί στον καθορισμό των τιμών του άρθρου 4α Κανονισμού 2790/1999 δεν αναφέρονται μόνο στις τελικές τιμές, αλλά και σε άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της τιμής του εμπορεύματος, όπως πχ στο κόστος μεταφοράς, αποθήκευσης κλπ.

Με δεδομένο ότι η ανωτέρω διάταξη αναφέρεται στον καθορισμό τιμών που λειτουργούν σε βάρος του αγοραστή-λήπτη, οι ρήτρες που λειτουργούν υπέρ του και σε βάρος του προμηθευτή-δότη, όπως αυτή του μάλλον ευνοούμενου αγοραστή-λήπτη, δεν πρέπει, κατά την κρατούσα άποψη, να θεωρούνται ότι εμπίπτουν στον κατάλογο των περιορισμών ιδιαίτερης σοβαρότητας. Τέτοιες ρήτρες είναι δυνατόν να επηρεάζουν τον ανταγωνισμό, όπως, πχ, η ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου αγοραστή-λήπτη, η οποία είναι δυνατόν να εισάγει διακριτική μεταχείριση υπέρ συγκεκριμένων αγοραστών-ληπτών του δικτύου ή να αναπτύσσει οριζόντια αποτελέσματα, οδηγώντας τελικά σε ομοιόμορφες τιμές. Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι ρήτρες κρίνονται κατά τις γενικές διατάξεις του Κανονισμού 2790/1999.

Δια ταύτα

Μετά τα παραπάνω, συνιστάται στον δότη να περιλαμβάνει ιδιαίτερο όρο στη Σύμβαση Franchise, με τον οποίο να τονίζει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να επιβάλλει (άμεσα ή έμμεσα) στους λήπτες του δικτύου πάγιες ή ελάχιστες τιμές μεταπώλησης των συμβατικών αγαθών ή/και υπηρεσιών. Ο δότης απλώς θα μπορεί να συνιστά στους λήπτες τιμές μεταπώλησης, όπως και να τους επιβάλλει μέγιστες τιμές μεταπώλησης, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι οι παραπάνω τιμές δεν θα ισοδυναμούν με πάγιες ή ελάχιστες τιμές μεταπώλησης.

Στην υπόθεση της Dia, σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, η έκπτωση που χορηγούσαν οι προμηθευτές στη Dia και ήταν 20%-25% δεν περνούσε στα καταστήματα franchising και, κατά συνέπεια, στους καταναλωτές. Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που η Dia αποφάσιζε να κάνει προσφορές σε συγκεκριμένα προϊόντα, τα εμπορικά περιθώρια για τα καταστήματα μετατρέπονταν σε αρνητικά.

Σε ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού τονίστηκε ότι εφάρμοσε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις κάθετες συμπράξεις. Και είναι πράγματι πλούσια η νομολογία επί του θέματος (εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων), θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο μας.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2008, Νο 376, του περιοδικού “σελφ σέρβις” των εκδόσεων Comcenter.