Μήνυμα προς την κυβέρνηση ότι δεν είναι στις προθέσεις των επιχειρήσεων της οργανωμένης λιανικής να καταστούν «προβληματικές» στέλνουν τα στελέχη των σούπερ μάρκετ, τονίζοντας ότι κάθε νέα επιβάρυνση στις τιμές των προϊόντων από την αύξηση του ΦΠΑ ή τις μετατάξεις προϊόντων από τους χαμηλούς σε υψηλότερους συντελεστές φορολόγησης, θα περνά αυτόματα στην κατανάλωση.

Όταν μια επιχείρηση λειτουργεί με καθαρή κερδοφορία 1 ή 2 ποσοστιαίων μονάδων είναι αδύνατο να απορροφήσει την αύξηση του ΦΠΑ κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, σχολιάζουν τα στελέχη του κλάδου, προσθέτοντας ότι «δεν πρόκειται ο κλάδος να οδηγηθεί σε ζημιές επειδή έτσι απλά το αποφάσισε η κυβέρνηση!».

Όπως δηλώνουν χαρακτηριστικά οι συνομιλητές μας, «αν η αγορά έχει κάτι να σχολιάσει για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, είναι ότι δυστυχώς ο υπουργός Οικονομικών δεν μαθαίνει από τα λάθη του. Μέχρι σήμερα, αυξάνοντας συνεχώς τα φορολογικά βάρη στον καταναλωτή, το μόνο που κατάφερε είναι να μειώσει τη ζήτηση, επομένως και τα έσοδα για το δημόσιο ταμείο. Η μετάταξη των τροφίμων από τον συντελεστή του 13% στο 23% το μόνο που θα φέρει είναι μια νέα, ακόμα μεγαλύτερη μείωση της κατανάλωσης και τον στραγγαλισμό πολλών, κυρίως μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων».

Άλλοι παράγοντες του κλάδου τονίζουν ότι ακόμη κι αν οι λιανέμποροι από κοινού με τους προμηθευτές τους απορροφούσαν το σύνολο της αύξησης του ΦΠΑ, δεν θα ανακοπτόταν η πτωτική τάση του τζίρου, καθώς το κλίμα στην οικονομία παραμένει άσχημο.

Η εύνοια της καταστροφής
«Όσο η κυβέρνηση επιμένει στην εύκολη λύση των άδικων αυξήσεων της έμμεσης φορολογίας και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, και δεν δρομολογεί θεσμικές παρεμβάσεις αναπτυξιακού χαρακτήρα, τόσο η ψυχολογική διάθεση των παραγόντων της αγοράς θα επιδεινώνεται», προειδοποιούν στελέχη του κλάδου. Μάλιστα, επισημάνουν ότι μια δεύτερη ανάγνωση των συνεπειών που θα υπάρξουν από τη μετάταξη των τροφίμων στον υψηλό συντελεστή ΦΠΑ, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ενδεχομένως, τα σούπερ μάρκετ θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να ευνοηθούν, αν όχι άμεσα σίγουρα μακροπρόθεσμα.

Γιατί; Διότι ο μέσος καταναλωτής, στρέφοντας ακόμη περισσότερο την προσοχή του στις χαμηλές τιμές, θα εγκατέλειπε εντελώς τα μικρά σημεία πώλησης προς όφελος των σούπερ μάρκετ.

Έτσι, ένα σημαντικό μέρος του λιανικού τζίρου της κλαδικής αγοράς θα μεταφερόταν από το μικρό στο μεγάλο λιανεμπόριο, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν τα «λουκέτα» στην αγορά… Σύμφωνα με εκτιμήσεις, σήμερα το 55% της αγοράς ελέγχεται από τα μεγάλα δίκτυα πωλήσεων και το υπόλοιπο 45% από τα διάσπαρτα μικρά σημεία λιανικής πώλησης, τα μίνι μάρκετ, τους φούρνους και τα περίπτερα. Τυχόν νέα επιβάρυνση των τιμών στα τρόφιμα λόγω του ΦΠΑ θα αύξανε σε διάστημα ενός ή το πολύ δύο ετών τη συμμετοχή της οργανωμένης λιανικής στο σύνολο της αγοράς από το 55%, ίσως, στο 75%, φέρνοντας ασφυξία στο υπόλοιπο εμπόριο.

Αυτά και άλλα συναφή, όπως για παράδειγμα οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό, φαίνεται πως απασχόλησαν το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης παραμονές έκδοσης του τεύχους, οπότε φάνηκε η διάθεση να… ρίξει νερό στο κρασί του, εξετάζοντας εναλλακτικά σενάρια, όπως το να εξαιρεθούν ορισμένα από τα βασικά τρόφιμα από τον υψηλό συντελεστή του ΦΠΑ (ψωμί, γαλακτοκομικά, κρέας) ή να μεταταχθούν σε αυτόν μόνο τα τρόφιμα που πωλούνται από τα κέντρα μαζικής εστίασης.

Τα αγαθά που αρχικά, πάντως, μπήκαν στο «καλάθι» της μετάταξης από τον χαμηλό στον υψηλό συντελεστή του ΦΠΑ είναι τα ψάρια και τα κρέατα, το γάλα και τα γαλακτοκομικά, τα άνθη, τα οπωροκηπευτικά, ο καφές και το τσάι, τα δημητριακά και τα άλευρα, η μαστίχα, το σογιέλαιο και το καλαμποκέλαιο, το ελαιόλαδο και τα λίπη, το ξύδι, τα ζάχαρα και τα ζαχαρώδη, το κακάο, τα είδη ζαχαροπλαστικής, οι τροφές για ζώα, το αλάτι και τα εντομοκτόνα.