Κι αν ευνοεί η εποχή μαύρες σκέψεις και ζοφερούς συνειρμούς… ‘Ενας υπουργός, νομικά καθαρός, κατά δήλωσή του, στις οικογενειακές κερδοσκοπικές του μπίζνες, εξαναγκάζεται σε παραίτηση κατ’ απαίτηση των επικοινωνιακών ηθών, τα οποία προκαλούνται από το είδος της «επιχειρηματικότητας» που ασκεί, και που ο νόμος κατοχυρώνει… Αυτό συμβαίνει με φόντο την απειλή κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας. Επειδή η πραγματική οικονομία άγεται και φέρεται από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια της χρηματιστηριακής αγοράς, η οποία, πάντα νομότυπα, αναζητά τις «ευκαιρίες» στην αναμπουμπούλα… ‘Ενα ολόκληρο σύστημα κυνηγάει (υποκριτικά) σαν το κουτάβι την ουρά του, περιμένοντας να τη δαγκώσει για να… αυτορρυθμιστεί. Και αυτοπαγιδεύεται.

Το ίδιο το σύστημα -της «ελεύθερης» αγοράς- ξεθεμελιώνει ένα προς ένα τα ανθρωπολογικά κρηπιδώματα, στα οποία θεμελιώθηκε. Ο αδιάφθορος γραφειοκράτης που εγγυάται την ευταξία, ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που κερδίζοντας εγγυάται την κοινωνική ευμάρεια και το πολιτικό προσωπικό, που αναδεικνύεται στον δημόσιο βίο για το ανυστερόβουλο πάθος για το δημόσιο αντί του ιδιωτικού του συμφέροντος, ανήκουν στο παρελθόν. Το παρόν ανήκει στους «έξυπνους» που, με την εγγύηση του νόμου, μπορούν να «πιάνουν την καλή» με τη μία. ‘Οχι στους μάνατζερ-ηγέτες της πραγματικής οικονομίας -να άλλος ένας νεότερος ανθρωπολογικός τύπος του συστήματος που απαλλοτριώνεται- αλλά στους κερδοσκόπους. Αυτό είναι το υπερισχύον πρότυπο, απαλλαγμένο από τις ηθικές αναστολές και τις ιδεολογικές «αγκυλώσεις» των γεννητόρων του φιλελευθερισμού.

Αλήθεια, το μέλλον σε ποιον ανήκει;

Η παρούσα άποψη δημοσιεύεται στο τεύχος Σεπτεμβρίου (Νο 376) του περιοδικού “σελφ σέρβις” (εκδόσεις Comcenter).