Οφείλεται αποκλειστικά στη διεθνή οικονομική κρίση και στις παρενέργειές της στην ελληνική αγορά, δηλαδή στην πτώση της κατανάλωσης και στη δραματική μείωση των τιμών των καυσίμων.

Μια γρήγορη ματιά στην εσωτερική διάρθρωση του δείκτη τιμών καταναλωτή Ιανουαρίου ξεσκεπάζει την απάτη της «ευημερίας των αριθμών»:

  • Από τις 12 κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στον δείκτη τιμών καταναλωτή, τρεις κινήθηκαν αρνητικά: στέγαση -1%, μεταφορές -4%, επικοινωνίες -0,8%. Για τις επικοινωνίες ήταν αναμενόμενο: συνέβη αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. ‘Ομως, οι άλλες δύο κατηγορίες το προηγούμενο 12μηνο «οδηγούσαν το άρμα του πληθωρισμού», με ποσοστά αυξήσεων διψήφια σε ορισμένες περιπτώσεις.
  • Στις υπόλοιπες 9 κατηγορίες οι επιμέρους δείκτες κινήθηκαν χωρίς καμία εξαίρεση υψηλότερα του μέσου πληθωρισμού.

Μάλιστα, στις πιο βασικές κατηγορίες, που περιλαμβάνουν προϊόντα και υπηρεσίες καθημερινής ή ανελαστικής ζήτησης, οι αυξήσεις ήταν έως και υπερδιπλάσιες του μέσου πληθωρισμού (1,8%). Στα είδη διατροφής 3,8%, στα ξενοδοχεία, καφενεία & εστιατόρια 5% (!), ενώ στο 3,1% κυμαίνεται ο ετήσιος πληθωρισμός στην ένδυση & υπόδηση και στο 3,2% στις δαπάνες υγείας και στα «άλλα είδη και υπηρεσίες», όπου περιλαμβάνονται δεκάδες προϊόντα.

Ο καλόπιστος παρατηρητής θα σημείωνε, ωστόσο, ότι ειδικά στα είδη διατροφής το τελευταίο 6μηνο καταγράφηκε μία σημαντική αποκλιμάκωση των αυξήσεων, αφού το καλοκαίρι ο επιμέρους δείκτης «έτρεχε» με ταχύτητα πάνω από 6,5%. Σωστά, αλλά η αποκλιμάκωση απέχει παρασάγγας από το να θεωρηθεί επαρκής, δεδομένου ότι στους μήνες που μεσολάβησαν οι τιμές στα ανεπεξέργαστα τρόφιμα κυριολεκτικά βούλιαξαν.

Τελικά, τη νύφη την πληρώνουν μάλλον οι αγρότες παραγωγοί. Οι άλλοι κρίκοι της αλυσίδας περιορίστηκαν στο πάγωμα των τιμών τους στα προ Αυγούστου υψηλά επίπεδα -στην καλύτερη περίπτωση προχώρησαν, μετά από πιέσεις, σε επουσιώδεις μειώσεις τιμών (και δη συνήθως σε περιφερειακά, όχι σε πρώτης ζήτησης προϊόντα).

Κραυγαλέο παράδειγμα η περίπτωση του ψωμιού: η τιμή του «πέτρωσε» στα επίπεδα της εποχής του ράλι των αυξήσεων στις αρχές του 2008. Τι κι αν μετά το καλοκαίρι υπήρξε κατρακύλα στις τιμές του σιταριού… Αλλά μήπως έπαψαν οι ανατιμήσεις; Τα στοιχεία του Υπουργείου Ανάπτυξης δείχνουν αυξήσεις σε περίπου 1.000 κωδικούς μόνο τον Ιανουάριο!

Με την πλάτη στον τοίχο

Τι συμβαίνει, λοιπόν; Απλούστατα, κάποιες μεγάλες επιχειρήσεις, ευρισκόμενες αντιμέτωπες με τη μείωση της ζήτησης, αυξάνουν τα περιθώρια κέρδους τους σε προϊόντα ευρείας κυκλοφορίας για να αντισταθμίσουν τις απώλειες τζίρου, μειώνοντας ενίοτε τις τιμές σε δευτερεύουσας σημασίας κωδικούς, για επικοινωνιακούς λόγους.

Τέτοιες «εύκολες» λύσεις τις ευνοεί, φυσικά, η σχεδόν παντελής έλλειψη ανταγωνισμού στους περισσότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, γεγονός που ελάχιστα φαίνεται να απασχολεί τους κυβερνώντες, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις τους. Πράγματι, η κυριαρχία 30-40 μεγάλων επιχειρήσεων σε τουλάχιστον 55 κλάδους επωνύμων προϊόντων είναι σχεδόν απόλυτη, ενώ ποιος λησμονεί την επίσημη παραδοχή των κυβερνώντων ότι οι πολυεθνικές διαθέτουν τα προϊόντα τους πιο ακριβά στην Ελλάδα απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη;

‘Ομως, αντί των δομικών αλλαγών, ώστε να πάψει η χώρα να είναι «παράδεισος των ολιγοπωλίων», προτιμούν ακόμα μια φορά τις «μαύρες λίστες» και τις «ποινές» (με σημείο αναφοράς τους κοστολογικούς ελέγχους), λες και η ίαση του εκ γενετής ανάπηρου ανταγωνισμού είναι υπόθεση κατασταλτικών μέτρων.

‘Υστερα κάποιοι τρώγονται, γιατί οι καταναλωτές στρέφονται στους discounters και στα private label. ‘Ομως, με την τιμολογιακή πολιτική που ακολουθούν, υπονομεύοντας οι ίδιοι τα επώνυμα είδη τους, φέρνουν πιο κοντά… τον τοίχο στην πλάτη τους (!), καθώς σε λίγο θα υποχρεωθούν να αναζητούν διέξοδο στην παραγωγή ακόμη περισσότερων ανωνύμων προϊόντων για λογαριασμό των μεγάλων πελατών τους. Και τότε ούτε ψύλλος… στα κέρδη τους.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 381 (Φεβρουάριος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (Εκδόσεις Comcenter).